Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών παρουσιάζει σε απευθείας μετάδοση από το Εθνικό Θέατρο της Βρετανίας

 

την παράσταση «Η τελευταία των Χάουσμαν» την Πέμπτη 11 Οκτωβρίου, 9μ.μ.

Πρώην χίπισσα, αναρχική, αλλά μεγάλη πια, η μεγαλοαστή Τζούντι Χάουσμαν παραμένει καθηλωμένη στη δεκαετία του 60, μέσα στο ξεχαρβαλωμένο Art Deco εξοχικό της στις ακτές του Ντέβον. Μετά από μια περιπέτεια υγείας επανασυνδέεται με τα παιδιά της, τον Νικ και την Λίμπι και την εγγονή της, την Σάμερ και μαζί με τον τοπικό γιατρό και έναν έφηβο γείτονα μοιράζονται μερικούς θυελλώδεις μήνες συνύπαρξης, σε ένα χαοτικό σύμπαν έλξης και απώθησης από το αλκοόλ, τις παρορμήσεις, τους παλιούς και επίμονους θυμούς, τον ελεύθερο έρωτα και την αποτυχία.

H ‘τελευταία των Χάουσμαν’ είναι η δεύτερη (μετά το «Ποιος Σκότωσε τον Σκύλο τα Μεσάνυχτα ;») της φετινής σειράς μεταδόσεων από το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας,  που το Μέγαρο Μουσικής για τρίτη συνεχή χρονιά προσφέρει στο αθηναϊκό κοινό, σε συνεργασία με την Βρετανική Πρεσβεία και το Βρετανικό Συμβούλιο.

Ηθοποιός ο ίδιος και σεναριογράφος, ο  Στίβεν Μπέρεσφορντ, με αυτό το πρώτο του θεατρικό, προσθέτει τη δική του διασκεδαστική διάγνωση για την επαναστατημένη γενιά του 60 και μπαίνει στην παρέα των συγγραφέων, που τα τελευταία χρόνια ρίχνουν τον προβολέα τους σε αυτή τη δεκαετία που σάρωσε ήθη και νοοτροπίες αιώνων.

Η εκπληκτική Τζούλι Γουώλτερς επιστρέφει στο Εθνικό μετά από απουσία δώδεκα χρόνων και μαζί με δύο από τους κορυφαίους  ηθοποιούς της γενιάς τους, την Έλεν Μακρόρι και τον Ρόρι Κινίαρ, στους ρόλους των παιδιών της, συμμετέχει σε αυτό το συναρπαστικά διασκεδαστικό, μελαγχολικό και εξωφρενικό έργο, που επιχειρεί να δείξει την άλλη όψη του νομίσματος και να διατυπώσει μια σύνθετη άποψη: Η εμμονή στα παλιά ιδανικά της αγάπης, της ειρήνης και της επανάστασης, αλλά και του ατομικισμού, μπορεί να είναι εξίσου βλαπτική με τη σύμβαση και να υπονομεύει εξίσου,  συναισθηματικά και ψυχικά, την επόμενη γενιά.

Η Τζούντι Χάουσμαν κηρύσσει ακόμα το επαναστατικό της ευαγγέλιο, αυτό που την είχε πείσει, μισό αιώνα πριν, ότι ήταν μια συγκλονιστική ιδέα να παρατήσει τα παιδιά της σε έναν αυταρχικό παππού, για να συναντήσει ένα οργιαστικό κοινόβιο, κάπου στην Ινδία. Μισό αιώνα μετά, μέσα στο σαραβαλιασμένο εξοχικό της, συναντάει τις ερινύες της, τη θυμωμένη και απελπισμένη κόρη της, τον πρώην ναρκομανή και ακόμα πιο απελπισμένο γιό της και την ανελέητη νεαρή εγγονή της. Μαζί τους κυκλοφορεί αδιέξοδα σε ένα συναισθηματικό, αλλά και κυριολεκτικό χάος.  

«Η τελευταία των Χάουσμαν» είναι ένα οικογενειακό πορτρέτο-μεταφορά για μια γενιά, που πίστεψε με παραφορά στην ελευθερία, την ταύτισε με την πρόοδο, την αναζήτησε με έναν αδιάλλακτο ατομικισμό και την απόλαυσε με τον θρίαμβο της ατομικότητας. Τώρα που η Δύση ζει μια ζοφερή και μεταμορφωτική υποχώρηση, φαίνεται ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να αναζητήσει τις ρίζες του κακού σε εκείνη την εποχή. Το έργο του Μπέρεσφορντ μοιάζει με απάντηση στο “Love, Love, Love”, του Μάικλ Μπάρτλετ, τη μεγάλη περυσινή επιτυχία του Ρόγιαλ Κόρτ. Κι εδώ ο συγγραφέας «δίκαζε» τα παιδιά των λουλουδιών, που απόλαυσαν ένα μεγάλο πάρτι και άφησαν το χάος της επόμενης ημέρας στα παιδιά τους.

Ο Ντόμινικ Κάβεντις, γράφει στην Τέλεγκραφ, ότι «Η τελευταία των Χάουσμαν» δεν θα είναι η τελευταία φορά που ένας συγγραφέας θα αποπειραθεί να αναλύσει αυτό το περίεργο πλήθος του 60, που σιγά-σιγά, μελαγχολικά χάνεται μέσα στην ομίχλη του χρόνου».

Οι κριτικοί θεωρούν τον Στίβεν Μπέρεσφορντ συγγραφέα που υπόσχεται πολλά και επαινούν τη σκηνοθεσία του Χάουαρντ Ντέηβις για τις εξαιρετικές ερμηνείες που αποσπάει από τους ηθοποιούς. « Η Τζούλι Γουώλτερς» , γράφει ο κριτικός του Γκάρντιαν, Μάικλ Μπίλινγκτον, « έχει μια τέλεια αίσθηση του κωμικού και ερμηνεύει τη Τζούντι με το χιούμορ και την τρέλα που ταιριάζει στην εποχή και το ρόλο της. Αλλά το πρόσωπο της βραδιάς είναι η  Έλεν Μακρόρι, η κόρη που αντιμετωπίζει τη μητέρα της με επιθετικό θυμό και με οργισμένη τρυφερότητα ενώ ο Ρόρι Κινίαρ, ο πρώην τζάνκι γιός, αποδίδει έξοχα την αίσθηση της σπαταλημένης εξυπνάδας και ικανότητας».

«Το έργο κλείνει πολλές φορές το μάτι στον Τσέχοφ και ιδιαίτερα στον Βυσσινόκηπο», υποστηρίζει ο Πολ Τέιλορ του Ιντιπέντεντ, άποψη που συμμερίζονται και άλλοι κριτικοί. «Είναι μια κωμική και ταυτόχρονα στοχαστική ματιά στη διφορούμενη κληρονομιά που άφησαν στα δικά τους παιδιά, τα παιδιά που άλλαξαν τον κόσμο. Το θέμα της ιδιοκτησίας κυριαρχεί εδώ με το σχήμα ενός μεγάλου, σμπαραλιασμένου παραθαλάσσιου εξοχικού, γεμάτο κουρελιασμένα πανιά, ινδικά υφάσματα και ετερόκλητα αναμνηστικά από γκουρού και εραστές». Η κόρη θέλει να μάθει αν θα το κληρονομήσει, ο γιός ζει με ψίχουλα και περιμένει κι αυτός τι θα απογίνει το σπίτι και η πρώην χίπισσα Τζούντι εξακολουθεί να πιστεύει ότι η ιδιοκτησία είναι μια μορφή έμμεσου ελέγχου από την κυβέρνηση. Συνεννόηση ανέφικτη.
 

Σκηνοθεσία:  Χάουαρντ Ντέιβις
Σκηνικό: Βίκι Μόρτιμερ
Με την Τζούλι Γουώλτερς σε μια συναρπαστική ερμηνεία με χιούμορ και ακραίο πάθος

 

Με αγγλικούς υπότιτλους