Ένα είναι σίγουρο… Η Josephine Angelini έχει έναν και μοναδικό σκοπό… να μας πεθάνει!  Ω, ναι φίλοι μου!

Της Γιώτας Παπαδημακοπούλου

Αν έχετε διαβάσει το «Χαμένοι Θεοί» και δεν έχετε προχωρήσει ακόμα στο «Καταραμένοι Θεοί», μπορείτε να υποθέσετε από το παραπάνω σχόλιο τι σας περιμένει ή τουλάχιστον, να πάρετε μια μικρή, πολύ μικρή γεύση. Γιατί αν ήταν σχεδόν αδύνατον να αφήσεις από τα χέρια σου το πρώτο βιβλίο της σειράς, ξεκινώντας να διαβάζεις το δεύτερο, το πιθανότερο είναι πως θα σηκώσεις το βλέμμα σου από τις σελίδες του μόνο όταν θα έχεις διαβάσει και την τελευταία και μάλιστα, με ένα ύφος συγχυσμένο από όλα εκείνα με τα οποία θα έχεις έρθει αντιμέτωπος καθ’ όλη την διάρκεια της ανάγνωσης και απορημένο καθώς θα είσαι βέβαιος πως η συγγραφέας αστειεύεται και δεν μπορεί να σε παρατάει σύξυλο στο συγκεκριμένο σημείο όπου πραγματικά το κάνει. Και όμως το κάνει και για κακή μας τύχη, θα πρέπει να περιμένουμε αρκετό καιρό ακόμα πριν να πάρουμε το τρίτο και τελευταίο βιβλίο της σειράς στα χέρια μας.

Η Έλεν έχει μάθει πλέον την αλήθεια για την καταγωγή της, για το ποια είναι και τι μπορεί να κάνει καθώς και για το ποια είναι η αποστολή που σύμφωνα με την προφητεία καλείται να εκτελέσει. Έτσι, κάθε βράδυ, κατεβαίνει στον κόσμο των νεκρών, στον Άδη, ψάχνοντας να βρει τον τρόπο εκείνο που θα απελευθερώσει τους Επίγονους από τον όρκο του αίματος, απελευθερώνοντάς τους από τις Ερινύες και επιτρέποντάς τους να ζήσουν ήρεμα και αρμονικά. Και ενώ ο Λούκας μοιάζει να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από κοντά της, η Έλεν συναντά τον Ωρίωνα ο οποίος, έχει έρθει για να την βοηθήσει να φέρει εις πέρας την αποστολή της και η κατάσταση, περιπλέκεται ακόμα περισσότερο με τους όλους τους Οίκους, να έχουν έρθει κοντά με έναν παράδοξο τρόπο, ανατρέποντας ισορροπίες και φέρνοντάς τους όλους πιο κοντά σε μια προφητεία την οποία δεν είναι σίγουροι πως να ερμηνεύσουν, την ίδια στιγμή που ο κόσμος των θνητών και θεών, μοιάζουν να βρίσκονται πιο κοντά από ποτέ.

Στους «Χαμένους Θεούς» η Josephine Angelini είχε εστιάσει την προσοχή της, τόσο στο συναισθηματικό κομμάτι της ιστορίας της, όσο και σε εκείνο της δράσης, συνυφασμένα πάντα με τους μύθους της αρχαίας Ελλάδας τους οποίους, ναι μεν σεβάστηκε, αξιοποίησε δε σε πραγματικό χρόνο του σήμερα ώστε να λειτουργήσει η αφήγησή της. Και αφού είδε πως η συνταγή αυτή απέδωσε, αποφάσισε να διατηρήσει την ίδια γραμμή με δύο μικρές διαφορές. Ενέτεινε ακόμα περισσότερο τα συναισθήματα των ηρώων της, θέτοντάς τους ακόμα μεγαλύτερα ερωτήματα για το ποιοι είναι, τι θέλουν και τι πρέπει να κάνουν ενώ παράλληλα, αύξησε ακόμα περισσότερο την δράση, κάνοντας το σύνολο τόσο περιπετειώδες που σου κλέβει κάθε ανάσα και είναι αδύνατον να το εγκαταλείψεις πριν να μάθεις τι θα συμβεί στο επόμενο κεφάλαιο, κάτι που επαναλαμβάνεται τελικά μέχρι να φτάσεις στο τέλος. Η αφήγησή της είναι γλαφυρή, πλούσια σε ουσιαστικές περιγραφές και αναλύσεις που δεν κουράζουν αλλά αντίθετα, βοηθούν στην πλήρη σχηματοποίηση εικόνων και καταστάσεων και ο ειρμός του λόγος της αν μη τι άλλο, σε αιχμαλωτίζει, δίνοντάς σου κάθε φορά, μόνο όσα χρειάζεται να ξέρεις.

Σε αντίθεση με το πρώτο βιβλίο της τριλογίας όπου η δράση τοποθετείται κατ’ εξοχήν στο θνητό επίπεδο, σε αυτό το δεύτερο βιβλίο, μεταφέρεται στην μεγαλύτερή του διάρκεια στον Κάτω Κόσμο. Αυτό είναι ένα στοιχείο που έχει ενδιαφέρον σε δύο επίπεδα. Πρώτα απ’ όλα εκεί, κανένας Θεός ή Επίγονος, δεν έχουν τις δυνάμεις τους άρα, καλούνται να αντιμετωπίσουν τους όποιους κινδύνους μόνο με τις ανθρώπινες δυνάμεις τους. Επιπλέον, η Έλεν, δεν μπορεί να δεχτεί τη βοήθεια κανενός πλην του Ωρίωνα καθώς, ο Άδης, είναι ένας κόσμος όπου δεν μπορεί καθένας να μπαινοβγαίνει ελεύθερα χωρίς να κινδυνεύει να χαθεί σε αυτόν. Αυτά τα στοιχεία, συνδυαστικά με την περιγραφική αφήγηση της συγγραφέως, που μοιάζει να ζωντανεύει με τις λέξεις έναν κόσμο που έχει δει, συνθέτουν ένα φόντο άκρως κλειστοφοβικό και άγριο από το οποίο δεν μπορείς εύκολα να ξεφύγεις ενώ μπορείς να παρασυρθείς σε δρόμους που ούτε καν ήξερες ότι μπορούσες να ακολουθήσεις. Οι ζωντανοί δεν έχουν θέση στον κόσμο των νεκρών και έτσι, το να βρεθείς εκεί, είναι σαν να ακροβατείς σε τεντωμένο σκοινί, ειδικά όταν ο θνητός σου χρόνος μετράει αντίστροφα.

Η Έλεν είναι Επίγονος, διάδοχος του Οίκου του Ατρέα και παράλληλα, η Καταβάτρια της προφητείας που μπορεί να απελευθερώσει από τον κύκλο εκδίκησης, όλους τους Επίγονους επιφέροντας την ειρήνη. Είναι μέρος μια προφητείας η οποία όμως, ίσως να είναι πιο πολύπλοκη απ’ όσο μπορεί οποιοσδήποτε να φανταστεί. Η ύπαρξη του Λούκας και του Ωρίωνα στη ζωή της καθώς και τα συναισθήματα που τρέφει για καθέναν από αυτούς, δεν είναι διόλου τυχαία αλλά, εξυπηρετούν έναν σκοπό που μόλις έχει αρχίσει να αποκαλύπτεται. Οι τρεις τους, μαζί με τους υπόλοιπους χαρακτήρες της ιστορίας, έχουν βρεθεί σε ένα κρίσιμο σημείο, σε μια καμπή όπου πρέπει, είτε να αφήσουν το ρεύμα να τους παρασύρει είτε να παλέψουν εναντίον του ώστε να ξεφύγουν από τη μοίρα που άλλοι επέλεξαν για εκείνους. Οι ισορροπίες φαντάζουν απίστευτα λεπτές και παρά το γεγονός ότι πλέον έχουμε όσες πληροφορίες είναι απαραίτητες για να ξεχωρίσουμε την αλήθεια από το ψέμα, το καθήκον από το θέλω, βρισκόμαστε σε εκείνη τη γραμμή όπου δεν ξέρουμε ποιον μπορούμε να εμπιστευτούμε αφού όλα γύρω μας αλλάζουν και τα κίνητρα του κάθε εμπλεκόμενου, δεν είναι τόσο ξεκάθαρα. Αναμονή για το 3ο και τελευταίο βιβλίο της σειράς που κυκλοφορεί στην Αμερική τον Μάιο με την ελπίδα οι εκδόσεις Λιβάνη να μην καθυστερήσουν την ελληνική έκδοση.