Η παράσταση Dance me to the end of Greece 1… Ξένοι Περιηγητές στην Ελλάδα επιστρέφει μετά την πρώτη παρουσιάσή της τον Σεπτέμβριο του 2011, αυτή τη φορά στο Μουσείο Μπενάκη για λίγες μόνο ημέρες. Η Κυριακή Σπανού, η οποία έχει αναλάβει την σκηνοθεσία …

μιλάει στο Culturenow.gr και τον Νώντα Δουζίνα για την παράσταση Dance me to the end of Greece 1… Ξένοι Περιηγητές στην Ελλάδα, η οποία εκτός από θεατρικό ενδιαφέρον, εχεί και έναν πολύ ιδιαίτερο εκπαιδευτικό χαρακτήρα.

 

Συνέντευξη στον Νώντα Δουζίνα

 

CultureNow: Το έργο Dance me to end of Greece Greece 1…  Ξένοι Περιηγητές στην Ελλάδα, φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη για δυο παραστάσεις. Μιλήστε μας για το έργο αυτό…

Κυριακή Σπανού: «Δεν ταξιδεύουμε για την ευχαρίστηση, ταξιδεύουμε για να επαληθεύσουμε κάτι, ένα όνειρο…» γράφει ο Μπέκετ. Οι ξένοι Περιηγητές που ήρθαν στην Ελλάδα αναζητούσαν την υπόσχεση μιας άλλης δυνατότητας ζωής, όπως την ονειρεύτηκαν διαβάζοντας τους Αρχαίους Έλληνες. Ένα όνειρο ελευθερίας και μιας ιερότητας που ζει στα μικρά πράγματα του κόσμου.

 

Το έργο είναι μια σκηνική σύνθεση που ξετυλίγει το νήμα ενός ταξιδιού στην Ελλάδα από την άφιξη μέχρι την αναχώρηση και των «ενθυμημάτων» που παίρνουν ο καθένας απ’ το ταξίδι αυτό. Εκτός από ταξιδιωτικά κείμενα, πολλοί αρχαιολάτρες ήθελαν και πήραν τις αρχαιότητες μας στις χώρες τους. Είναι και η ιστορία μιας λεηλασίας από ακραία λατρεία για έναν κόσμο τέχνης.

 

Η ιστορία του έργου είναι ένα ταξίδι με πρωταγωνιστή το χώρο, όπου, σαν σε όνειρο, συναντιούνται ο Βύρωνας, ο Άντερσεν, ο Φλωμπέρ, ο  Λακαριέρ, ο Χένρυ Μίλλερ, η Λαίδη Έλγιν, ο Φουρμόντ, ο Κόκερελ.

Στο Μουσείο Μπενάκη θα δώσουμε έξι παραστάσεις, 2 για σχολεία και 4 για το γενικό κοινό.

 

C. N.: Στο επίκεντρο βρίσκεται η καλλιτεχνική δράση διάσημων ταξιδιωτών, όπως ο Βύρων ή ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Ποιο θα μπορούσε να είναι το κοινό σημείο της ματιάς των παραπάνω καλλιτεχνών, που έζησαν σε διαφορετικές εποχές, χώρες αλλά και περιστάσεις;

Κ. Σ.: Στο επίκεντρο του έργου είναι οι διαφορετικές ματιές πάνω στο χώρο και τους ανθρώπους της σημερινής Ελλάδας. Το κοινό σημείο των κειμένων που έχω επιλέξει είναι η προβληματική σχέση του τόπου και των ανθρώπων του με την ελληνική αρχαιότητα. Για άλλους Περιηγητές είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και ένας λαός προικισμένος, ενώ για άλλους είμαστε άπληστοι και ψεύτες. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο ακούμε τις ταξιδιωτικές εμπειρίες των Περιηγητών, είναι το τολμηρό κείμενο του Δ. Δημητριάδη «… Είμαστε στη ζώνη του κινδύνου. Η Ελλάδα δεν ανήκει στους Έλληνες. Οι Έλληνες δεν είναι Έλληνες. Τι είναι λοιπόν; Το τίποτε. Με αυτό αρχίζει η κοσμογονική δυνατότητα να ξεκινήσει επιτέλους κάτι». Η παράσταση εξετάζει το θέμα της ταυτότητας μέσα από το αδυσώπητο βλέμμα του Άλλου. Εξετάζει μια σχέση των Ελλήνων και των Άλλων.

 

C. N.: Το γεγονός ότι όλοι τους βρέθηκαν και στην Ελλάδα, προσδίδει στα έργα τους κάτι ελληνικό; Μπορεί να αποτελέσει το συνδετικό κρίκο μεταξύ αυτών και του κοινού των παραστάσεων;

K. Σ.: Με ρωτάτε αν το γεγονός ότι οι Περιηγητές βρέθηκαν στην Ελλάδα, προσδίδει στο έργο τους κάτι το ελληνικό. Θα έλεγα ναι, με την έννοια ότι κατανόησαν με έναν δικό τους τρόπο την Αρχαία Ελλάδα. Από την άλλη, η εξαιρετική περίπτωση του Βύρωνα και ο θάνατος του στην Ελλάδα έκανε τους Ρομαντικούς, αλλά και όλη τη Φωτισμένη Ευρώπη να συνδεθούν με έναν άλλο τρόπο με το αίτημα της ελευθερίας των μικρών υπόδουλων χωρών, όπως η Ελλάδα. 

 

C. N.: Σε μια παράσταση όπου οι ηθοποιοί «συμμετέχουν σε ένα φόρουμ αφήγησης, αναπαράστασης και τραγουδιού» μέσα από τα μελοποιημένα ποιήματα, πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να διατηρηθεί η ισορροπία ανάμεσα στην αφήγηση, την αναπαράσταση και το τραγούδι;

Κ. Σ.: Η παράσταση επιχειρεί να διερευνήσει πάνω στη σκηνή την φόρμα του ακαδημαϊκού δοκιμίου, όπου με θέμα το χώρο, και βασική ιδέα  την επίδραση των Περιηγητών στο σχηματισμό της νεοελληνικής ταυτότητας, αντιπαρατίθενται απόψεις, εικόνες, αφηγήσεις και τραγούδια. Η προφορικότητα ενός δοκιμίου απαιτεί ένα forum, όπου όλα εκτίθενται στην τελική κρίση των ακροατών. Την ισορροπία τη δίνει η προσήλωση στη διερεύνηση του θέματος.

 

C. N.: Ποιος είναι ο απώτερος καλλιτεχνικός σας σκοπός, μέσω αυτής της παράστασης;

Κ. Σ.: Με ρωτάτε για τον καλλιτεχνικό στόχο της παράστασης. Η ιδέα του forum οπωσδήποτε παραπέμπει σε μια έννοια του πολιτικού. Η πρόκληση είναι πώς δραματοποιούνται κείμενα όπου πρωταγωνιστής είναι ο χώρος και το θέμα και όχι τα πρόσωπα ή η υπόθεση. Η πρόκληση είναι η δραματουργία.

 

C. N.: Εκτός από το Μουσείο Μπενάκη, πρόκειται η παράσταση «Dance me to the end of Greece 1…  Ξένοι Περιηγητές στην Ελλάδα» να παρουσιαστεί και αλλού στη συνέχεια;

Κ. Σ.: Έχουμε προγραμματίσει μια παράσταση στα Χανιά της Κρήτης για τις 23 Φεβρουαρίου και συζητάμε και κάποιους άλλους προορισμούς.

 

C. N.: Έχετε καταπιαστεί ξανά με τέτοιου είδους, απαιτητική παράσταση που να απαιτεί περισσότερα από ένα είδη τέχνης;

Κ. Σ.: Κάθε παράσταση θέτει τις δικές της προκλήσεις. Εδώ η πρόκληση ήταν όπως είπα η δραματουργία, γιατί οι ταξιδιωτικές αφηγήσεις είναι αντιθεατρικό είδος και θά λεγα κυρίως κινηματογραφικό. Άρα η επιτυχία κρίνεται απ’ το κατά πόσο αυτό το κείμενο λειτουργεί σκηνικά.

 

C. N.: Εκτός από τις παραστάσεις για ενηλίκους, θα υπάρξουν και παραστάσεις για σχολεία. Ποια είναι τα διαφορετικά μηνύματα (αν υπάρξουν διαφορετικά) που μπορεί να δώσει στους ενήλικους από όσο στα παιδιά;

Κ. Σ.: Αυτή η παράσταση απευθύνεται σε εφήβους στους οποίους ανοίγει μια λοξή και απροσδόκητη πλευρά στα θέματα της εθνικής αυτογνωσίας μέσα από συγγραφείς που τους είναι οικείοι από τα σχολικά βιβλία.

 

C. N.: Ποια ομάδα ατόμων είναι πιο εύκολη στην αποδοχή, καταγραφή και κατανόηση των νοημάτων ενός θεατρικού έργου; Οι ενήλικες ή τα παιδιά;

Κ. Σ.: Είτε παιδιά, είτε ενήλικες το κοινό κατανοεί ένα έργο τέχνης μέσα από την πορεία της προσωπικής «πνευματικής» αυτοβιογραφίας  του.

 

C. N.: Με ποια συναισθήματα θα θέλατε να  φεύγουν οι θεατές του έργου, μετά το τέλος της παράστασης;

Κ. Σ.: Η παράσταση να βρει ρίζες στη μνήμη του.