Νιώθω εξαιρετικά μπερδεμένη! Αισθάνομαι μια βαθιά εσωτερική σύγχυση και παρά που έχω ξεκινήσει να γράφω το εν λόγω κείμενο δέκα φορές, άλλες τόσες το έχω σβήσει.

Είναι μία από τις φορές εκείνες που σκέφτομαι πως είναι καλύτερα να μην σου αρέσει κάτι υπερβολικά πολύ. Αν δεν δεθείς μαζί του, μπορείς να είσαι πιο αντικειμενικός και κυρίως, να το σχολιάσεις πιο αμερόληπτα και χωρίς να αντιμετωπίσεις δυσκολίες. Από την άλλη, το να είναι ένα βιβλίο πραγματικά καλό, σε σημείο που να μην ξέρεις πως να εκφραστείς γι’ αυτό, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ευλογίες για ένα φανατικό αναγνώστη. Και, ναι, μπορεί να μας είναι πιο εύκολο να μιλάμε και να κρίνουμε αυτά που δεν μας αρέσουν, η πραγματική πρόκληση όμως έρχεται όταν βρίσκεται στην αντίπερα όχθη. Σε αυτήν βρίσκομαι σήμερα και από την θέση αυτή θα προσπαθήσω να μιλήσω.

Η αδυναμία που έχω στην πένα του κύριου Καλπούζου είναι πλέον γνωστή. Άλλωστε, δεν προσπάθησα ποτέ να την κρύψω. Επιπλέον, έχω αδυναμία στον ίδιο τον άνθρωπο και αν το σχόλιο αυτό φαντάζει άτοπο, σας διαβεβαιώ πως καθόλου έτσι δεν είναι. Αν ένας άνθρωπος δεν έχει ποιότητα, δεν μπορεί να γράψει όπως ο κύριος Καλπούζος, εξού και συγγραφείς του δικού του εύρους υπάρχουν λίγοι, εξού και τα βιβλία του αγαπιούνται απ’ όποιον και να τα διαβάσει, όσο απαιτητικός αναγνώστης και αν είναι. Το «Ιμαρέτ», που πρόσφατα επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός, έχει πουλήσει πάνω από 100.000 αντίτυπα ενώ έχει κερδίσει και το Βραβείο Αναγνωστών, και όχι άδικα. Γιατί το «Ιμαρέτ» δεν είναι απλά ένα ακόμα ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά το καθρέφτισα μιας κοινωνίας, είναι οι άνθρωποί της βαλμένοι στο μικροσκόπιο, οι μικρές πτυχές της καθημερινότητάς τους που τις κάνουν τόσο μοναδικές, χαρίζοντάς μας μια αλήθεια πίσω από τις εικόνες και τις λέξεις που όλοι μας γνωρίζουμε, έχουμε δει, έχουμε ακούσει.

Θεωρώντας πως η περίληψη του βιβλίου επαρκεί, και μην θέλοντας να φλυαρήσω σε σχέση με την πλοκή -κινδυνεύοντας παράλληλα να αποκαλύψω πράγματα που δεν θα έπρεπε να μάθετε από τρίτους αλλά να τα ανακαλύψετε μόνοι σας- θα σταθώ σε άλλα πράγματα, πολύ πιο ουσιώδη. Ένα από αυτά είναι οι χαρακτήρες της ιστορίας αυτής, που κατά την ταπεινή μου άποψη αποτελούν το μεγάλο προτέρημα του βιβλίου. Άρτια δομημένοι, εξαιρετικά σκιαγραφημένοι, με το ψυχογράφημά τους να ξετυλίγεται και να αναπτύσσεται ομαλά και εξελικτικά, χωρίς βιασύνες ή επιπολαιότητες, χωρίς καμία προσπάθεια φτηνού εντυπωσιασμού για να κερδηθούν δήθεν εντυπώσεις. Χαρακτήρες ειλικρινείς, ξεκάθαροι, ταγμένοι στο φως ή το σκοτάδι, ή ακόμα και στο ημίφως, επειδή δεν είναι τα πάντα σε αυτή τη ζωή λευκό ή μαύρο. Άνθρωποι με τα δικά τους θέλω, τα δικά τους πάθη, τις δικές τους αλήθειες, που σε κερδίζουν και που κάνουν την αφήγηση της ιστορίας αυτής ακόμα πιο γοητευτική και αυτό γιατί, δεν είναι απλά Ιστορία, αλλά η δική τους ιστορία.

Ο συγγραφέας έχει επιλέξει να χρησιμοποιήσει και πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μια επιλογή αρκετά τολμηρή για ένα μυθιστόρημα όπως είναι το «Ιμαρέτ» που όμως, αποδίδει τα μέγιστα και τελικά καταφέρνει να λειτουργήσει άκρως θετικά, προκαλώντας το συναίσθημά μας, χωρίς όμως να το εκβιάζει. Τόποι, ήθη, έθιμα, παραδόσεις, θρησκευτικές δοξασίες, προσωπικές αλήθειες αλλά και τα πρέπει γενεών διαφορετικών μεταξύ τους που καλούνται να συνυπάρξουν, όλα ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια μας και νοερά ταξιδεύουμε για να βρεθούμε κοντά στους πρωταγωνιστές μας, σαν να παρακολουθούμε στα κρυφά την εξέλιξη της ζωής τους πίσω από ένα μαγικό παραπέτασμα, με ήχους παράξενους και γοητευτικούς να φτάνουν στ’ αφτιά μας, και μυρωδιές ξένες μα και τόσο οικείες να πλημμυρίζουνε το είναι μας. Δεν θέλω να πω περισσότερα, όχι γιατί δεν μπορώ, αλλά γιατί δεν χρειάζεται. Αρκεί να διαβάσετε το «Ιμαρέτ» και θα καταλάβετε. Είμαι βέβαιη πως ο νους σας θα γεμίσει εικόνες, η ψυχή σας συναισθήματα, και η καρδιά σας θα χτυπήσει λίγο πιο γρήγορα.

Το βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου, Ιμαρέτ, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.