Οι βουλές των ανθρώπων είναι πραγματικά ανήμπορες εμπρός στη δυναμική των γεγονότων. Και αναφέρω αυτό το γεγονός εξαιτίας της χρονικής συγκυρίας μέσα στην οποία καλούμαι να αναπτύξω τη σκέψη μου για την Τέχνη και τη δυνατότητα διδασκαλίας της…

Εάν γυρίσουμε κάποιες δεκαετίες πίσω στην Ιστορία μας θα δούμε ότι ουδέποτε σταμάτησε η Τέχνη να διδάσκεται και μάλιστα οι ναοί τής καλλιέργειας των γραμμάτων και των τεχνών ήταν ένα από τα προπύργια της Εθνικής Υπόστασης και Αξιοπρέπειας. Δε θα μπορούσα, λοιπόν, να πλησιάσω το θέμα της Παιδείας της Τέχνης από ένα διαφορετικό πρίσμα, αφού η σκληρότατη πραγματικότητα μάς επαναφέρει στα πεδία των κοινωνικών αντιπαραθέσεων και αναγκών.
Απαντώ, λοιπόν, σε μια υποθετική ερώτηση. Τι είναι η Τέχνη και γιατί να διδάσκεται, αφού δεν παράγει κάτι το οποίο να μετριέται και να είναι ανταποδοτικό ως μια κοινή επένδυση αυτόν τον καιρό; Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να διδάσκεται, αφού η καλλιτεχνική δημιουργία είναι ένας τρόπος να δυναμώσει ο κοινωνικός ιστός ως σκεπτόμενο ανθρώπινο συντεταγμένο σύνολο. Η Τέχνη δεν είναι πολυτέλεια και ας φαίνεται ως τέτοια. Κάθε δραστηριότητα που εξυψώνει το ανθρώπινο πνεύμα είναι αναγκαία και οφείλει να παρέχεται ως αγαθό στο κοινωνικό σύνολο. Η ωριμότητα ενός κράτους και μιας κοινωνίας φαίνεται από τον τρόπο που αντιμετωπίζει τις σχολές Τέχνης, την Τέχνη και ό,τι την αφορά σε δύσκολους καιρούς. Η τέρψη που προκαλεί η Τέχνη στο δέκτη της προέρχεται από την όξυνση του πνεύματος και όχι από μια ελαφριά αντιμετώπισή της ως ένα κοινωνικό γεγονός ύφους ζωής. Όταν η ζωή έχει καταντήσει μια καθημερινή άσκηση επιβίωσης, η πνευματική καλλιέργεια στηρίζει και δεν καλύπτει τις καταστάσεις με αμήχανες, σχεδόν, γελοίες προτάσεις διακόσμησης χώρων ή χλιαρές μουσικές συνθέσεις που ταιριάζουν σε εμπορικά κέντρα. Άλλωστε ο Picasso μάς δηλώνει ότι η «ζωγραφική δεν έγινε για να διακοσμεί διαμερίσματα».
Μοιραία, θα τεθεί, επίσης, ένα ερώτημα για την πολιτικοποίηση της Τέχνης. Συνάντηση με την πολιτική ΝΑΙ. Συνάντηση με τα κόμματα ΟΧΙ. Η εικαστική σκέψη οφείλει να διδάσκεται μέσα από μια μέθοδο που οδηγεί τους νεότερους όχι μόνο σε μια χειραφέτηση της φόρμας, αλλά κυρίως σε μια χειραφέτηση της λειτουργίας της, ως ανθρώπινης πνευματικής δραστηριότητας. Νομίζω ότι όλη η περιπέτεια των καλλιτεχνών με τον εαυτό τους και το πώς θα δημιουργήσουν έγκειται στο γεγονός της μετάθεσης κάθε φορά των ορίων τους προς τα εμπρός. Μέσα από αυτή τη διαδικασία παράγεται και τροφοδοτείται η έννοια της προσωπικής έρευνας. Αυτή, λοιπόν, η διαδικασία  κρύβει τον ευγενή κίνδυνο της αποτυχίας για κάθε εγχείρημα που επιχειρείται.
Έτσι, εύκολα μπορούμε να διακρίνουμε δύο συμβουλευτικές κατευθύνσεις στη διδασκαλία των εικαστικών. Μία είναι αυτή η οποία αναφέρεται στη βελτίωση της τεχνικής του κάθε μαθητή και η δεύτερη, νομίζω και η σπουδαιότερη, είναι αυτή που αφορά στη διδασκαλία της στάσης ζωής η οποία και διαμορφώνει την εικαστική σκέψη. Για παράδειγμα: τι σημαίνει να παλεύω κάθε τόσο με τον εαυτό μου και να μετακινώ τα όριά μου για να διευρύνω τον ορίζοντα μου; Ή να καταλάβει ο νέος καλλιτέχνης πόσο σημαντικό είναι το να διδάσκεται από το δάσκαλό του τη διαχείριση της ελευθερίας η οποία είναι από τα ζητούμενα κατά τη διάρκεια του χρόνου της μαθητείας και όχι μόνο. Τι σημαίνει, επίσης, και πόσο σημαντικό γεγονός είναι το να έχει τον πρώτο λόγο ο νεότερος καλλιτέχνης και να ζητά από τον ωριμότερο να του υποδείξει τα σφάλματα και να μην είναι ένα άβουλο ον που απλά ακολουθεί εντολές πλεύσης άκριτα, μόνο και μόνο για να ευχαριστήσει το δάσκαλό του.
Η σύγχρονη Τέχνη μοιάζει, για μένα, με ένα τεράστιο τραπέζι με διάφορα γλυκά. Προσωπικά προσπαθώ να δοκιμάζω και έτσι προτρέπω να κάνουν οι νεότεροι καλλιτέχνες που αποφάσισαν να συμβιώσουν μαζί μου πέντε χρόνια. Είναι λοιπόν πασιφανές ότι στα χρόνια της μαθητείας, χωρίς να αμελώ τα της τεχνικής, με ενδιαφέρει περισσότερο, καθώς ο ίδιος είμαι εικαστικός, η καλλιέργεια και η διαμόρφωση του εικαστικού χαρακτήρα των μαθητών. Πιστεύω ότι, αν θέλαμε να συμπυκνώσουμε τα όσα είπα στις προηγούμενες γραμμές, θα καταλήγαμε στο εξής: ότι δε διδάσκουμε μόνο την Τέχνη, αλλά διδάσκουμε ζωή. Μετά από είκοσι έξι χρόνια διδασκαλίας είναι φανερό σε μένα ότι όσα «παιδιά» πήγαν μακριά και ίσως μακρύτερα από μας είναι εκείνα που είχαν το θάρρος να προχωρήσουν σε μια γόνιμη δασκαλοκτονία.
Αυτή είναι για μένα η ύψιστη υπηρεσία του δασκάλου στην Τέχνη: να προετοιμάσει τους επόμενους μαθαίνοντάς τους να αμφισβητούν διαλεκτικά ακόμα και τον ίδιο, έως ότου ωριμάζοντας αμφισβητήσουν τον εαυτό τους.

Info: Ο Ξενής Σαχίνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1954. Σπούδασε Χαρακτική στην Α.Σ.Κ.Τ. με δάσκαλο τον Κ. Γραμματόπουλο και Ζωγραφική στην E.N.S.B.A. στο Παρίσι με δάσκαλο τον V. Guignebert. Eίναι Καθηγητής Χαρακτικής στο Τμήμα Εικαστικών του Α.Π.Θ. και διευθύνει το αντίστοιχο Εργαστήριο. Έχει κάνει 51 ατομικές εκθέσεις και 150 ομαδικές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει γράψει δύο βιβλία για τη θεωρία και την πράξη της χαρακτικής και το 2011 εξελέγη Πρόεδρος στο Τμήμα που διδάσκει. Τιμήθηκε με το βραβείο Χαρακτικής της ΧΙΧ Biennale της Αλεξάνδρειας.