Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών παρουσιάζει τη Φιλαρμονική της Αγίας Πετρούπολης για τρεις βραδιές την Πέμπτη …

22, την Παρασκευή 23 και το Σάββατο 24  Νοεμβρίου στις 20.30 στην αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης.

Η παλιότερη και η πιο ρωσική από τις ρωσικές μεγάλες ορχήστρες προσγειώνεται για τρεις βραδιές στην Αθήνα, με τον θρυλικό μαέστρο της Γιούρι Τεμιρκάνοφ, τον  διάσημο συνεργάτη του Νικολάι Αλεξέεφ και τρεις από τους κορυφαίους πιανίστες της εποχής μας, τον Νέλσον Φρέιρε, την Ελίσο Βιρσαλάτζε και τον Γιώργο-Εμμανουήλ Λαζαρίδη, σε μια πλούσια γιορτή ρομαντικών και μοντέρνων ήχων με την ξεχωριστή σφραγίδα αυτού του ιστορικού μουσικού θεσμού.

Η Φιλαρμονική της Αγίας Πετρούπολης είναι μια μεγάλη ορχήστρα, αλλά δεν μοιάζει με καμία, γιατί πέρα από την υψηλή ποιότητα και το ταλέντο των μουσικών της, διαθέτει κάτι μοναδικό: τον δικό της, απόλυτα ρωσικό ήχο, βαθύ, γήινο, αισθησιακό και θελκτικό, γεμάτο ενέργεια και ζωηρά χρώματα. Είναι μια ορχήστρα που επιμένει στις ρίζες της, δίνει μια καινούργια, αδρή ζωή στα έργα και δημιουργεί μια ακαταμάχητη συγκίνηση στη σκηνή.

Αποκλειστικός Χορηγός της Σειράς Μεγάλες Ορχήστρες –  Μεγάλοι Μαέστροι είναι η Εθνική Τράπεζα:

Το Κοντσέρτο για πιάνο αρ 2 του Γιοχάνες Μπραμς και η Συμφωνία αρ 10 του Ντμίτρι Σοστακόβιτς είναι τα έργα που θα ερμηνεύσει η ορχήστρα την πρώτη βραδιά (22/11) με σολίστ τον Νέλσον Φρέιρε. Η Κλασική Συμφωνία του Σεργκέι Προκόφιεφ και το Κοντσέρτο για πιάνο του Ρόμπερτ Σούμαν και η Συμφωνία αρ.8 του Αντονιν Ντβόρζακ είναι τα μουσικά κομμάτια της δεύτερης βραδιάς (23/11) με σολίστ την Ελίσο Βιρσαλάτζε ενώ στην τρίτη συναυλία (24/11) θα ακουστούν το Κοντσέρτο για πιάνο αρ 1 του Γιοχάνες Μπραμς και η Συμφωνία αρ 4 του Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι, με σολίστ τον Γιώργο Εμμανουήλ Λαζαρίδη και τον Νικολάι Αλεξέεφ στο πόντιουμ. Ο Γιούρι Τεμιρκάνοφ θα διευθύνει τις δύο πρώτες συναυλίες.

«Όσο καλή ακουστική και αν διαθέτει μια αίθουσα είναι αδύνατο να ανταποκριθεί στον ήχο των εγχόρδων αυτής της ορχήστρας, που μοιάζει να έρχεται από κάποια  μυστική πηγή και να διαχέεται με μια πυκνή  και έντονη λάμψη» έγραψε ο κριτικός των Νιού Γιόρκ Τάιμς, Μπέρναρντ Χόλαντ, μετά από μια συναυλία της Φιλαρμονικής στο Κάρνεγκι Χολ. «Αυτός ο ρωσικός μουσικός θεσμός προσφέρει μια έξοχη εναλλαγή στην ομογενοποιημένη κομψότητα των δυτικών συμφωνικών ορχηστρών. Είναι μια καλλονή διαφορετική και η τονική της ομορφιά την ξεχωρίζει από τα άλλα σύνολα».

Ο Γιούρι Τεμιρκάνοφ, (1938 Λένινγκραντ) ένας από τους διασημότερους Ρώσους μαέστρους και κορυφαίος της ρωσικής παράδοσης, διαδέχτηκε στο τιμόνι της ορχήστρας το 1988, τον θρυλικό Γιεβγένι Μραβίνσκι, μουσικό της διευθυντή και μαέστρο επί μισό αιώνα. Δυναμικός και επιβλητικός  θεωρείται ο κατ’ εξοχήν Ρώσος διευθυντής ορχήστρας και ένας από τους πιο επικοινωνιακούς, με συναρπαστική σχέση με τους μουσικούς. Επιδιώκει τη συγκίνηση και όχι την τελειότητα. «Το κοινό συγκινείται από τη μουσική όταν αισθάνεται ότι αυτό που ακούει γεννιέται εκείνη τη στιγμή. Αν ψάχνεις για την άψογη εκτέλεση, τότε ο ήχος είναι νεκρός».

Διευθύνει χωρίς μπαγκέτα, με μεγάλες κυκλικές κινήσεις των χεριών και προσφέρει στο κοινό φρέσκες και συναρπαστικές εκτελέσεις, πάντα με μια ρωσική πινελιά, ανεξάρτητα από τον συνθέτη. Απρόβλεπτος και άνθρωπος με ισχυρές αρχές κάνει κάτι μόνο αν του αρέσει, αιφνιδιάζει συχνά με τις επιλογές του, όπως το 2000 που κατέπληξε τον μουσικό κόσμο όταν δέχτηκε να αναλάβει τη Συμφωνική της Βαλτιμόρης, μια ορχήστρα που δεν ανήκε στο πάνθεον των μεγάλων πέντε αμερικανικών ορχηστρών. Την άφησε το 2006 καλύτερη από όσο τη βρήκε και με εξαίρεση αυτό το διάλειμμα, ο Τεμιρκάνοφ  είναι ο μαέστρος που έχτισε την καριέρα του κυρίως στη Ρωσία, παρά του ότι είναι συχνά καλεσμένος και περιζήτητος μαέστρος στις μεγάλες ορχήστρες της Ευρώπης, της Ασίας και των ΗΠΑ.

Ο Νικολάι Αλεξέεφ (1956 Μόσχα) εκλεκτός και βοηθός του Γιούρι Τεμιρκάνοφ, είναι από το 2000 ο κορυφαίος μαέστρος της Φιλαρμονικής της Αγίας Πετρούπολης  και προσεγγίζει τη μουσική με έναν τρόπο διαφορετικό, αλλά συμπληρωματικό με εκείνον του μέντορά του. Επιμένει ιδιαίτερα στην επεξεργασία του ήχου και στην τεχνική της ορχήστρας και δεν ενδιαφέρεται για τις έντονες εντυπώσεις. «Ό,τι έχω να πω το λέω με τη μουσική. Σέβομαι όσους αγαπούν τη σκηνή, αλλά εγώ δεν έχω τέτοιες προτιμήσεις. Εγώ αγαπάω την ορχήστρα».
 

Με σπουδές στη διεύθυνση ορχήστρας, αλλά και στη διεύθυνση χορωδίας, ο Αλεξέεφ, προτιμάει τους κλασικούς της συμφωνικής μουσικής και τις μεγάλες ορχήστρες, έχει ιδιαίτερη αδυναμία στους Βιεννέζους κλασικούς, αλλά και στον Τσαϊκόφσκι, τον  Μάλερ και τον Σοστακόβιτς, έχει διακριθεί για τη δουλειά του στις συμφωνίες του Μπραμς και στα κοντσέρτα για πιάνο του Ραχμάνινοφ και συχνά διευθύνει πρεμιέρες σύγχρονων Ρώσων συνθετών. Στα προγράμματά του περιλαμβάνει μουσικές διαφορετικών εποχών και ύφους και διανύει άνετα τις αποστάσεις από τον Χάιντν και τον  Μότσαρτ στον Λιστ και τον Ροσίνι και από εκεί στον Έλγκαρ και τον Σένμπεργκ.

Ο Αλεξέεφ ήταν για δέκα χρόνια κορυφαίος μαέστρος της Φιλαρμονικής του Ζάγκρεμπ (2001-2010), έχει διευθύνει πολλές από τις μεγάλες και ιστορικές ορχήστρες στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, την Ορχήστρα του Θεάτρου Μπολσόι της Μόσχας ενώ  πρόσφατα ανέλαβε τη Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Εσθονίας, το αρχαιότερο σύνολο των βαλτικών χωρών.

Ο Νελσον Φρέιρε (1944 Ρίο ντε Τζανέιρο) είναι ένας συγκλονιστικός πιανίστας, που για πολλά χρόνια έκανε μια αθόρυβη καριέρα –εκτός από μερικές εμφανίσεις του με τη Μάρθα Άργκεριχ-  και έγινε δραστήριος σχετικά πρόσφατα κερδίζοντας την απόλυτη κατάφαση κριτικών και κοινού. «Έχει το χάρισμα να γλιστράει μέσα στο δέρμα κάθε κομματιού, δεν παρασύρεται ποτέ από την επιφανειακή λάμψη της μουσικής ή τον πειρασμό της δεξιοτεχνίας, ψάχνει μόνο για τη μουσική αλήθεια και παίζει με ευαισθησία, λεπτότητα και αποχρώσεις που δεν ανταποκρίνονται στο στερεότυπο του εκκωφαντικού βιρτουόζου», έγραψε το περιοδικό Νιού Γιόρκερ μετά από ένα πρόσφατο ρεσιτάλ του στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

Στις αποσκευές του έχει μια από τις πιο εξαιρετικές ηχογραφήσεις των Νυχτερινών του Σοπέν (Decca), «ένας μαγικός συνδυασμός στοχαστικής ομορφιάς, αδιόρατων σκιών και αστραφτερών χρωμάτων», κατά το Μουσικό περιοδικό του BBC.

 
Ο Σβιατοσλάβ Ρίχτερ είχε πει ότι οι ερμηνείες της Ελίσο Βιρσαλάτζε ( 1942 Τιφλίδα) γίνονται συχνά το μέτρο για τους άλλους πιανίστες, «είναι ίσως η κορυφαία πιανίστα της εποχής μας, μια ξεχωριστή καλλιτέχνης».  Η Γεωργιανή πιανίστα αγαπάει με πάθος τους συνθέτες του τέλους του 18ου αιώνα και του 19ου  -Μότσαρτ, Μπετόβεν, Σοπέν, Σούμαν-  είναι διάσημη για το ευρύ ρεπερτόριό της, που περιλαμβάνει και Ρώσους σύγχρονους συνθέτες, εμφανίζεται σε όλο τον κόσμο σε ρεσιτάλ, αλλά και με μερικές από τις μεγάλες ορχήστρες και με διάσημους μαέστρους, της αρέσει η μουσική δωματίου και  συνεργάζεται συχνά με την τσελίστα Νατάλια Γκούτμαν, το Κουαρτέτο Μποροντίν και το Κουαρτέτο Τανέγιεφ.

Σπούδασε στο Ωδείο της Μόσχας κοντά στον Χάινριχ Νοϊχάους και τον Γιάκοβ Ζακ, που την επηρέασαν βαθειά και τη μύησαν στη μουσική παιδαγωγική  παράδοση της Ρωσίας. Γι αυτό έχει αναγνωριστεί και ως κορυφαία δασκάλα με μόνιμες θέσεις στο Ωδείο της Μόσχας και στο Πανεπιστήμιο Μουσικών και Παραστατικών Τεχνών του Μονάχου.

Ο Γιώργος Εμμανουήλ Λαζαρίδης (1978 Θεσσαλονίκη) μπήκε από πολύ νέος στο σύμπαν των μεγάλων μουσικών και διακρίθηκε νωρίς μέσα, αλλά και έξω από τα ελληνικά σύνορα.  Οι κριτικοί  έχουν ξεχωρίσει τον Έλληνα πιανίστα, συνθέτη και αυτοσχεδιαστή για τις «ιδιαίτερες, πέρα από κάθε σύγκριση ερμηνείες του, που έχουν έντονο δράμα, δύναμη και πυκνότητα και ξεχωρίζουν ακόμα και αν τις συγκρίνεις με θρυλικούς πιανίστες όπως ο Χόροβιτς, η Άργκεριχ, ο Μπρέντελ ή ο Τσίμερμαν», ( μουσικό περιοδικό του BBC). Με σπουδές στο Βασιλικό Μουσικό Κολέγιο του Λονδίνου και με εντυπωσιακό χάρισμα, ο Λαζαρίδης έχει κάνει μια λαμπρή διεθνή καριέρα  ως σολίστ, αλλά και σε συνεργασία με τις μεγάλες ορχήστρες στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ και από το 2010 έχει αναλάβει τον συντονισμό του καλλιτεχνικού προγράμματος του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης. Με την Φιλαρμονική της Αγίας Πετρούπολης, θα εμφανιστεί –εκτός από την Αθήνα- στη Μόσχα, την Βιέννη και την Βουδαπέστη.