Ο Αλέκος. Γνωστός με το μικρό του όνομα σε όλους! Είναι ο Αλέκος των πρώτων μπαρ “Φεγγάρι” και “Μύκονος” που άνοιξε στην Πλάκα τη δεκαετία του ’60. Είναι ο Αλέκος του «Aleko’s Island» της δεκαετίας του ’80. Είναι ο Αλέκος το παιδί του Πειραιά που όσο αγαπούσε τη διασκέδαση άλλο τόσο αγαπούσε τη ζωγραφική.

Αυθόρμητα, όταν ήρθε η στιγμή να μιλήσουμε για τον τίτλο της μεγάλης αναδρομικής του έκθεσης, σκέφτηκα το “My Island”, εμπνεόμενος από το όνομα του μπαρ που είχε τα τελευταία χρόνια, το «Aleko’s Island»: ένα νησί που είχε δημιουργήσει για να υποδέχεται τον κόσμο που ήθελε να διασκεδάσει και να περάσει όμορφα. Θέλησα έτσι να αναφερθώ με την σειρά μου στο δικό του προσωπικό νησί που κατέφευγε για να ηρεμήσει, να χαλαρώσει και να ξεκουραστεί μέσα από τη ζωγραφική.

Ο Αλέκος Αμφιλόχιος γεννημένος στις 15 Μαΐου του 1935 όπως λέει ο ίδιος και όχι στις 18 Μαΐου όπως αναγράφεται στην ταυτότητά του, είναι σήμερα 82 χρονών, ζει κάτω από την Ακρόπολη των Αθηνών και ζωγραφίζει ασταμάτητα από παιδί. Ζωγραφίζει πάνω σε ότι βρει: ξύλα, χαρτόνια, πλακάκια, υφάσματα, καμβάδες, πιάτα, πόρτες και άλλα υλικά που θα μας έπαιρνε σελίδες να αναφέρουμε.

Η ζωγραφική του ανήκει στην κατηγορία τέχνης Ναΐφ -μία κατηγορία που χαρακτηρίζεται από μια παιδικού τύπου απλοϊκότητα, τόσο στην ύλη και το περιεχόμενο, όσο και στην τεχνική. Η προελευσή της είναι η Γαλλική λέξη naive που σημαίνει αφελής. Οι ιστορίες που αφηγείται ο Αλέκος μέσα από τα έργα του μόνο αφελείς δεν είναι. Η μοναξιά, η συντροφικότητα, τα ερωτικά παιχνίδια των ανθρώπων είναι από τα θέματα που τον απασχολούν. Όλα με φόντο τη θάλασσα ή την αγαπημένη του Ακρόπολη.

Γιώργος Τζάνερης – Καλλιτεχνικός διευθυντής genesis gallery


Η αυθεντικότητα του Αλέκου προκαλεί θαυμασμό. Ενας άνθρωπος οξυδερκής σε ένα σπάνιο κράμα εξωστρέφειας και στοχασμού, ο Αλέκος πρόσφερε επί χρόνια στην Αθήνα ένα χώρο ελευθερίας και διασκέδασης, ένα χώρο ποτισμένο με τη δική του αισθητική. Η ζωγραφική του που βγαίνει συγκινητικά προς τα έξω, είναι ένα τρυφερό «ναΐφ» αποτύπωμα που συνοψίζει, διευρύνει και εν πολλοίς επεξηγεί τον κόσμο του.

Νίκος Βατόπουλος – Δημοσιογράφος


“Aleko’s Island”

Γύριζα στους αέρηδες στα 18 μου, και τα βήματα μου με φέρανε σ’ ένα νησί…. Κάτω από μία κληματαριά που άφηνε το φως να περνά μέσα από τις τρύπες της φυλλωσιάς της. Σε μια γωνία ένας νέος έπαιζε στο πιάνο μια μελωδία που μου χάιδεψε τα αυτιά, ο Αλέκος στέκονταν στην απέναντι μεριά στο κέντρο του νησιού… Και ζωγράφιζε… Ζωγράφιζε …Και ζωγραφίζει ακόμα! Εγώ τουλάχιστον τον παρακολουθώ 45 χρόνια…

Μάριος Βουτσινάς – Εικαστικός


Το νησί του Αλέκου

«Το νησί είναι πολύ μικρό, αλλά η νεράιδα που το κατοικεί, μας καλεί ευγενικά να κάνουμε το γύρο: Γιουκάλι είναι η χώρα των πόθων μας, είναι η ευτυχία, είναι η απόλαυση, είναι η γη που αφήνουμε όλοι τα βάσανά μας, κι όπως μέσα στη νύχτα μια αστραπή, είναι το άστρο που ακολουθούμε. Αυτό είναι το Γιουκάλι. Είναι ο σεβασμός όλων των ευχών που ανταλλάξαμε, είναι ο χώρα των όμορφων ερώτων που μοιραστήκαμε, είναι η ελπίδα που φωλιάζει στην καρδιά όλων των ανθρώπων, είναι η λύτρωση που περιμένουμε όλοι αύριο.»

Κείμενο, Roger Fernay, μουσική, Kurt Weil, Παρίσι,1934.


Δεν ήξερα τότε αυτούς τους στίχους, αλλά κάθε βράδι, από το 1969 που πρωτοέβαλα το πόδι μου στο Μύκονος Μπαρ, με υποδέχτηκε ο Αλέκος και μου είπε «εσύ θα πίνεις πορτοκαλάδα!» Αυστηρά! Αλλά σα τη νεράιδα του τραγουδιού μας άνοιξε έναν κόσμο όπως τον περιγράφει κατά λέξη το κείμενο. Ήμουν 17 χρονών, ανήλικος. Κάθε βράδυ με το Ρομπέρτο στο πιάνο, περνούσαν όλα τα τραγούδια του κόσμου, οι έρωτες, οι συγκινήσεις. Περνούσαν οι καλλιτέχνες του Φεστιβάλ τα καλοκαίρια και όποια προσωπικότητα της τέχνης ή των γραμμάτων, μπερδευόταν οι χορευτές του Holliday in Ice με την Όπερα του Βερολίνου. Όλες οι ηλικίες, όλες οι κοινωνικές τάξεις, διακρίσεις ποτέ! Γλέντι, χορός, τραγούδι, σκέψεις, προβληματισμοί.

Εν μέσω Χούντας ήταν πράγματι μια γη της ελευθερίας όπου το μέλλον του καθενός έψαχνε μια προοπτική. Διακριτικά στους τοίχους ήταν πίνακες που πήρε καιρό ώσπου να καταλάβουμε πως ήταν του Αλέκου. Το πορτραίτο ενός όμορφου νεαρού που η ζωγραφική τον έκανε ακόμα πιο όμορφο, έγινε η αρχή για να μας πει ένα βράδυ ο Αλέκος, μαζί με την ιστορία του νεαρού που έφυγε δε θυμάμαι που, πως ο πίνακας ήταν δικός του. Αρχίσαμε να κοιτάμε γύρω γοργόνες, μοτίβα, έργα που δεν ήξερες αν ήταν αποσπάσματα ενός κόσμου παλιού, μυθικού, λαϊκού, ή οι προβολές ενός ζωγράφου που δεν αποφάσισε ποτέ να εγκαταλείψει την παιδικότητά του και παρέμενε μέχρι σήμερα ένα μεγάλο παιδί.

Κι η ζωή συνεχίστηκε, μεγαλώσαμε, από την Πλάκα πέρασε πίσω από τον Άγιο Διονύση, μετά στου Ψυρρή. Δεν άλλαξε ούτε το παιδί που δε μεγάλωσε, ούτε η νεράιδα που μας έκανε το γύρω του μικρού αυτού νησιού: κράτησε όλες τις ευχές που ανταλλάξαμε ζωντανές, συνέχισε να μας θυμίζει την αγάπη και τη χαρά μέσα σε χρόνια δύσκολα, περιπλανήσεις και φουρτούνες.

Αλλά η βάρκα έδινε και δίνει στις γοργόνες και τα όνειρα του Αλέκου, τη δύναμη να διασχίζει το χρόνο, να θυμόμαστε και να ζούμε στο παρόν αυτές τις όμορφες ώρες που αγαπηθήκαμε, που απέναντι στο μίσος και τη μιζέρια μιας κοινωνίας, στάθηκε η ελπίδα της λύτρωσης που ξεκινά κάθε πρωί, (συχνά σα να βγαινουμε ξενυχτησμένοι από το μπαρ του Αλέκου, που σ’ όλη την Ευρώπη είμαστε πολλοί, πάρα πολλοί, να κουβαλάμε στην ψυχή μας).

Ντένης Ζαχαρόπουλος – Ιστορικός Τέχνης


“My Island”

Μόλις επέστρεψα από την Κοπεγχάγη που ήμουν για μια ακόμα έκθεση μου & γράφω αυτό το κείμενο. Στο ξενοδοχείο μου μπροστά, χθες είχε ένα πάρτι, σε μία προβλήτα του λιμανιού με εκατοντάδες Δανούς να χορεύουν, να φλερτάρουν, να ΖΟΥΝ, να αισθάνονται, να ελπίζουν, να αγκαλιάζονται, με μουσική που με έκανε στα εξήντα μου χρόνια, καπνίζοντας στα κρυφά από το παράθυρο, μιας & όλα απαγορεύονται πλέον, να χορεύω & να γλυκαίνει η ψυχή μου.

Αλέκο μου με τη ζωγραφική σου & με την προσωπικότητα σου, είσαι ακριβώς αυτή η στιγμή. Αντιπροσωπεύεις μια γενιά, που χαμογελούσε στο μέλλον της, στους έρωτες της & στις ελπίδες της. Σε μια Αθήνα / Ελλάδα, που τότε κατά το τέλος της δεκαετίας του 70, όταν ήρθα στο ‘Our Island’, νόμιζα………..!!! Σε ευχαριστώ γιατί όποτε σε σκέπτομαι, μου βγαίνει με πλατύ χαμόγελο & γλύκα.

Βασίλης Καρακατσάνης – Ζωγράφος


Πρόσφατα, ο Αλέκος, χρειάστηκε να νοσηλευθεί. Πριν πάω στη δουλειά, ή γυρνώντας, περνούσα να τον δώ. Κάποια στιγμή μου είπε, «Τι έρχεσαι και ξανάρχεσαι, άντε πήγαινε σπίτι σου». Του εξήγησα πως δεν πήγαινα να τον συνδράμω αλλά να με συνδράμει. Αυτή η αίσθηση διαρκούς γιορτής που αποπνέει είναι εξ ίσου παρούσα και ιαματική στη ζωγραφική του που -παραφράζοντας τους Φλαμανδούς- θα χαρακτήριζα, «Κήπο των Μικρών κι Αιωνίων Επιγείων Ηδονών».

Γιάννης Κοκκιασμένος – Ηθοποιός


«Η δυνατότητα ενός νησιού» καταμεσής της Αθήνας.

Η δυνατότητα της ζωγραφικής ως μικρής χαρμόσυνης λευκής σημαίας του νου.
Η δυνατότητα του ζωγράφου να κολυμπά σε έναστρα νερά, να σκαρφαλώνει ξέξασπρους κίονες, να οργώνει μύθους, να ζυμώνει χρώματα.
Η δυνατότητα του Αλέκου να ποιεί και να ονειρεύεται.

Ίρις Κρητικού – Ιστορικός τέχνης


Ο Αλέκος, συλλαμβάνει κι αντιπαραβάλλει παραδοσιακές Ελληνικές εικόνες και χρώματα σε υψηλού ύφους- και συχνά ερωτικές – βινιέττες, δημιουργώντας σκηνές οικίες και νοσταλγικές μα ταυτόχρονα έντονες και φορτισμένες.

Ισχνοί, αθώοι κι αισθητικοί, οι πίνακές του μας αποκαλύπτουν έναν κόσμο – δικό του ή δικό μας παραμένει αίνιγμα – ως φαντασίωση της μνήμης και της επιθυμίας.

Διονύσιος Μπούζος – Art Collector


..Συγκρατώ το καλοκαιριάτικο γαλάζιο, την περιπαικτική διάθεσή του απέναντι στην πραγματικότητα που μεταμορφώνεται σε δημιουργική ειρωνεία, την γνώση να αποτυπώνει τη νεότητα ως αδιαπραγμάτευτα επίκαιρη και τη φρεσκάδα των αναμνήσεων των σχημάτων πέρα από κλισέ. Με τρυφερότητα κι άλλο τόσο με επιδέξιο σεβασμό στην περιπέτεια της νοσταλγίας.

Γιάννης Ξανθούλης – Συγγραφέας


Τον Αλέκο Αμφιλόχιο τον γνώρισα την άνοιξη του 2009 στην πλατεία Αγίας Ειρήνης με έναν εσπρέσο στο χέρι και τα ψώνια της ημέρας από τη Βαρβάκειο. Είχε ένα τρόπο μοναδικό να συνομιλεί με τον άγνωστο κόσμο, έναν τρόπο οικείο και συνάμα παράδοξο, ξεχώριζε μέσα στον κόσμο· η λοξή ματιά του, τα πειράγματα και τα σχόλιά του, σου κέντριζαν το ενδιαφέρον να μάθεις περισσότερα γι’ αυτόν τον ευθυτενή, sui generis άνδρα, που έμοιαζε να μην έχει ηλικία, να δεις με τα αεικίνητα μάτια του και να αφεθείς να σε ξεναγήσει στη γειτονιά του και στους ανθρώπους της.

Έτσι και η τέχνη του, έρχεται από ένα άχρονο βάθος, «ναΐφ» και δισδιάστατη, επαναδιαπραγματεύεται κατά κύριο λόγο τον Αθηναϊκό χώρο και χρόνο, στέκεται στην Ακρόπολη και τα σοκάκια της, στα μακρά ελληνικά καλοκαίρια, στο θάμβος της διάχυτης επιθυμίας, στην ενατένιση μιας μοναχικής γυναικείας φιγούρας σε ένα αστικό σαλόνι. Ο Αλέκος Αμφιλόχιος μέσα από το παιχνίδι της δημιουργίας και την αρετή της εμβριθούς παρατήρησης, καταβυθίζεται στο λοξό και κατορθώνει να μετουσιώσει το ανοίκειο, σε οικείο και παντοτινό.

Κάλλια Παπαδάκη – Συγγραφέας


Παίζουν μπάλα στα ρηχά της θάλασσας και πίσω τους το ψαροχώρι.
Κωπηλατούν αργά, στο ελαφρύ κυματάκι.
Ποδηλατούν στο ξέφωτο, γύρω τους δέντρα, πίσω τους ο μικρός αρχαίος ναός.
Λιάζονται γυμνοί στην παραλία.

Απολαμβάνουν μια μπύρα στο ταβερνάκι, άλλοι γυμνοί, άλλοι ντυμένοι και πίσω τους ο Παρθενώνας.
Μια φέτα καρπούζι τους περιμένει στο σπίτι, μπροστά απ’ το ανοιχτό παράθυρο, κι απ’ το περβάζι ξεπροβάλει το σκυλί τους, για να τους υποδεχθεί.

Στο κέντρο πάντα οι άνθρωποι. Πίσω τους ένας αρχαίος ναός, έργο των ανθρώπων. Γύρω τους μια ήρεμη θάλασσα, ένας χαμηλός λόφος, ένας γαλανός ουρανός. Και το σκυλί.

Καμιά φορά, ένα πλαίσιο, μέσα στον πίνακα, επιχειρεί να τους περιορίσει αλλά δεν τα καταφέρνει, το ξεπερνούν φυσικά κι αβίαστα, δεν χωρούν στο “κάδρο”.
Χορεύουν. Αν το θελήσουν ίπτανται μ’ ευλυγισία.
Καμιά φορά είναι άγγελοι που φέρνουν δώρα.

Δεν γελούν ούτε κλαίνε, χαμογελούν μονάχα κι όταν μας κοιτούν στα μάτια, το βλέμμα τους είναι γλυκό, στοχαστικό και ήρεμο.

Οι ήρωες του Αλέκου του μοιάζουν: είναι άνθρωποι που αγαπούν τον άνθρωπο και τα έργα του και τον δοξολογούν.

Ο κόσμος που μας προτείνει ο Αλέκος είναι ένας κόσμος που μέσα του “Όποια κι αν είναι η ερώτηση, η απάντηση είναι πάντα ο άνθρωπος. (Αντρέ Μπρετόν)

Ελισάβετ Χρονοπούλου – Σκηνοθέτης