Ο Αλέξανδρος Δουμάς δεν επινόησε αυτή την ιστορία, την άκουσε από έναν επιστήθιο φίλο του και την κατέγραψε ή μάλλον την αφηγήθηκε με την αλήθεια που της άξιζε.

Η ζωή περνάει μπροστά μας μέσα από ένα βιβλίο που δεν κρύβει πάθη και αδυναμίες, λύπες και χαρές, αγωνίες και εξάρσεις. Ο Δουμάς, ως σκηνοθέτης έπλασε έναν ιστό αφηγηματικό που δύσκολα μπορεί να ξαναυφανθεί και αυτό γιατί η εποχή του Δουμά είχε μία ρομαντικότητα που χάθηκε ανεπιστρεπτί από την ολομέτωπη επίθεση της τεχνολογίας και των μέσων δικτύωσης. Το παραμύθι ξεθώριασε και η ομορφιά και η ανυπομονησία της αλληλογραφίας δόθηκε στην πυρά. Η Μαργαρίτα Γκωτιέ, το κορίτσι που πρωταγωνιστεί στο κείμενο αυτό, είναι μία αγία αμαρτωλή και μία Μαρία Μαγδαληνή του Παρισιού και των περιχώρων που τόλμησε να δοκιμάσει το όνειρο της μετάνοιας, την άδολη αγάπη και την ειλικρινή συναισθηματική αφοσίωση σε έναν άντρα όπως ο Αρμάνδος Ντυβάλ ενώ βρισκόταν στον βούρκο μίας έκλυτης ζωής ανάμεσα σε εραστές και όργια δίχως όρια και φραγμούς. Έναν άνδρα, στο πρόσωπο του οποίου είδε τον πρίγκιπα με το αγέρωχο άλογο να καλπάζει με ορμή στην πληγωμένη της καρδιά για να την κατακτήσει. Και όχι να την κατακτήσει με την σκληρή έννοια του όρου και να την πολιορκήσει για να την διαμελίσει αλλά για να την απελευθερώσει από τα δεσμά που τις έκαιγαν την ψυχή και να την απαλύνει από τους πόνους μίας μάταιης ζωής πνιγμένης στο βρώμικο χρήμα, τις αήθεις ανέσεις, την χλιδή και την ψευτιά που προσφέρουν οι κάθε λογής διεκδικητές του σώματος μίας όμορφης και εντυπωσιακής κοπέλας όπως υπήρξε η Μαργαρίτα. Η πραγματικότητα που περιγράφεται στην ιστορία αυτή είναι εκπληκτικά αποκαλυπτική για όσα συμβαίνουν όταν το χρήμα επιβάλλει συναίσθημα ενώ στην πραγματικότητα εκλιπαρεί για υποταγή. Αλλά το χρήμα δεν αγοράζει καμία ψυχή, αυτή διέπεται από τους δικούς της προσωπικούς όρους, το χρήμα το μόνο που μπορεί να καταφέρει είναι να ορίσει το σώμα απλά και μόνο για να το εξουσιάσει και να το διατάξει προσωρινά με απώτερο σκοπό να το αφαιμάξει. Η ψυχή όμως δίνει το δικό της παλμό και αυτός ακούγεται μόνο σε εκείνον που χωρίς δεύτερες σκέψεις θέλει να γίνει μέρος της.

Ο έρωτας του Αρμάνδου και της Μαργαρίτας ενέπνευσε την Τραβιάτα του Βέρντι, όπως αποκαλύπτει η πολύ ενδιαφέρουσα εισαγωγή του βιβλίου. Αυτός ο ανιδιοτελής έρωτας είναι η πεμπτουσία της αποστολής του Δουμά, δηλαδή να αναδείξει πως οποιοδήποτε και αν είναι το παρελθόν δύο ανθρώπων, όποια και αν είναι η κοινωνική τους τάξη, η προέλευση της οικογενειακής τους κατάστασης, το οικονομικό τους υπόβαθρο, ο κοινωνικός τους περίγυρος ή όποια άλλη παράμετρος και αν τους καθορίζει, αυτό ως δεδομένο στο σύνολό δεν μπορεί επ’ουδενί να τους χωρίσει. Και εννοώ με αυτό πως ο χωρισμός στην επίγεια ζωή μπορεί να επέλθει γιατί ο κόσμος είναι σκληρός, αδυσώπητος, μοχθηρός και φθονεί την ευτυχία που δεν μπορεί να φτάσει. Στην σφαίρα όμως της επουράνιας ζωής στην οποία ξαναβρέθηκαν με πάσα βεβαιότητα η Μαργαρίτα και ο Αρμάνδος, ακριβώς όπως ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα, εκεί κανένας φθονερός και ύπουλος διάβολος δεν έχει την ικανότητα να παρέμβει όταν οι ψυχές έχουν ήδη αποφασίσει να χαράξουν κοινή πορεία. Για αυτό άλλωστε και η βαριά άρρωστη Μαργαρίτα σαν βλέπει στο πρόσωπο του Αρμάνδου τον φύλακα άγγελό της και τον βασιλιά της καρδιάς της, τότε όλα γύρω της ξανανθίζουν, οι καμέλιες γίνονται χρυσοκίτρινες, τα δάκρυά της μεταλλάσσονται σε γέλια, τα μαλλιά της λάμπουν στο φως των αστεριών και η ζωή της γεμίζει με όλη την ευτυχία που στερήθηκε όταν η μητέρα της την έδερνε από μικρή και εκείνη αναγκάστηκε από νωρίς να γίνει βορά στα νύχια των κάθε λογής διεκδικητών της ομορφιάς της. Ο έρωτας που ο Αρμάνδος της ακούμπησε στο μαξιλάρι της ήταν αυθεντικός και αγνός. Ο έρωτας έχει αυτή την μαγική λειτουργία, να απογειώνει τους ερωτευμένους σε ύψη που κανείς δεν αγγίζει όποιο μέσο και αν χρησιμοποιήσει, καμία πέτρα δεν έχει την δύναμη να χτυπήσει τον θρόνο δύο ανθρώπων που γίνονται χίλια κομμάτια ο ένας για τον άλλον από αφοσίωση και έχουν ορκιστεί πίστη αιώνια ο ένας στην υπηρεσία του άλλου. Η επίγεια μοίρα για τους δύο αυτούς νέους υπήρξε όμως εχθρός αφού επιφύλαξε στο διάβα τους μίση από τρίτους, πρόσωπα κακόβουλα τους επιβουλεύτηκαν, χρέη διέρρηξαν την σχέση τους. Όλα αυτά την μόλυναν ποτίζοντας το χώμα με δηλητήριο για να μην δουν τους καρπούς του έρωτά τους να ανθίζουν. Ενώ ο δρόμος για το ταξίδι προς την ευτυχία τους φαινόταν καλά στον ορίζοντα και είχαν εξασφαλίσει όλα τα απαραίτητα εφόδια για αυτό, τελικά σκόρπισαν την αγάπη τους εκείνοι που με μικροπρέπεια, μικροψυχία ή πάλι από ανθρώπινο σφάλμα, όπως ο πατέρας του Αρμάνδου, ρήμαξαν ό,τι με κόπο και θέρμη θέριζαν εκείνοι τόσο καιρό. Θλιβερά θύματα και ευάλωτοι στόχοι έμειναν να αναπολούν ο ένας την ανάμνηση του άλλου.

Στην ψυχή της Μαργαρίτας ο Αρμάνδος είδε ένα κορίτσι που έρμαιο των κοινωνικών του συναναστροφών και της έκφυλης ζωής, την οποία διήγαγε από ανάγκη και όχι από επιθυμία, παρακαλούσε θερμά για μία αγκαλιά, μία ζεστή κουβέντα και ένα τρυφερό καταφύγιο μακριά από την κακία, την αδιαφορία και την ψευτιά που ολοένα και της έσκιζαν τα σωθικά. Ο Δουμάς αναφέρει: «Να κερδίζεις όμως την αγάπη μίας εταίρας είναι πολύ πιο δύσκολο. Στις γυναίκες αυτές, το κορμί έχει φθείρει την ψυχή, οι αισθήσεις έχουν κάψει την καρδιά, η ακολασία έχει θωρακίσει το συναίσθημα». Ο Αρμάνδος έρχεται λοιπόν σαν ιππέας με το ξίφος του να καθαρίσει την πληγή και να την επουλώσει, να φροντίσει το εσωτερικό τραύμα και να γίνει ο προστάτης μίας κοπέλας που κατέβηκε στον Άδη, είδε την κόλαση και τον πυρετό της αμαρτίας και ξαναγύρισε για να σωθεί και να παραδώσει την ψυχή της στην σωτηρία της ψυχής της. Γιατί το τέλος της, όσο οδυνηρό και αν είναι, όσο τραγικό και αν υπήρξε, είναι η επούλωση των πληγών της και η άνοδος της προς έναν Θεό που την έχει συγχωρέσει. Και η σιγουριά εκ μέρους του Αρμάνδου πως όποια κατάληξη και αν είχε η σχέση τους, όποιο ευοίωνο μέλλον και αν απωλέστηκε, εν τούτοις εκείνος κατάφερε με την δύναμη των έργων και των πράξεών του να την συνετίσει, να της εμφυσήσει πάθος και αγάπη για τον εαυτό της και μετά για εκείνον παραμερίζοντας τα πάντα για χάρη της. Και σαν αποθέτει τα λουλούδια στην τελευταία της κατοικία, παρά την οδύνη για τον χαμό της και τον πόνο που εκούσια της προξένησε γιατί εκείνη πρώτα τον πλήγωσε θανάσιμα με τις πράξεις της, γνωρίζει καλά πως έχει ήσυχη την συνείδησή του πως όταν ξανανταμώσουν η αγάπη θα τους βρει και πάλι κάτω από την ίδια σκέπη όπως και πρώτα. Και αυτό γιατί «η ζωή είναι ωραία, φτάνει να την κοιτάς από την σωστή πλευρά».  Και το καράβι των ονείρων τους έχει πλέον τα πανιά του στραμμένα προς την ίδια πλευρά.

«Τα πάθη νικούν τα αισθήματα»

«Η ζωή δεν είναι παρά μία συνεχής εκπλήρωση του ίδιου πόθου, η ψυχή δεν είναι παρά μία ιέρεια που προστατεύει την ιερή φλόγα του έρωτα»

Το βιβλίο του Αλέξανδρου Δουμά, Η κυρία με τις καμέλιες, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.