Μία διαφορετική ιστορία κωμικής φύσεως λαμβάνει χώρα με την ευθύνη του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Τα δύο αυτά διηγήματα που στην πορεία έγιναν ένα, πραγματεύονται το θέμα της ζήλειας μέσα από μία εξέλιξη αλλόκοτη όπου σύζυγος και εραστής μπλέκονται με έναν τρόπο αποκαλυπτικό και προσφέρουν στο κοινό της εποχής την χαρά του γέλιου μέσα από ένα επεισόδιο βγαλμένο από την ζωή και ιδωμένο με την οπτική γωνία της αλήθειας των σχέσεων.

Ο Ντοστογιέφσκι δοκιμάζει την τύχη του και την δύναμή του σε μία άλλη κατηγορία και σε ένα άλλο είδος που εμπεριέχει θεατρικά στοιχεία, με διογκωμένα και υπερβολικά δοσμένη φρασεολογία των ηρώων του για να δικαιολογήσουν ανεξήγητες και εκδηλωμένες συμπεριφορές έκπληξης ως προς αυτά που συμβαίνουν και τα οποία τους εκθέτουν ανεπανόρθωτα. Μακριά από τα μυθιστορήματα, τα τόσο δραματικά και σκληρά, που τον καθιέρωσαν στην παγκόσμια λογοτεχνία αλλά με την ίδια ακριβώς ωμότητα, εισβάλει στον κόσμο τον θεατρικό που θρέφεται από την ανταλλαγή ιλαρών λογυδρίων μεταξύ των πρωταγωνιστών όταν πρόκειται για εξαπάτηση συζύγων ή απιστία γυναικών. Ενώπιον ενός κωμειδυλλίου, γνωστό και πολλά υποσχόμενο είδος εκείνη την εποχή, που σατιρίζει την συζυγική πραγματικότητα και φέρνει στην επιφάνεια την αντιζηλία μεταξύ ανδρών στον δρόμο της υπεράσπισης της προσωπικής τους τιμής, ο Ντοστογιέφσκι ξεδιπλώνει την συγγραφική του ιδιοφυία χαρίζοντας μας ένα σαρδόνιο χιούμορ με καρικατουρίστικες μορφές να περιγράφονται και να αναλύονται με την αξιοπρέπεια να γίνεται θυσία στον γυναικείο βωμό που δεν χάνει την ευκαιρία να πάρει το αίμα του πίσω.

Το περιστατικό που περιγράφεται είναι πραγματικά αλλόκοτο, ένας απατημένος σύζυγος, ο οποίος αδυνατεί να παραδεχτεί την εξαπάτησή του και βρίσκεται υπό συνθήκες πανικού και ταραχής, εμφανίζεται έξω από ένα σπίτι και εκεί συναντά στο διάβα του και ζητά την βοήθεια του εραστή της γυναίκας του που βέβαια επ’ουδενί δεν γνωρίζει την πραγματική του ταυτότητα αν και έχει μία υπόνοια περί τούτου. Μία τέτοια σκηνή προκαλεί ποικίλα συναισθήματα και στους δύο άνδρες, είναι φανερό αυτό. Οι λέξεις του συζύγου δεν βρίσκουν θέση σε καμία κοινή λογική μιας και μιλάει στον πρώτο τυχόντα και οι λέξεις αυτές προφέρονται χωρίς απολύτως κανέναν ειρμό αλλά υπό πλήρη σύγχυση λόγω της περίστασης και της αγωνίας που τον διακατέχει. Οι λέξεις του, οι κινήσεις του δείχνουν περίτρανα και δίχως περιστροφές την αλλόφρονα κατάσταση του θύματος και το πλήγμα περηφάνιας που έχει υποστεί, μία ήττα και μία πανωλεθρία που δεν βρίσκει λύτρωση. Εκεί έγκειται και η ευστοχία της κωμικής και παράδοξης πραγματικότητας της ιστορίας, στον παραλογισμό, την ακρότητα και σε μία πρώιμη εξπρεσιονιστική διάθεση για κριτική με έναν πολύ έντονο καυστικό τρόπο στο πρόσωπο που ζητάει βοήθεια στα τυφλά από οπουδήποτε απλά και μόνο για να πιαστεί από κάπου για τον διασυρμό του. Οι γυναίκες μοιάζουν με τα πρόσωπα εκείνα που αν και θύτες, προκαλούν με την ασυδοσία τους και την ασωτία τους, ρίχνοντας όλο το βάρος της διακωμώδησης στους άντρες που μοιάζουν έρμαια στην γοητεία τους. Οπότε από την μία θίγεται ο ανδρικός εγωισμός και διακωμωδείται η χωρίς όρους παράδοσή τους στα χέρια δυνατών μελών του υποτιθέμενου αδύνατου φύλου, τις θηλυκές παρουσίες, που βγαίνουν στο τέλος κερδισμένες στο πεδίο των εντυπώσεων. Γιατί ο θεατής της παράστασης αυτής που διαδραματίζεται εδώ δεν σχολιάζει την γυναικεία πονηριά αλλά γελάει και με το δίκιο του με την ανδρική ροπή στην σαγήνη του ασθενούς φύλου που του προξενεί πλείστα προβλήματα και πλήττει το κατά τα άλλα αγέρωχο εγώ του. «Ω γυναίκες γυναίκες λοιπόν» που έγραφε και ο Τσέχοφ περίπου την ίδια εποχή.

Ο Ντοστογιέφσκι με έντονη την κλίση προς το θέατρο θα εντρυφήσει στο είδος μέσω της αφήγησης με σκοπό να περιγράψει την ανηθικότητα και την χαλαρότητα των σχέσεων στην Ρωσία του καιρού του. Έτσι θα εισάγει τα δεδομένα που συλλέγει γύρω του παρατηρώντας τους σύγχρονους του και θα τα παντρέψει με το κωμειδύλλιο προβάλλοντας πρόσωπα που συγκρούονται και αντιδικούν στο όνομα της κατάκτησης. Όπως αναφέρει και ο Παναγιώτας Λούτας στο επίμετρο του βιβλίου: «Χαρακτηριστικά των κωμειδυλλίων στο διήγημα είναι: η κωμική εικόνα του ζηλιάρη και απατημένου συζύγου, η ζήλεια του σαν κινητήριος μοχλός της δράσης, η κατάσταση στην οποία ο σύζυγος ζητάει βοήθεια, χωρίς να το υποψιάζεται, από τον εραστή της γυναίκας του». Ο Ντοστογιέφσκι με αυτή την ιστορία κινείται στην γραμμή των μεγάλων Γάλλων κλασικών, του Μπωμαρσαί και του Μολιέρου, με την κοινωνική κριτική για τα πεπραγμένα των ανθρώπων να αναμειγνύεται με το υποδόριο χιούμορ, αυτό που καθηλώνει με την αμεσότητα που το διακρίνει γιατί υπονοεί όλα αυτά που κανείς δεν τολμά να παραδεχτεί ανοιχτά.

«Τα γεγονότα μερικές φορές συνδέουν ανθρώπους με πραγματικά διαφορετικούς χαρακτήρες»

Το βιβλίο του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Η γυναίκα ενός άλλου & ο άντρας κάτω από το κρεβάτι, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ερατώ.