«Η ζωή δεν είναι για χόρταση. Κάποτε θα ‘ρθει το τέλος. Αν δεν το λασπώσεις αυτό το τέλος… αν, όπως όμορφα έζησες, πεθάνεις κι όμορφα…».

Συγκλονιστικά τα λόγια της Ηλέκτρας Αποστόλου στην οποία η Διδώ Σωτηρίου, η φίλη της και συναγωνίστριά της, αφιερώνει αυτό το βιβλίο στην μνήμη της. Το βιβλίο είναι γραμμένο το 1961 με μία γλώσσα που δεν αφήνει περιθώρια ο αναγνώστης να μην γίνει μάρτυρας της κολασμένης χιτλερικής περιόδου και μίας μαύρης σελίδας στην ιστορία της Ελλάδας αλλά και του ανθρώπινου είδους με τον φασισμό να απλώνει τα δίχτυα του σε ολόκληρη την Ευρώπη. Τότε που οι λέξεις ελευθερία και ανεξαρτησία ηχούσαν δυνατά παρά τον φόβο και τον τρόμο μήπως κοστίσουν ζωές γιατί η Ηλέκτρα όπως και άλλοι αγωνιστές δεν δίστασαν ποτέ να προφέρουν με την φωνή τους το πάθος τους για αποτίναξη του ζυγού που στοίχειωνε τα όνειρά τους. Η Ηλέκτρα αποτέλεσε μία εμβληματική μορφή της αντίστασης που άφησε το στίγμα της με την ηγετική της φυσιογνωμία, την οποία πολλοί άντρες θα ζήλευαν για την δύναμή της, το σθένος, το ζήλος της να ζήσει η Ελλάδα και ο κόσμος μέρες ειρήνης χωρίς φυλακές και κατακτητές.

Αυτή την γυναίκα που συνέχισε με ασίγαστη λαχτάρα την υπεράσπιση των ματωμένων χωμάτων – για να θυμηθούμε ένα άλλο βιβλίο που η Σωτηρίου έγραψε έναν χρόνο αργότερα – υμνεί η συγγραφέας και περιγράφει όλη την διαδρομή της από τα νεανικά της χρόνια μέχρι και την αποτρόπαια από τον εχθρό εκτέλεσή της. Στα εφηβικά της χρόνια, άρχιζε να διαμορφώνει την προσωπικότητά της μέσα από τα διαβάσματα της χαράσσοντας βαθιά τον χαρακτήρα της με το αίσθημα της προσφοράς για την πατρίδα. Οι σκέψεις της και οι απόψεις της έγιναν η αφορμή της οριστικής σύρραξης με τους γονείς της, οι οποίοι παραξενεύτηκαν με την επαναστατική της συμπεριφορά και το αλλόκοτο των αντιλήψεων της καθώς έβρισκαν πως τα λόγια της και οι δράσεις της δεν συμβάδιζαν με ένα κορίτσι που προέρχεται από μία καθώς πρέπει οικογένεια. Εκείνη φύσει και θέσει αντιδραστική απέναντι σε καθωσπρεπισμούς και συμβιβασμούς γιατί είχε να υπηρετήσει έναν αγώνα, έναν αγώνα για την πατρίδα – αυτή η λέξη ασκούσε μία αφάνταστη γοητεία στην ψυχή της – που την είχε ανάγκη, άφησε πίσω της την οικογενειακή θαλπωρή και την ασφάλεια του σπιτιού της και κίνησε να πραγματοποιήσει την ιερή αποστολή της και να κυνηγήσει την εγκαθίδρυση ενός πιο δίκαιου κόσμου. Το μυαλό της Ηλέκτρας ήταν ποτισμένο με την προσωπική της διάθεση να γίνει εκείνη η σημαία ενάντια σε κάθε μορφή υποτέλειας. Η Σωτηρίου αναφέρει σχετικά: «Αυτά έχει η ζωή του αγωνιστή. Νιώθει τόσο έντονα την αξία της πανανθρώπινης ευτυχίας, που στο όνομα της ζωής δέχεται να στερηθεί ο ίδιος τη ζωή…». Ατάραχη και απαρέγκλιτα αφοσιωμένη στον σκοπό της θα βρεθεί φυλακισμένη να παλεύει για τα ιδανικά της και τα πιστεύω της που ποτέ δεν πρόδωσε.

Θύμα η ίδια της θηριωδίας των Ναζιστών που έσπερναν τον πανικό και την βιαιότητα ανά την επικράτεια και μόνο ο θάνατος αποζημίωνε την άκρατη δίψα τους για εκδίκηση και επίδειξη εξουσίας απέναντι σε έναν λαό ανήμπορο λόγω της ανέχειας και της πείνας, θυσίασε ακόμα και το φαγητό της και τις βασικές της ανάγκες πότε για να ταΐσει την μικρή της κόρη που έκλαιγε και πότε για να μοιράσει, να γράψει ή να πουλήσει εφημερίδες που θα έφερναν σε κάθε πόρτα το σύνθημα της ηρωικής εφόρμησης προς την οριστική λύτρωση. Δεν απογοητευόταν ακόμα και όταν ο ήλιος της ελευθερίας κρυβόταν πίσω από τα σύννεφα αλλά πάλευε γνωρίζοντας πως κουβαλάει στις πλάτες της έναν ολόκληρο λαό, έναν λαό περήφανο που έπρεπε στα μάτια της πάση θυσία να ξαναζήσει μακριά από δυνάστες. Ενθουσιαζόταν όταν προσκαλούσε σε συμμετοχή νεαρά παιδιά και η πρόσκληση αυτή γινόταν ποτάμι που μέσα του έρρεε το νερό της αισιοδοξίας και της αντίστασης από ακόμα περισσότερους που πίστευαν σε εκείνη. Έλεγε όσο ήταν στη φυλακή: «Ο αγωνιστής δεν αφήνει ποτέ την αφύσικη αυτή κατάσταση που λέγεται φυλακή να σκοτώσει μέσα του τον μαχητή ή τον άνθρωπο, τα χρειάζεται και τα δύο και τα φυλάει σαν τα μάτια του». Λάβαρο της ήταν η απλότητα και το χαμόγελο ακόμα και όταν η σκοτεινιά απλωνόταν και δεν άφηνε τον εαυτό της να βυθιστεί στην απελπισία γιατί ο καλύτερος σύμμαχος του εχθρού ήταν η εγκατάλειψη της ενότητας. Μπροστά στον κόσμο έλεγε: «Οι Έλληνες πρέπει να ξεχάσουν τι τους χωρίζει και να δουν τι τους ενώνει. Δεν είναι ώρα τώρα για μίση». Μακάρι η φωνή της να μπορούσε να ακουστεί και σήμερα από αυτούς που δεν θέλουν να την ακούσουν!

Ένα έργο μοναδικό σπαρμένο με συναίσθημα, ένα βιβλίο συνταρακτικό που διδάσκει πολλά για το τότε και ακόμα περισσότερα για το σήμερα. Φυσιογνωμίες όπως αυτή της Ηλέκτρας – η ίδια πλήρωσε το τίμημα που της αναλογούσε με τη ζωή της – δείχνουν τον δρόμο της αλληλεγγύης και της σύμπνοιας σε έναν κόσμο που δεν έχει περιθώρια να ξαναζήσει και να ξαναγευτεί τέτοιου είδους ωμότητα και βαναυσότητα όπως αυτή του φασισμού στα δίχτυα του οποίου έπεσαν λαβωμένοι τόσοι και τόσοι άνθρωποι, κάθε ηλικίας και φύλου απλά και μόνο γιατί ήθελαν να ζήσουν ελεύθεροι. Σε μία εποχή που η συλλογικότητα έχει χαθεί και ο καθένας κοιτάει το προσωπικό του συμφέρον βάζοντας σε υποθήκη το κοινό με την αδιαφορία του, μορφές αυθεντικές όπως της Ηλέκτρας υπάρχουν για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να θυμούνται οι νεότεροι πως κοινωνίες χωρίς κοινή συνισταμένη, ενότητα, θέληση και συμπόρευση χωρίς αυτό να σημαίνει αντίδραση για την αντίδραση, είναι πλοία που πλέουν ακυβέρνητα χωρίς πυξίδα προς το επικίνδυνο άγνωστο. Καταλαβαίνει κανείς πως η ιστορία αν και νομοτελειακά μπορεί να επαναλαμβάνεται, η μοίρα δεν ορίζεται από μόνη της και τίποτα δεν γίνεται στον αυτόματο πιλότο. Συν Αθηνά και χείρα κίνει, ας μην το λησμονούμε.

«Ο άνθρωπος δεν έχει ανεξάντλητες δυνάμεις. Όταν τις χρειάζεται για ένα σκοπό, πρέπει να ξέρει να τις κουμαντάρει»

Το βιβλίο της Διδώς Σωτηρίου, Ηλέκτρα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.