[…] Δεν πρέπει να αισθάνεσαι καμία δέσμευση απέναντί μου, το ίδιο κι εγώ απέναντι σε σένα. Πρέπει να είμαστε ελεύθεροι […] 

(«Κουκλόσπιτο», μτφ Γιώργος Σκεύας, Κάπα εκδοτική)

  

Χρειάζονται μόνο λίγες μέρες ανελέητης συναισθηματικής πίεσης και εκβιαστικής αγωνίας για μια σύζυγο και μητέρα στην Σκανδιναβία του 19ου αιώνα, ώστε να αποφευχθεί η αναμενόμενη κατάρρευσή της και να αποκαλυφθεί ένας πηγαίος δυναμισμός και μια αναπάντεχη διάθεση για ανεξαρτησία.

Η Νόρα είναι μια γυναίκα ευτυχισμένη και ικανοποιημένη με τον μέχρι τώρα συζυγικό βίο. Με μια φαινομενική αφέλεια, απολαμβάνει να ξοδεύει χρήματα για την οικογένειά της, γεγονός που εκνευρίζει τον άνδρα της, Τόρβαλντ. Όταν φτάνει στο σπίτι η παλιά της φίλη, Κριστίν και την κατηγορεί σχεδόν για την ανεμελιά και την ευκολία με την οποία της ήρθαν όλα στη ζωή, η Νόρα αποκαλύπτει μια μεγάλη και κρυφή αλήθεια: ότι αναγκάζεται να υποκρίνεται, υπομένοντας ένα δυσβάσταχτο χρέος που είχε δημιουργήσει πολλά χρόνια πριν, προκειμένου να σώσει τον Τόρβαλντ από μια ασθένεια. Για τον λόγο αυτό, αναγκάστηκε να πλαστογραφήσει την υπογραφή του πατέρα της, πράγμα που αν αποκαλυπτόταν, θα τη στιγμάτιζε κοινωνικά για πάντα. Δυστυχώς για εκείνη, ο άνθρωπος στον οποίο χρωστά είναι συνάδερφος του άνδρα της και στην προοπτική της απόλυσής του, αρχίζει να την εκβιάζει με εκείνο το παλιό χρέος. Ξεκινά τότε ένα σιωπηλό μαρτύριο για τη Νόρα, η οποία στην προοπτική να μάθει τα πάντα ο σύζυγος και να στιγματιστούν τα παιδιά της, σκέφτεται ακόμα και την αυτοκτονία. Όταν φτάσει η στιγμή όμως που ο Τόρβαλντ πληροφορείται εν τέλει την αλήθεια, ο κόσμος της γκρεμίζεται, αποκαλύπτοντας μια πραγματικότητα, που η ίδια δεν φανταζόταν ποτέ.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Νόρα είναι μία ηρωίδα του 1879, γίνεται εύκολα αντιληπτό πόσο ηθικά και κοινωνικά ανεπίτρεπτο θεωρήθηκε μια γυναίκα να παρατήσει τα πάντα και να αναζητήσει νέες αξίες στη ζωή της. Ο επαναπροσδιορισμός του εαυτού μέσα από τα προσωπικά «θέλω» και η εκούσια αποτίναξη του πατριαρχικού βλέμματος που μέχρι πρότινος την καθόριζε και την καθοδηγούσε, ήταν απολύτως τολμηρές κινήσεις για τα τότε δεδομένα.

Η Νόρα μας αποκαλύπτεται σιγά – σιγά. Ξεκινά ως μια αφελής, σχεδόν κενή παρουσία, που απολαμβάνει με μια παιδικότητα το ξόδεμα του συζυγικού μισθού. Σταδιακά όμως, αποκαλύπτεται το μεγάλο δράμα και η διαδρομή της πάνω στην προσωπική οδό του μαρτυρίου. Για πάνω από δέκα χρόνια μια γυναίκα φαινομενικά χαρούμενη, μαζεύει χρήματα για να ξεπληρώσει χρέη. Η ηρωίδα έχει πολλές μεταπτώσεις. Κινείται στο ρυθμό που οι συνθήκες ορίζουν κάθε φορά. Μοιραία, ποθητή, απελπισμένη, πιστή, προδότρια και προδομένη, καλή σύζυγος, καλή μητέρα, καλή φίλη και όλα αυτά υπό την απειλή της ολοκληρωτικής κατάρρευσης.

Είναι δύσκολο να αγνοηθούν οι ισχυρές φεμινιστικές χροιές του έργου, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη ότι περισσότερο την εποχή που γράφτηκε, μα και σήμερα ακόμα, κάθε γυναίκα που θέτει εαυτόν ενώπιον της κοινωνίας, γίνεται στόχος για σχολιασμό, στα όρια της κατάχρησης.

Η πιο ριζοσπαστική πάντως πτυχή του κειμένου, είναι ότι παρουσιάζει το δίλημμα, ως κάτι απολύτως ανθρώπινο, που σχετίζεται και με τα δύο φύλα. Ειδικά όταν υπάρχουν περιπτώσεις που ένα γυναικείο ζήτημα αντιμετωπίζεται ως κάτι που αφορά αποκλειστικά γυναίκες.

Στην παράσταση που σκηνοθέτησε, μετάφρασε και διασκεύασε ο Γιώργος Σκεύας, όλα αυτά γίνονται απολύτως κατανοητά, δοσμένα με έναν τρόπο ανθρώπινο. Πρόκειται για παράσταση κλασικής υφής, χωρίς μοντερνισμούς, η οποία είναι στρωτή, έχει συνοχή και δεν ξεφεύγει με αχρείαστα πλατιάσματα. Η μετάφρασή που επιμελήθηκε είναι σύγχρονη, κατανοητή και καίρια. Ο Σκεύας ανέδειξε τις συναισθηματικές αποχρώσεις των ηρώων και το βάρος των διλημμάτων για τις ζωές τους, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία σε λεπτομέρειες και συμβολισμούς, όπως το χριστουγεννιάτικο δέντρο στον τοίχο, που παραπέμπει στην διακοσμητική υπόσταση και της ίδιας της ηρωίδας, οι καραμέλες που αποτελούν γλυκιά και «αθώα» παράβαση των εντολών του Τόρβαλντ και όλα όσα προδίδουν την «κουκλίστικη» διάσταση της Νόρας. Ο σκηνικός χώρος αξιοποιήθηκε σωστά και σε αυτό συνέβαλλε το απλό και λειτουργικό σκηνικό της Εύας Μανιδάκη και οι υποβλητικοί φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη. Τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη ήταν πολύ προσεγμένα και εντυπωσιακά, ιδιαίτερα το μαύρο φόρεμα της Νόρας στις σκηνές του χορού. Η όμορφη και σημαντική για την πλοκή χορογραφία της Ταραντέλας ανήκει στον Φωκά Ευαγγελινό και οι ατμοσφαιρικές μουσικές στην Σήμη Τσιλαλή.

Ερμηνευτικά, η Αμαλία Μουτούση σηκώνει επάξια το βάρος της ηρωίδας. Χτίζει σιγά σιγά και με συνέπεια τον ψυχισμό της Νόρας, μετατρέπεται αριστουργηματικά από μια χαρούμενη σύζυγο σε μια απελπισμένη γυναίκα και από ένα υποταγμένο στον άνδρα και τον κοινωνικό του ρόλο πλάσμα, σε μια ύπαρξη που διψά για ανεξαρτησία και νέα προοπτική. Ιδιαίτερα στη σκηνή του χορού, που προβάρει μια ταραντέλα, αγωνιώντας για το τι θα γίνει, καταφέρνει να μεταδώσει το αισθηματικό δράμα, παρασύροντας τον θεατή. Ο Άρης Λεμπεσόπουλος, αποτύπωσε με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο τον «Τόρβαλντ», έχοντας μέτρο και δυναμισμό στην ερμηνεία του, δείχνοντας την εξουσία που ασκεί ανά πάσα στιγμή στην ηρωίδα. Η Μαρία Ζορμπά έχτισε εύστοχα μια «Κριστίν» αποστασιοποιημένη και ψυχρή απέναντι σε ό,τι συμβαίνει, αναδεικνύοντας την εγωπαθή διάσταση της ηρωίδας της. Ο «Κρόγκσταντ» του Γιώργου Συμεωνίδη ήταν λιτός και ακριβής. Ικανοποιητικός και ο Νικόλας Παπαγιάννης ως γιατρός «Ρανκ».

Η Νόρα μέχρι τις τελευταίες σκηνές της προσωπικής της επανάστασης, δεν θα έχει ακόμα πείσει κανέναν, ούτε καν τον εαυτό της, πως δεν ήταν τελικά ποτέ η «Κούκλα» που οι άνδρες είχαν τοποθετήσει στην προσωπική τους βιτρίνα, μα μια γυναίκα δυναμική, ανεξάρτητη, κόντρα σε κάθε κοινωνικό καθωσπρεπισμό. 

Το Κουκλόσπιτο (Νόρα) του Χένρικ Ίμπσεν, παρουσιάζεται στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής