Οι εννέα ιστορίες που απαρτίζουν τη συλλογή Καιρός Σκεπτικός είναι γραμμένες με στόχο την επικαιρότητα. Γεμάτες αναφορές στην κρίση (για την αναγκαιότητα των …

οποίων δεν είμαι εντελώς σίγουρος), αλλά με μάλλον “ανεπίκαιρη” γραφή, οι περισσότερες ιστορίες είναι διάσπαρτες με ιδιώματα και τυπικά “ελληνική” γλώσσα

Απο τον Γιάννη Γαλιάτσο

Κατανοητή η επιλογή, και στηρίζεται απ\\’ το ότι η γλώσσα ταιριάζει στον πρωταγωνιστή της εκάστοτε ιστορίας.  Θα προτιμούσα μια λιγότερο βαρυφορτωμένη γλώσσα όμως – η Καρυστιάνη απέδειξε ότι μπορεί να γράφει και έτσι στο προηγούμενο μυθιστόρημα της “Τα σακιά” (το οποίο ήταν η πρώτη μου, ευχάριστη επαφή με τη συγγραφέα).

Οι ιστορίες της συλλογής έχουν έναν κοινό παρονομαστή: τη μοναξιά των πρωταγωνιστών και των πρωταγωνιστριών τους. Σχεδόν αθεράπευτη, εμμονική μέσα στο χρόνο, με κάθε δυνατή απόχρωση: μοναξιά από επιλογή, μοναξιά μέσα σε γάμο, ερωτική μοναξιά, η μοναξιά της τρέλας (και του πλησίον της), και δεν τελειώνει εδώ η λίστα.

Δεν είναι το μόνο κοινό στοιχείο όμως. Η Καρυστιάνη φορτώνει τους ήρωες και τις ηρωίδες της με κάθε είδους βάσανο και μιζέρια, από έναν δυστυχισμένο γάμο, light μικροαστικές ενοχές και έναν ανεκπλήρωτο έρωτα στην Αλβανία στο “Μπάρδο”, ένα ατύχημα που προδιαγράφει μια λειψή (δίχως ποδόσφαιρο) και μάλλον δυστυχισμένη ζωή στο “Γέρασες, μικρέ μου”, μια ζωή κενή από αγγίγματα (και με την ιδιαίτερη σημασία που έχει αυτό για την πρωταγωνίστρια) στα “Ψαρόνια”, το σωματικό και ψυχικό γήρας, την επερχόμενη φθορά – η Καρυστιάνη είναι γενναιόδωρη στις δυστυχίες που μοιράζει στους χαρακτήρες της. Φροντίζει όμως να αποφύγει το μάλλον εύκολο κατρακύλισμα στην αδράνεια και τον ζόφο, και χαρίζει σε αρκετούς ήρωες της έναν σπάνιο μηχανισμό επιβίωσης που χαρίζει σε μια ιστορία τον τίτλο “Η Σούλα δεν το βάζει κάτω”, που ενσωματώνει τη θλίψη και την απομόνωση, που τους κάνει να συνεχίζουν χωρίς να καταστρέφονται.

Το μοναδικό παράπονο που θα μπορούσα να έχω, εκτός απ\\’τη γλώσσα, είναι πως για μια συλλογή που φαίνεται προδιατεθειμένη να τονίσει μια επιβίωση – ζόρικη και απελπιστική πολλές φορές, πάντως επίβιωση –  εκτός μιας μικρής εξαίρεσης στην πρώτη ιστορία της συλλογής, υπάρχει ένας ομοιογενής ελληνικός χαρακτήρας, μάλλον κόντρα στην πραγματικότητα της ελλάδας του 2011, και κόντρα στο ποιοί (άλλοι) και πώς (αλλιώς) πλήττονται. Δε θα μπορούσε να απαιτήσει κανείς κάτι διαφορετικό απ\\’την συγγραφέα, αλλά θα μου φαινόταν ενδιαφέρουσα η επέκταση της γραφής της και σε λίγο πιο σκοτεινά σημεία, τα οποία η ελληνική λογοτεχνική παραγωγή ως επί το πλείστον αρνείται, ή φοβάται, ή δεν ενδιαφέρεται να καλύψει.

Η τελική γεύση της συλλογής, πάντως, είναι αυτή και της γενναιότητας και της σχετικής τιμιότητας στην απεικόνιση της δυστυχίας αλλά και του αντίβαρου της, χωρίς ιδιαίτερες ευκολίες, με ελάχιστο μελόδραμα, βραδείας καύσεως αλλά καύσεως πιο απογυμνωτικής από,τι έχει συνηθίσει ο μέσος αναγνώστης. Και αυτό μόνο θετικό μπορεί να είναι.

 

Η Ιωάννα Καρυστιάνη γεννήθηκε στα Χανιά το 1952 από Μικρασιάτες γονείς. Σπούδασε νομικά. Δούλεψε ως σκιτσογράφος. Βιβλία της: Με γκρι και γκρίζο, σκίτσα (Εκδόσεις Αίολος, 1985), Ένα σκίτσο στο τσεπάκι, σκίτσα (Εκδόσεις Αίολος, 1987), Η κυρία Κατάκη, διη­γήματα (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1995), Μικρά Αγγλία, μυθιστόρημα (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1997), Κουστούμι στο χώμα, μυθιστόρημα (Εκδόσεις Καστανιώ­τη, 2000), O άγιος της μοναξιάς, μυθιστόρημα (Eκ­δόσεις Kαστανιώτη, 2003), Σουέλ, μυθιστόρημα (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2006), Τα σακιά, μυθιστόρημα (Εκ­δόσεις Κα­στανιώτη, 2010), Καιρός σκεπτικός, διηγήματα (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011). Έχει επίσης γράψει το σενάριο της ταινίας «Nύφες» του Παντελή Βούλγαρη (Eκδόσεις Kαστανιώτη, 2004) και συνεργάστηκε στο σενάριο της ταινίας «Ψυχή βαθιά» του ίδιου σκηνοθέτη (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2009).