Στο κύριο πρόγραμμα όσο και στις παράλληλες εκδηλώσεις του 22ου Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας σημαντική είναι και η παρουσία της βρετανικής χορευτικής σκηνής. Η φημισμένη ομάδα Candoco Dance Company, που αποτελείται από αρτιμελείς και μη χορευτές, θα παρουσιάσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, τα έργα δύο καταξιωμένων χορογράφων, των Aλεξάντερ Γουίτλεϋ (Alexander Whitley) και Τόμας Χάουερτ (Thomas Hauert), στις 22 και 23 Ιουλίου 2016 στο Μέγαρο Χορού Καλαμάτας.

Η ομάδα Candoco Dance Company από τις πιο φημισμένες ομάδες, αποτελείται από αρτιμελείς και μη χορευτές, επισκέπτεται την Καλαμάτα με δύο «πρεμιέρες» για την Ελλάδα: τα  έργα των δύο καταξιωμένων χορογράφων, Aλεξάντερ Γουίτλεϋ (Alexander Whitley) και Τόμας Χάουερτ (Thomas Hauert). Ακολουθώντας την πρακτική της πρόσκλησης σε διεθνούς φήμης χορογράφους, η ομάδα έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα υψηλού επιπέδου, ποιοτικό ρεπερτόριο, ενώ παράλληλα παρέχει εκπαιδευτικά προγράμματα που κάνουν το χορό προσβάσιμο σε όλους.

Σημειώνουν οι Καλλιτεχνικοί Συν-Διευθυντές της ομάδας ο Pedro Machado  και η Stine Nilsen: Συνεργαζόμαστε με χορογράφους που ενδιαφέρονται να διερευνήσουν την κίνηση, να ωθήσουν τους χορευτές στο καινούργιο. Το όραμα των χορογράφων και η δυναμική των χορευτών αποτελούν τον πυρήνα της Candoco Dance Company. Η μικτή σύστασή μας –χορευτές με και χωρίς αναπηρία– εμπλουτίζει τη δουλειά μας. Έχουμε επιλέξει ποικίλες προσεγγίσεις στη χορογραφία, έτσι ώστε οι παραγωγές μας να αναδίδουν φρεσκάδα, τόλμη, να είναι απροσδόκητες. Θέλουμε να συνεργαζόμαστε με χορογράφους που αμφισβητούν την ίδια τους την οπτική, ωθώντας διαρκώς στα όριά του το χορό ως τέχνη και τον τρόπο παρουσίασής του. Θέλουμε η παράσταση να φανερώνει κάτι γι’ αυτούς που χορεύουν, να αποκαλύπτει την ανθρώπινη διάσταση, πάντα. Θέλουμε να μπορεί να «βλέπει» το κοινό τους χορευτές μέσα από τη χορογραφία. Μέσα από ένα μικτό πρόγραμμα, με δύο ή τρία έργα ανά παράσταση, προσπαθούμε να αναδείξουμε αρκετές πτυχές των χορευτών μας, τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους κινούνται και σχετίζονται με το κοινό.

Με την υποστήριξη: British Council, Arts Council, PHF, Aspire

Beheld

Διάρκεια: 30΄

Ιδέα – Χορογραφία – Σκηνοθεσία: Alexander Whitley

Σχεδιασμός φωτισμών: Jackie Shemesh

Σκηνικά και σχεδιασμός κοστουμιών: Jean-Marc Puissant

Κατασκευή κοστουμιών: Sasha Keir

Κατασκευή σκηνικών: Jessica Dixon, Amanda Barrow

Μουσική: Nils Frahm, επεξεργασμένη από τον Rutger Zuydervelt

Φωτογραφία: Hugo Glendinning

Χορεύουν: Megan Armishaw, Joel Brown, Tanja Erhart, Adam Gain, Jason Mabana

Laura Patay, Toke Broni Strandby

Παραγγελία του Trinity Laban Conservatoire of Music and Dance,

με την υποστήριξη του The Idlewild Trust.

Το Beheld δημιουργήθηκε το καλοκαίρι του 2015 για την ομάδα χορευτών με και χωρίς αναπηρία Candoco Dance Company. Το έργο προέκυψε μέσα από μια διαδικασία «εξερεύνησης» των χορογραφικών ιδεών, και του μετασχηματισμού τους σε υλικά στοιχεία, ως μέρος του σκηνικού αλλά και ως συνέχεια του σώματος, στην αναζήτηση νέων τρόπων θέασης της κίνησης. Οι επτά χορευτές παλεύουν με μεγάλα κομμάτια υφάσματος, που αρχικά μοιάζει να ντύνουν το σώμα τους (για τις ανάγκες του έργου χρησιμοποιήθηκαν 100 μέτρα λίκρα), καλύπτουν, αποκαλύπτουν, περιορίζουν και διευρύνουν την κίνηση και το χώρο. Μέσα από το συγχρονισμό των κινήσεων ολοκληρώνεται σταδιακά μια διαδικασία διαμόρφωσης και αναδιαμόρφωσης του επι σκηνής θεάματος, που μας προκαλεί να επανεξετάσουμε το πώς και το τι τελικά βλέπουμε. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 2015 στο Laban Theatre του Λονδίνου.

Notturnino

Διάρκεια: 35΄

Χορογραφία: Thomas Hauert

Βοηθός χορογράφου: Liz Kinoshita

Σχεδιασμός φωτισμών: Chahine Yavroyan

Σχεδιασμός κοστουμιών: Nατάσα Σταματάρη

Ηχητικό υλικό από το Tosca’s Kiss (1984) του Daniel Schmid, T&C Film

Φωτογραφία: Benedict Johnson

Χορεύουν: Megan Armishaw, Joel Brown, Tanja Erhart, Adam Gain, Andrew Graham, Jason Mabana, Laura Patay, Toke Broni Strandby

Παραγγελία του Live at LICA, με την υποστήριξη του Platform, Islington και του Greenwich Dance.

O βραβευμένος ελβετός χορογράφος Thomas Hauert δημιούργησε για την ομάδα Candoco το Notturnino (2014), παιχνιδιάρικο αλλά και οδυνηρό έργο, εμπνευσμένο από το ντοκιμαντέρ Tosca’s Kiss, μια συγκινητική φιλμογράφηση της ζωής συνταξιούχων τραγουδιστών όπερας σ’ έναν οίκο ευγηρίας, το οποίο και ίδρυσε ο  Τζουζέπε Βέρντι, στο Μιλάνο.

Το Notturnino είναι αυτοσχεδιαστικό, με σαφή ωστόσο δομή, και κάθε παράστασή του αποτελεί μια μοναδική εμπειρία. Δηλώνει ο Thomas Hauert: «Ο χορός με γοητεύει κυρίως ως προς την αίσθηση της κίνησης και τα συναισθήματα που αυτή γεννά. Η έμπνευση για το Notturnino γεννήθηκε από ένα φιλμ, την όπερα και τους χορευτές της ομάδας Candoco. Το σάουντρακ με τις φωνές των γερασμένων τραγουδιστών που «αναβιώνουν» σκηνές από όπερες και μιλούν για τη ζωή τους, και με τους ήχους της καθημερινότητάς τους στον οίκο ευγηρίας, μου φέρνει στο νου πρόσωπα και καταστάσεις, αφυπνίζει αναμνήσεις.

 

Ο χορός πρέπει, λοιπόν, να προσθέτει ένα νέο στρώμα υφών και αισθήσεων, αντί να οπτικοποιεί τον ήχο. Ελπίζω το έργο αυτό να προκαλεί διαφορετική αντίδραση σε κάθε ακροατή, ανασύροντας τα προσωπικά βιώματα, τις ευαισθησίες και ανησυχίες του. Βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό, που για μένα είναι αναγκαίος, είτε κατά τη διαδικασία δημιουργίας είτε επί σκηνής, καθώς πιστεύω ότι το σώμα μπορεί να κινηθεί πολύ πιο περίπλοκα, αν του επιτρέψουμε να ακολουθήσει τη διαίσθηση και δεν το περιορίσουμε σε συνειδητά επεξεργασμένες φόρμες.»

 

Διαβάστε περισσότερα για το 22ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού, εδώ.