Μια σκοτεινή βραδιά στα early 90’s και ένα λεωφορείο που κουνάει και τρίζει σαν πειραματική industrial. Ένα μικρό Walkman με μπαταρίες στο τελείωμα τους και Public Enemy “Don’t believe the hype” στα ακουστικά «ψείρες». Όνειρα και αναζητήσεις στην μουσική που γνωρίζεις ότι την λένε Rap αλλά δεν φαίνεται να σκοτίζει τον διπλανό σου που ακούει την τελευταία συλλογή από λαϊκά τραγούδια ,ούτε τον παραδιπλανό σου που ακούει ροκ του 60.Σε κοιτούν γιατί φοράς ένα καπελάκι μέσα στην νύχτα. Έτσι κι αλλιώς όλοι ξέρουμε ότι τα καπέλα σε προστατεύουν από τον ήλιο. Δεν τα φοράς για πλάκα. Η μπλούζα σου με τον τεράστιο στόχο και τον άνθρωπο μέσα του δεν φαίνεται να συγκινεί κανέναν που μάλλον πιστεύει ότι είναι κάποια μάρκα. Και τότε ,ω του θαύματος, σε χτυπάει στον ώμο ένας συνομήλικός σου και σου λέει «Ακούς Rap?». Η χαρά σου δεν περιγράφεται. Επιτέλους βρήκες τον άνθρωπό σου. Η κουβέντα μοιάζει ατελείωτη και λίγες στάσεις λεωφορείου δεν φτάνουν. Θα ξαναβρεθείτε. Θα τα ξαναπείτε. Yo man! Και κατεβαίνεις στη στάση σου με ένα τεράστιο χαμόγελο στη ψυχή κρυμμένο πίσω από την υπερβολική σκληράδα που πρέπει να έχεις ως ράπερ. Και γυρνάς στο σπίτι. Βάζεις στο πικάπ σου το πρώτο instrumental που έχεις σε δίσκο ,παίρνεις το μικρόφωνο που έχεις αγοράσει από το περίπτερο και αρχίζεις να λες στίχους πάνω στο ρυθμό. Τα γράφεις κρυφά σε μια κασετούλα την οποία κρύβεις καλά να μην την ακούσει κανένας. Και η ζωή σου συνεχίζεται. Δουλεύεις κάπου και ονειρεύεσαι. Ονειρεύεσαι μια παρέα να ακούει αυτά που ακούς κι εσύ. Ονειρεύεσαι ράπερς στη χώρα σου. Και τότε σε παίρνουν τηλέφωνο από το ραδιόφωνο που έχεις παρακαλέσει και σου λένε ότι μπορείς να κάνεις εκπομπή. Και την κάνεις την καταραμένη και μαζεύονται άνθρωποι να σε ακούσουν. Και μέσα σε αυτούς βρίσκεις τους δύο που ταιριάζουν με σένα και κουβαλάνε την ίδια τρέλα. Και συμφωνείτε ότι πρέπει να φτιάξετε ένα συγκρότημα hip hop. Στο μυαλό σας. Και ξεκινάτε με στίχους σκληρούς και ανελέητους και αμέσως μετά γελάτε με τα μούτρα σας και αυτά που λέτε. Και αποφασίζετε ότι οι στίχοι σας πρέπει να γίνουν σατιρικοί και καυστικοί. Και μόλις τους ακούν οι σοβαροφανείς ταράζονται. Και λέτε και οι τρεις «Αυτό θα κάνουμε και ας ταράζονται». Και υπογράφεις με εταιρία και βγάζεις δίσκο. Και αυτός γίνεται χρυσός και ο επόμενος πλατίνα. Και κάνεις μεγάλες συναυλίες και έχεις κόσμο που σ’ ακούει. Και σε μαθαίνουν και σε τοποθετούν στην ελληνική μουσική. Και περνώντας τα χρόνια μαθαίνουν ότι αυτό που παίζεις λέγεται Rap. Και τώρα η παρέα μεγάλωσε. Και έχεις πολλούς να συζητήσεις για αυτό. Και όταν φοράς καπελάκι τους αρέσεις. Και όταν φοράς την μπλούζα με τον στόχο ξέρουν ότι αυτοί είναι οι Public Enemy. Και τώρα σε ρωτούν οι νεότεροι «Τι έκανες και έφτασες εδώ που έφτασες». Και δεν ξέρεις τι να απαντήσεις γιατί ούτε εσύ το έχεις χωνέψει. Και λες μόνο «Εγώ ήμουν σε ένα λεωφορείο μια σκοτεινή βραδιά ,με τα ακουστικά μου «ψείρες» και ένα Walkman που τελείωνε η μπαταρία του και άκουγα “Don’t believe the hype” ψάχνοντας να βρω κάποιον να ακούει Rap». Τι έγινε τα επόμενα 20 χρόνια δεν ξέρω. Ημισκούμπρια για μια ζωή παταπούφες. Και δυο ζωές μη σου πω. Έτσι;

*Το άρθρο υπογράφει ο Δημήτρης Μεντζέλος.


Info: Τα Ημισκούμπρια είναι ένα από τα σπουδαιότερα ελληνικά Χιπ χοπ συγκροτήματα αποτελούμενο από τους: Δημήτρη Μεντζέλο, Μιθριδάτη και Πρύτανη. Το όνομα του συγκροτήματος είναι όρος παρεΐστικος που όπως οι ίδιοι δηλώνουν χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που μπορεί και ελίσσεται στις δύσκολες ώρες, σαν το «σκουμπρί».

 

Οι τρεις τους είναι φίλοι χρόνια και γράφουν στίχους για ότι τους ενοχλεί γύρω τους με το μοναδικό σατυρικό τους στυλ. Από το 1996 με αμέτρητες  hip hop επιτυχίες, έξι χρόνια μετά την τελευταία τους κυκλοφορία και με αφορμή τα 20 χρόνια κοινής πορείας στην ελληνική μουσική σκηνή, τα Ημισκούμπρια κυκλοφόρησαν το νέο τους τραγούδι “Λε Χαμ”. Τη μουσική υπογράφει ο Πρύτανης και τους στίχους ο Μιθριδάτης με τον Δημήτρη Μεντζέλο. Κυκλοφορεί από την Imiz Biz Entertainment.

Τα Ημισκούμπρια ανεβαίνουν στο stage του FUZZ CLUB για την ετήσια συναυλiα τους, στις 9 Απριλίου