Ο Κώστας Παπακωστόπουλος είναι ο ιδρυτής του επιτυχημένου Ελληνογερμανικού Θεάτρου της Κολωνίας, το οποίο διανύει ήδη τον 27ο χρόνο του. Έχοντας ως έναν κύριο άξονα δημιουργίας το αρχαίο δράμα, εργάζεται από το 2015 πάνω στην τριλογία «Πολυαγαπημένη ύβρις». Πρόκειται για μια μεταφορά αρχαίων κειμένων στο σήμερα, έχοντας ως «αφετηρία» την «Αντιγόνη».

Στις 13 Οκτωβρίου, θα παρουσιαστεί στο Ίδρυμα Κακογιάννη, το δεύτερο μέρος της τριλογίας, «Ιφιγένεια». Μία συνάντηση, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη «αρχαίου δράματος και σύγχρονου θεάτρου-ντοκουμέντο». Με αφορμή την συγκεκριμένη παράσταση, συζητήσαμε μαζί του την δυναμική των κλασικών έργων στη σημερινή εποχή, καθώς και την πλούσια πορεία του στο γερμανικό θέατρο.


– Η «Ιφιγένεια» αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας με τίτλο «Πολυαγαπημένη ύβρις». Πείτε μας δύο λόγια για αυτό το εγχείρημα και τους συμβολισμούς του.

Η «Ιφιγένεια» αποτελεί πράγματι το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας μου με τίτλο «Πολυαγαπημένη Ύβρις» και θέμα την κρίση της Δημοκρατίας στην Ευρώπη σήμερα. Ο κύκλος ξεκίνησε με την «Αντιγόνη» το 2015 και συνεχίστηκε τη χειμερινή περίοδο 2016/17 με την «Ιφιγένεια», που έχει θέμα μια ιδιαίτερη πλευρά της κρίσης: τη στάση της Ευρώπης απέναντι στον ξένο – πρόσφυγα. Πρόκειται για μια σύνθεση από φωνές προσφύγων που ζουν σήμερα στη Γερμανία, δικά μου κείμενα και αποσπάσματα από την τραγωδία του Ευριπίδη «Ιφιγένεια εν Αυλίδι». Το αρχαίο δράμα συναντά εδώ το σύγχρονο Θέατρο – Ντοκουμέντο.

– Με ποιους τρόπους θεωρείτε ότι αυτά τα κλασικά κείμενα είναι ικανά να φωτίσουν δύσκολες πτυχές της σημερινής εποχής, όπως η αντιμετώπιση του «ξένου»;

Όλα τα πολιτικά και κοινωνικά θέματα που απασχολούν τη ζωή και την ύπαρξή μας θίγονται στα κείμενα του αρχαίου δράματος. Τα κείμενα αυτά αποτελούν κατά κάποιο τρόπο μια βίβλο, που μπορεί να μας βοηθήσει να ξανασκεφτούμε, να αντιληφθούμε εκ νέου όρους όπως δημοκρατία, ελευθερία, ισότητα, σχέση με τον ξένο. Με τις σκηνοθεσίες μας επιδιώκουμε λοιπόν να  αναδείξουμε όλα αυτά τα διαχρονικά κοινωνικά και πολιτικά θέματα που ενυπάρχουν στο αρχαίο δράμα και να τα μεταφέρουμε στη σημερινή πραγματικότητα.

– Κατά μία έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε πως ως «ξένος» βρεθήκατε και εσείς στη Γερμανία στο ξεκίνημά σας. Πώς υποδέχτηκε το καλλιτεχνικό σας εγχείρημα η τοπική κοινωνία;

Όταν πρωτοανέβηκε η πρώτη μου σκηνοθεσία στην Κολωνία, ένιωθα, όπως ήταν αναμενόμενο, αγωνία για τον τρόπο υποδοχής του έργου μας από το γερμανικό κοινό. Όμως η μεγάλη απήχηση που είχε αυτή, καθώς και οι επόμενες παραστάσεις μας στο πλατύ κοινό της πόλης αλλά και ολόκληρης της Γερμανίας, μου έδωσε την έμπνευση και την πίστη να προχωρήσουμε και αποτέλεσε τη βασική προϋπόθεση για τη συμπλήρωση φέτος 27 χρόνων επιτυχημένης διαδρομής του Θεάτρου μας.

– Γύρω από ποιους άξονες κινούνται οι καλλιτεχνικές δημιουργίες του Ελληνογερμανικού Θεάτρου της Κολωνίας; Μιλήστε μας περισσότερο για την συνολική αυτή προσπάθεια.

Από τη δημιουργία του Ελληνογερμανικού Θεάτρου το 1990 έθεσα τρεις βασικούς δραματουργικούς άξονες: Ο πρώτος άξονας συνδέεται με το αρχαίο δράμα, ο δεύτερος με έργα Νεοελλήνων θεατρικών συγγραφέων σε πρώτη γερμανική μετάφραση και ο τρίτος με έργα Ευρωπαίων που εμπνέονται από τον αρχαίο ελληνικό μύθο. Έτσι, το Θέατρό μας παρουσίασε στην πορεία του έργα κλασικών Ελλήνων συγγραφέων όπως Αριστοφάνη, Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη, έργα των Δημήτρη Κεχαίδη, Βασίλη Ζιώγα και Δημήτρη Δημητριάδη, καθώς και έργα των Heiner Müller, William Shakespeare και Dea Loher. Χτίζοντας μια γέφυρα ανάμεσα στο αρχαίο και στο σύγχρονο ευρωπαϊκό θέατρο προσεγγίζουμε πολύπλευρα τη θεατρική δημιουργία της Ευρώπης και συνδέουμε την παράδοση με το σήμερα.

– Πώς θα λέγατε ότι αντιμετωπίζεται το αρχαίο δράμα και το θέατρο γενικότερα στην Γερμανία σε αντιδιαστολή με την Ελλάδα;

Το γερμανικό θέατρο βασισμένο σε μια εγκεφαλική περισσότερο διεργασία είναι τολμηρό, συνεχώς πειραματιζόμενο, απελευθερωμένο από το βάρος της παράδοσης, ενός αισθητικού «πρέπει». Στη σκηνή δοκιμάζονται ιδέες που μπορεί να οδηγήσουν άλλοτε σε ένα τρομερά ενδιαφέρον αποτέλεσμα και άλλοτε σε ένα αποτυχημένο εγχείρημα. Η Ελλάδα πάλι θεωρώ ότι είναι μια αστείρευτη δεξαμενή από ταλαντούχους, πηγαίους καλλιτέχνες. Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο το πόσες νέες ομάδες ξεπήδησαν στην Ελλάδα την εποχή της κρίσης.

– Σύμφωνα με τη δική σας εμπειρία, είναι εύκολο για έναν Έλληνα δημιουργό να κάνει νέα ανοίγματα-ξεκινήματα σε μία ευρωπαϊκή χώρα αυτή τη στιγμή;

Θα σας μιλήσω για τη Γερμανία όπου ζω. Σίγουρα δεν είναι εύκολο για έναν Έλληνα δημιουργό να κάνει νέα ανοίγματα-ξεκινήματα, ειδικά σε έναν χώρο όπως το θέατρο, στο οποίο ο ανταγωνισμός είναι ιδιαίτερα σκληρός. Αυτό που όμως οπωσδήποτε διέπει τους Γερμανούς στις επαγγελματικές τους σχέσεις είναι η αρχή της αξιοκρατίας. Είναι αλήθεια βέβαια, όσο και αν ακούγεται κλισέ, ότι οι Γερμανοί είναι εσωστρεφείς, διστακτικοί, σχεδόν απρόσιτοι σε πρώτο επίπεδο. Στην πορεία όμως, αν εκτιμήσουν τη δουλειά σου, η προσέγγισή τους αλλάζει.

– Θα θέλατε να μας πείτε σε ποιες κατευθύνσεις σκοπεύετε να κινηθείτε μελλοντικά;

Η τριλογία μας θα κλείσει φέτος με το νέο μου έργο «Eurexit», ένα θεατρικό πείραμα, εμπνευσμένο από την τραγωδία του Αισχύλου «Αγαμέμνων», που θα έχει πρεμιέρα τον Νοέμβριο στην Κολωνία.


Διαβάστε επίσης:

Ιφιγένεια, του Κώστα Παπακωστόπουλου για μια παράσταση στο Ίδρυμα Κακογιάννη