Από τις εκδόσεις Ροές κυκλοφορεί το βιβλίο του Μπαλζάκ, με τίτλο « Η Βεντέτα» σε μετάφραση της Χριστίνας Τσαρτσάλη και επιμέλεια της Μαρίας Σπυριδοπούλου.

Μια ιστορία όπου το προσωπικό μίσος και η εκδικητική μανία συνυφαίνονται με την πολιτική αδιαλλαξία. Ο έρωτας της Τζινέβρας Πιόμπο για τον Λουίτζι Πόρτα είναι σημαδεμένος από την οικογενειακή έχθρα και καταδικασμένος όπως εκείνος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Η πατρική αδιαλλαξία έχει σχέση με τις επιταγές της βεντέτας αλλά στην ουσία είναι δείγμα άκρατου εγωισμού. Η παθιασμένη αγάπη του Μπαρτολομέο για την κόρη του έχει την εκδικητική ορμή του ζηλόφθονου, εγκαταλειμμένου εραστή, που όσο πιο πολύ αγαπά τόσο πιο πολύ τιμωρεί. Η «δόση τρέλας» στον τρόπο με τον οποίο ο γηραιός Κορσικανός εκδηλώνει την τρυφερότητά του γίνεται κατάρα όταν αναφωνεί προφητικά: «Θα προτιμούσα να σε δω νεκρή στο φέρετρό σου».

Ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ ήταν ένας από τους θεμελιωτές του ρεαλιστικού μυθιστορήματος, γεννήθηκε το 1799 στην πόλη Τουρ της Γαλλίας. Σπουδάζει νομικά, ύστερα από παρότρυνση της οικογένειάς του, και φιλοσοφία. Το 1819, αρνείται να ακολουθήσει το επάγγελμα του συμβολαιογράφου, για να αφιερωθεί στη συγγραφή φιλοσοφικών δοκιμίων, μυθιστορημάτων και τραγωδιών. Σε όλα του πληθωρικός, τον χαρακτήριζε η ακατάβλητη εργατικότητα, το ακατάβλητο σθένος, όλα καθ’ υπερβολή: το ίδιο ισχύει για την ερωτική ζωή του, τις καταχρήσεις, τις σπατάλες και τη μεγαλομανία του. Ζει πνιγμένος στα χρέη και δουλεύει όλο και περισσότερο και καταπιάνεται με όλο και περισσότερα για ν’ απαλλαγεί απ’ αυτά. Το 1822 γίνεται εραστής της κατά 20 χρόνια μεγαλύτερής του κυρία Ντε Μπερνύ. Εκείνη πρωτοδιαβάζει και καθαρογράφει τα έργα του. Θα πληρώσει κάθε εμπορικό του ναυάγιο: τυπογραφείο, βιβλιοπωλείο, έκδοση εφημερίδας, φυτείες ανανά, μετοχές σε σιδηροδρόμους. Συνάπτει παράλληλες ερωτικές σχέσεις, και το 1832 λαμβάνει το πρώτο γράμμα της «ξένης», της Εβελίνα Χάνσκα, κι αρχίζει φλογερή αλληλογραφία. Θα παντρευτούν το 1850, λίγους μήνες πριν από το θάνατό του. Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια προσπάθειας, γράφοντας μυθιστορήματα της σειράς, για τις δημοφιλείς τότε επιφυλλίδες, χωρίς να υπογράφει καν, ωσότου αγγίξει την επιτυχία. Το 1833 συλλαμβάνει την ιδέα για το γιγαντιαίο εγχείρημά του την «Ανθρώπινη κωμωδία», όπου, ο Μπαλζάκ μιλάει για την «τεράστια έκταση ενός σχεδίου που αγκαλιάζει ταυτόχρονα την ιστορία και την κριτική της κοινωνίας, την ανάλυση των δεινών της και τη διερεύνηση των αρχών της», και συμπεριλαμβάνει μεγάλο μέρος του έργου, μεταξύ άλλων: «Η εξαδέλφη Μπέτυ», «Μπαρμπα-Γκοριό», «Ευγενία Γκραντέ», «Ο συνταγματάρχης Σαμπέρ», «Ο εξάδελφος Πονς». Πεθαίνει το 1850 στο Παρίσι σε ηλικία μόλις 51 ετών.

Διαβάστε την κριτική του βιβλιου από τον Γιάννη Αντωνιάδη, εδώ.