Η δημοφιλής τριλογία της συγγραφέως Salla Simukka έφτασε στο τέλος της. Μια τριλογία που από το πρώτο της κιόλας βιβλίο κατόρθωσε να μας καθηλώσει, αφού πρώτα μας είχε γοητεύσει με τα μοναδικά της εξώφυλλα που υπόσχονταν σκοτεινά παραμύθια οι δράκοι των οποίων ζούνε μέσα μας αλλά και μέσα στους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω μας, είτε το γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας είτε όχι.

Και πράγματι, ακριβώς αυτό μας προσέφερε, με τις περιπέτειες της Χιονάτης να είναι κάθε φορά όλο και πιο μυστηριώδεις, όλο και πιο τρομακτικές, ποτέ διαφορετικές στην αισθητική τους, αλλά και ποτέ ίδιες στην βαθύτερη ουσία τους και στην σκοπιμότητα της ύπαρξής τους. Ίσως και γι’ αυτό να αγαπήθηκαν τόσο πολύ από την μεγαλύτερη μερίδα του αναγνωστικού κοινού, και ίσως γι’ αυτό να την αγάπησα τόσο πολύ κι εγώ.

Η Χιονάτη, λοιπόν, αφού κατάφερε να επιβιώσει από μία ακόμα περιπέτεια -εκείνην της Πράγας-, έχει επιστρέψει στην καθημερινότητά της, προσπαθώντας -πλέον- να ζήσει και να απολαύσει μια φυσιολογική ζωή. Έχει ένα αγόρι που την λατρεύει, μια καλή κοινωνική ζωή, ενώ στο σχολείο της ετοιμάζεται μια εναλλακτική παράσταση που αφορά το παραμύθι της Χιονάτης μετά το «και ζήσανε αυτοί καλά», στην οποία φυσικά δεν θα γινόταν να μην πρωταγωνιστεί. Όλα φαντάζουν ήρεμα κι αρμονικά, όμως δύο γεγονότα έρχονται να ταράξουν την ηρεμία αυτή για ακόμα μία φορά. Η πρώτη της αγάπη που στην πραγματικότητα ποτέ της δεν ξεπέρασε και που σήμερα ζητάει μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά κι ένας μυστηριώδης άγνωστος που φαίνεται να γνωρίζει κάθε της κίνηση παίζοντας μαζί της αλλά και με το μυαλό της.

Αν και το τρίτο βιβλίο της σειράς είναι αρκετά μικρότερο από τα προηγούμενα δύο, δεν υστερεί σε τίποτα. Αντίθετα, μας παρουσιάζει μια καταιγιστική, νέα περιπέτεια της Χιονάτης, που είναι πραγματικά μαύρη σαν τον έβενο και που σε κάθε νέα σελίδα μας στερεί λίγο ακόμα από το οξυγόνο που έχουμε ανάγκη για να ισχυριστούμε πως αναπνέουμε κανονικά και ελεύθερα. Οι εξελίξεις είναι συνεχείς και ραγδαίες, η αφήγηση έχει σταθερά εξελικτική ροή χωρίς να βαλτώνει αλλά και χωρίς να κουράζει και κυρίως, χωρίς να μας δημιουργεί την παραμικρή αίσθηση κενότητας, βάζοντάς μας στη διαδικασία να σκεφτούμε πως κάτι λείπει από το κείμενο. Αντίθετα, η πλοκή είναι σφιχτή, το γεγονότα τρέχουν και μαζί τους τρέχουμε κι εμείς, ενώ τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, κάτι που μας συστήνει μια σειρά ανατροπών που δεν μπορεί να προβλέψει κανείς εύκολα.

Πέραν όμως από μια περιπέτεια, τόσο το συγκεκριμένο βιβλίο όσο και η τριλογία στο σύνολό της, είναι ένα ταξίδι εσωτερικής αναζήτησης. Η Χιονάτη, μέσα από τα γεγονότα που ζει και βιώνει, αλλάζει. Ωριμάζει ως άνθρωπος και η ήδη συγκροτημένη προσωπικότητά της, γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα και γοητευτική, κυρίως επειδή μέσα από την επιφανειακή της σκληρότητα ανθίζει σταδιακά μια βαθιά ευαισθησία που όμως η ίδια δεν της επιτρέπει να κυριαρχήσει στη λογική της. Η Χιονάτη, όπως κάθε άνθρωπος, έχει την σκοτεινή και την φωτεινή πλευρά της και αυτό είναι κάτι που το έχει αποδεχτεί. Από ‘κει κι έπειτα, αυτό που καλείται να κάνει, είναι επιλογές. Να ακολουθήσει το δικό της μονοπάτι και να χαράξει το μέλλον της γνωρίζοντας πλέον την πάσα αλήθεια, όχι αφήνοντας πίσω το παρελθόν της, αλλά αποδεχόμενη τις χαρές και τις πληγές που αυτό της προσέφερε ως τώρα. Μια μαγική τριλογία, ένα υπέροχο σκοτεινό ταξίδι.

Το βιβλίο της Salla Simukka, Η τριλογία της Χιονάτης 3: Μαύρη σαν τον έβενο, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.