Έχοντας έρθει πολύ πρόσφατα σε πρώτη επαφή με το συγγραφικό έργο της κυρίας Πανταζή, ξεκίνησα να διαβάζω με μεγάλη χαρά κι ενθουσιασμό το τελευταίο της πόνημα, με τον πολλά υποσχόμενο τίτλο «Η εκδίκηση έσταζε μέλι«.

Μην μου πείτε πως δεν σας προδιαθέτει ότι θα διαβάσετε μια ιστορία γεμάτη πάθος κι έντονα συναισθήματα, μίση και εκδίκηση, γιατί μάλλον θα πείτε ψέματα και δεν είναι σωστό. Όπως και να ‘χει, κάτι παρόμοιο περίμενα κι εγώ ωστόσο, βρέθηκα αντιμέτωπη με κάτι αρκετά διαφορετικό από αυτό που είχα στο μυαλό μου, αλλά κι από στο οποίο είχε συνηθίσει η συγγραφέας το αναγνωστικό της κοινό όλα αυτά τα χρόνια, ενισχύοντας την άποψή μου πως οι σύγχρονοι λογοτέχνες προσπαθούν να κάνουν στροφή στο ύφος του, αν και για μένα αυτό πρέπει να το καλλιεργείς από το ξεκίνημά σου και στην πορεία, να συντηρείται.

Η Μαρουσώ είναι μια κοπέλα που παρά την ζωντάνια της και την αγάπη της για τη ζωή, αλλά και τις τόσες δυνατότητές της να πετύχει σπουδαία πράγματα, χτυπιέται αλύπητα από τη μοίρα που χωρίς ιδιαίτερο λόγο, δεν μοιάζει να είναι ελαστική μαζί της. Κι όμως, εκείνη καταφέρνει να φανεί δυνατή, να σταθεί στα πόδια της και να μην λυγίσει κάτω από το βάρος του κακού της ριζικού, φτάνοντας στο σημείο εκείνο που η ζωή με τον δικό της τρόπο, της φέρνει την δυνατότητα να εκδικηθεί για όλα εκείνα που της στέρησαν. Κι εκείνη δεν θα διστάσει, παρά θα αρπάξει την ευκαιρία φτάνοντας πολλές φορές στα άκρα, δοκιμάζοντας τον εαυτό της, ίσως και την συνείδησή της. Μέχρι που στο δρόμο της θα βρεθεί η Αννέζα και οι ισορροπίες θα διαταραχθούν και οι δύο γυναίκες θα καταλάβουν πως ίσως να είναι πιόνια στο παιχνίδι που η μοίρα όρισε για εκείνες.

Θα ξεκινήσω από τα θετικά του βιβλίου, όχι επειδή είμαι καλός άνθρωπος, αλλά επειδή πιστεύω πως οφείλω να τα αναγνωρίσω. Το βιβλίο είναι ιδιαίτερα καλογραμμένο, με στρωτό λόγο και αφήγηση που ρέει, αλλά και με διαλόγους ζωντανούς, γεμάτους ενέργεια και συναίσθημα που αυτό μεταδίδεται άμεσα και εύκολα στον αναγνώστη. Επιπλέον, αρκετά καλοδουλεμένο θα χαρακτήριζε κανείς και το ψυχογράφημα των δύο κεντρικών ηρωίδων, της Μαρουσώς και της Αννέζας, αν και πιστεύω πως είναι ξεκάθαρη η προτίμηση και η αδυναμία της συγγραφέως στην πρώτη, όχι μόνο επειδή της αφήνει περισσότερο χώρο και της προσφέρει περισσότερο χρόνο, αλλά επειδή μοιάζει ακόμα και στις πιο σκληρές στιγμές της να καλύπτεται από ένα πέπλο αγάπης και κατανόησης, που ίσως θα μπορούσε να είναι και κάπως πιο συγκαλυμμένο.

Και θα περάσω τώρα στα αρνητικά της υπόθεσης, γιατί κι αυτά πρέπει να τα λέμε. Αν και όπως προανέφερα οι διάλογοι είναι ζωντανοί και διέπονται από αρκετό ρεαλισμό, επαναλαμβάνονται σε υπερβολικά μεγάλο βαθμό, τόσο που έπιασα τον εαυτό μου να ανατρέχει μερικές σελίδες πίσω για να διαπιστώσει αν ήταν αλήθεια ή η ιδέα μου. Και αυτό είναι κάτι που θα το καταλάβαινα να συνέβαινε στο βιβλίο ενός πρωτάρη συγγραφέα, αλλά θεωρώ πως όσο ένας δημιουργός προχωράει κι εξελίσσεται, οφείλει να δίνει λίγο μεγαλύτερη σημασία στις λεπτομέρειες που μπορεί να κάνουν τη διαφορά. Από ‘κει κι έπειτα, πιστεύω πως το βιβλίο είναι ιδιαίτερα προβλέψιμο, ειδικά για τους τακτικούς αναγνώστες του είδους, και πως ίσως να το κάνει ακόμα πιο προβλέψιμο η σχετικά πρόσφατη κυκλοφορία ενός άλλου βιβλίου με το οποίο έχουν πολλά κοινά σημεία, άρα μπορεί να σας οδηγήσει σε εύκολα συμπεράσματα.

Όπως και να ‘χει, «Η εκδίκηση έσταζε μέλι» είναι ένα βιβλίο καλογραμμένο, ευκολοδιάβαστο κι ευχάριστο, που το δίχως άλλο, δεν θα σας κουράσει, αλλά δεν θα σας προσφέρει και την συγκίνηση εκείνη που πιθανότατα αναζητούσατε όταν το πήρατε στα χέρια σας. Σίγουρα θα θέλατε κάτι παραπάνω, ίσως μια μεγαλύτερη και όχι τόσο εμφανής ανατροπή, ένα αίσθημα που σίγουρα ενισχύει ακόμα περισσότερο ο τίτλος και η περίληψη, που ίσως γεννούν μεγαλύτερες προσδοκίες από αυτές που θα έπρεπε. Τέλος, θέλω να αναφέρω πως είναι συγκινητικό το γεγονός πως το βιβλίο αυτό η συγγραφέας το αφιερώνει στη μνήμη της αδικοχαμένης της αδερφής, Καίτης Οικόνομου, που χωρίς καμία αμφιβολία μας λείπει πολύ.

Το βιβλίο της Φανής Πανταζή, Η εκδίκηση έσταζε μέλι, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.