Πάντοτε αναρωτιόμουν γιατί ο Αλμπέρ Καμύ κατασπατάλησε το ταλέντο του στο θέατρο από τη στιγμή που όλοι οι σύγχρονοί του, ο Μπέκετ, ο Ιονέσκο ακόμα και ο Σαρτρ, έγραφαν καλύτερα θεατρικά έργα από αυτόν.

Από τον κουρνιαχτό της δραματουργίας του διασώζονται ίσως μόνο η «Παρεξήγηση» και ο «Καλιγούλας». Το πρώτο προήλθε από μια εγκιβωτισμένη ιστορία στον «Ξένο» του, όσο για τον Καλιγούλα απηχεί την ανάγκη του Καμύ να μιλήσει για το παράλογο και την εξέγερση, όπως ακρβώς μίλησε και τον «Μύθο του Σισύφου» και στον «Επαναστατημένο άνθρωπο». Επειδή όμως η φιλοσοφία με όλη την χάρη της δεν διαθέτει τη ζωντάνια του δράματος, ο γαλλοαλγερινός νομπελίστας έρχεται με τη δύναμη του αντικατοπτρισμού και της αλληγορίας να στηλιτεύσει τον παραλογισμό της απολυταρχίας αλλά και το όνειδος των δορυφόρων της. Τι θα κόστιζε δηλαδή αν στη θέση του Καλιγούλα τοποθετούσε κανείς τον Στάλιν; Πόσο απέχει η διάθεση για φάρσες και εκφοβισμό του Ρωμαίου αυτοκράτορα από την αντίστοιχη στάση του αιμοσταγούς Πατερούλη; Οι παραστάσεις του «Καλιγούλα» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, σ’ ένα χώρο βγαλμένο από μυθιστόρημα του 19ου αι. έχουν κάτι από την δροσερή ερμηνεία του Γιάννη Στάνκογλου