«Ο Λούζιν που βημάτιζε νευρικά στο δωμάτιο μισοκοιμόταν, αλλά ο Λούζιν που οραματιζόταν διαρκώς μία σκακιέρα έμενε άγρυπνος κι ανήμπορος να συναντηθεί και να γίνει ένα με το ληθαργικό σωσία του».

Σε αυτό το μυθιστόρημα που ο Ναμπόκοφ έγραψε το 1930, διακρίνεται από μέρους του πρωταγωνιστή Λούζιν μία έντονη διεργασία εσωτερικής μάχης ανάμεσα στο σκάκι και την πραγματικότητα.

Γιατί η πραγματική ζωή δεν είναι συνυφασμένη με το σκάκι, το σκάκι αποτελεί έναν διαφορετικό κόσμο, ξεχωριστό, μοναδικό, ανεξάρτητο. Η σκέψη, ο συλλογισμός, η ύπαρξη του ήρωα Λούζιν καθορίζεται σε βαθμό παραληρήματος πολλές φορές από το παιχνίδι. Είναι αυτό το παιχνίδι, το επικίνδυνο, το απρόβλεπτο που οδηγεί τη ζωή του μέσα από έναν λαβύρινθο και ένα αίνιγμα, θα καταφέρει να βγει αλώβητος ή θα καταστεί θύμα του; Γιατί όπως και στο μυθιστόρημα του Δον Σανδάλιο που έγραψε ο Miguel de Unamuno (εκδ. Άγρα), ο σκακιστής και παίκτης είναι πάνω από όλα ένας αρχαιολόγος των κινήσεών του με την έννοια πως σκάβει βαθιά στο νου του για να φέρει στην επιφάνεια διαδρομές και στοές για το εκάστοτε πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει. Είναι παράλληλα και ένας αναζητητής λύσεων, ένας στρατιώτης και ένας πολεμιστής μίας διαφορετικής κάθε φορά αναμέτρησης, η έκβασή της προφανώς πάντα άγνωστη. Εκεί έγκειται όλη η δυσκολία και η ιδιαιτερότητα αυτού του περίεργα δομημένου παιχνιδιού, ένα παιχνίδι που απαιτεί συγκέντρωση, επιμονή, υπομονή, εστίαση και καθόλου πανικό.

Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, που με αριστοτεχνικό τρόπο μετέφρασε αυτό το μυθιστόρημα ωριμότητας του Ναμπόκοφ, αναφέρει στο επίμετρο: «Το σκάκι είναι κάτι περισσότερο από παιχνίδι. Είναι κάτι ανάμεσα στην τέχνη και στην επιστήμη, κάτι που εξελίσσεται διαρκώς, παραμένοντας ωστόσο το ίδιο, μία αστείρευτη πηγή σαγήνης, εκρηκτικών εκπλήξεων, γόνιμης οργάνωσης του νου, αλλά και διασάλευσης των αισθήσεων, των βεβαιοτήτων, των άκαμπτων πεποιθήσεων». Ο Λούζιν του Ναμπόκοφ, θυμίζει ναυαγό σε άγρια και ανεμοδαρμένη θάλασσα να καβαλάει κύματα για να βρει λίγη στεριά. Είναι τέτοιας φύσης η σχέση του με το σκάκι που και μόνο στο άκουσμα της λέξης σκάκι ή ακόμα και στην πρόκληση ενός προβλήματος που τίθεται ενώπιόν του χωρίς εκείνος να το περιμένει το σύμπαν ολόκληρο συνωμοτεί για να παραμεριστούν όλες οι άλλες «επίγειες» δραστηριότητες και να αφοσιωθεί ψυχή τε και σώματι στην λύση, στην αποκρυπτογράφηση των κινήσεων του αντιπάλου. Και ο αντίπαλος αυτός, είναι αλήθεια πως μπορεί να είναι ή πραγματικός όπως στην περίπτωση του Τουράτι ή φανταστικός και δημιούργημα μίας δικής του προσωπικής φαντασίωσης. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση οι κίνδυνοι που διατρέχει, όπως διαφαίνεται και από τα επεισόδια της ζωής του, είναι πολλοί και σοβαροί. Ένας Οξαποδώ, για να θυμηθούμε και τον Μωπασάν, μοιάζει να τον κυνηγάει, να κατατρέχει κάθε στιγμή την ηρεμία του σαν τον Διάβολο που εμφανίζεται για να του ταράξει την μέχρι τότε φιλήσυχη καθημερινότητά του αφού έχει πια ξεκόψει από το «ναρκωτικό» που λέγεται σκάκι. Ο Λούζιν είναι δέσμιος του πάθους του, δεν είναι ένας σωστός άνθρωπος κατά τον Σωκράτη, αλλά είναι χαρούμενος και ικανοποιημένος, εκστασιασμένος μέσα στον κόσμο που έχει διαμορφώσει για να ζει παρέα με τα πιόνια του, τους πεσσούς του και τους πύργους. Αυτοί, και δεν είναι υπερβολή αυτό, είναι οι πραγματικοί σύντροφοί του, οι φίλοι του, η οικογένεια του, ο ίδιος είναι μυαλό διαφορετικό από όλα τα άλλα που κυκλοφορούν γύρω του. Για αυτό και η γυναίκα του που πασχίζει να τον συνδράμει με κάθε τρόπο, δεν κατανοεί πως αυτή η παράνοιά του για εκείνη είναι η ίδια του η υπόσταση, η επιβίωση του σε έναν κόσμο που δεν πλάστηκε για ιδιοφυίες. «Είναι δύσκολο, α, είναι πολύ δύσκολο να κρύψεις κάτι – τ’ άλλα αντικείμενα είναι ζηλόφθονα και αφιλόξενα, και στέκουν σταθερά στα μέρη τους και δεν επιτρέπουν σ’ ένα άστεγο αντικείμενο που διώκεται να βρει μία χαραμάδα να κρυφτεί». Έτσι νιώθει και αισθάνεται μέσα του, ξένος, αλλόκοτος, παράσιτο που καλείται να συνδιαλέγεται με έναν ασφυκτικό κλοιό ανθρώπων ανόητων για εκείνον και με αυτόν τον τρόπο επειδή δεν υπάρχει καμία επικοινωνία, ούτε καν στοιχειώδης όλο και απομακρύνεται, παραμερίζεται, απογοητεύεται, γίνεται εσωστρεφής.

Η Άμυνα του Λούζιν μοιάζει και για τον Ναμπόκοφ τον ίδιο να είναι ένα κλείσιμο ματιού στις ιδέες που τον απασχολούν, δεν είναι τυχαίο πως πολλοί συγγραφείς ταυτίζονται με κάποιο τρόπο με τους ήρωές τους και μέσα από την ανατρεπτική αφήγησή τους, προκύπτουν ερωτήματα σχετικά με τους ίδιους και τις ανησυχίες τους που κατά κάποιο τρόπο κατευνάζονται αν αυτές βρουν έδαφος να καταγραφούν. Ο Λούζιν και η πορεία της ζωής του μέσα σε έναν κοινότοπο κόσμο είναι ένα σκακιστικό πρόβλημα χωρίς απάντηση για τον ίδιο τον Ναμπόκοφ, ο οποίος πολύ πιθανό να σκεφτόταν τι εξέλιξη να δώσει στην ιστορία του ανθρώπου αυτού. Ο συγγραφέας/δημιουργός όπως ο Ναμπόκοφ, βρίσκεται πολλές φορές σε μάχη με το εγώ του και το ίδιο του το έργο και λειτουργεί αυτός ο ρόλος του αφηγητή σαν ένας καθρέφτης των αδυναμιών που απλά εξωτερικεύονται ή εμμέσως κρύβονται πίσω από το προσωπείο ενός πρωταγωνιστή. Όλα αυτά συνδέονται με ένα απόσπασα  από το εξαιρετικό επίμετρο όπου παρέχονται πολλές πολύτιμες πληροφορίες από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη και αναδύεται ανάμεσα σε άλλους η προβληματική του Ρέιμοντ Τσάντλερ, ο οποίος μέσα από τα αστυνομικά του μυθιστορήματα και τον επιθεωρητή Μάρλοου εγείρει προσωπικές αγωνίες. Χαρακτηριστικά αναφέρεται από τον μεταφραστή Ανδρέα Αποστολίδη: «Οργάνωσε επίμονα το υλικό του σαν μία παρτίδα σκάκι, μία χειρονομία σχεδόν συμβολική μπροστά στη χαοτική του ζωή, τις συμπτώσεις, τα σκαμπανεβάσματα, τις στροφές και τα απρόοπτα που παρακολουθούσε ανήμπορος να αντιδράσει {…} Αυτή η προσπάθεια του να ξεπεράσει τα χαοτικά γεγονότα μέσα από την οργάνωση των μυθιστορημάτων του συμβολίζεται στις σκακιστικές ασκήσεις στις οποίες καταφεύγει ο ήρωάς του σαν όαση μπροστά στην πλήρη του αδυναμία να κατανοήσει τι του συμβαίνει και να οργανώσει τη δική του χαοτική ζωή».

Ο Λούζιν είναι ένας άνθρωπος θλιμμένος, σκιά και φάντασμα του εαυτού του γιατί η ζωή του πορεύτηκε με τέτοιο τρόπο που το σκάκι έγινε μέρος του χρονοντούλαπου της ιστορίας του και του παρελθόντος του όταν βρέθηκε από υπερβολική δόση και εξάντληση ανίκανος πια να δράσει στο παιχνίδι και απομακρύνθηκε αναγκαστικά γιατί διέτρεχε κίνδυνο να χάσει και το ίδιο το παιχνίδι της ζωής του. Τελικά όμως πόσο αξίζει να σβήσει ένα όνειρο πραγμάτωσης των πιο μύχιων επιθυμιών για χάρη μίας πεζής πραγματικότητας που για τον συγκεκριμένο άνθρωπο δεν έχει καμία αξία και η μόνη διέξοδος είναι η επιστροφή σε αυτό το κατά πολλούς δαιμόνιο που για εκείνον είναι το μόνο βάλσαμο? Η ψυχή του εκλιπαρούσε για άσκηση μνήμης και πνεύματος, για έντονη δράση και οι κοινωνικοί του κύκλοι στους οποίους ήταν ξένος τον οδήγησαν εκτός τροχιάς να τρέμει στην ιδέα της επανασύνδεσης με το «κακό» για τους άλλους παρελθόν του. Στην ιδέα αυτής της απώλειας ο Λούζιν θα επιστρατεύσει άμυνες, θα κινήσει εσωτερικές διαδικασίες που μόνο εκείνος γνωρίζει τι κατάληξη θα έχουν για εκείνον. Το παιχνίδι όμως αυτό που ξεκίνησε, το σκάκι και οι παρτίδες του, του οποίου υπήρξε βασιλιάς δοξασμένος συνεχίζεται, απλά σε άλλο μετερίζι μακριά από σκωπτικές και επώδυνες για τον ίδιο αντιλήψεις. «Τη στιγμή που άρχισε να πέφτει στο κενό, τη στιγμή που ο παγωμένος αέρας εισέβαλε ορμητικά στο στόμα του, εκείνη τη στιγμή πρόλαβε να δει ακριβώς το είδος της αιωνιότητάς που, αναπότρεπτα, υποχρεωτικά και ανεξιχνίαστα, απλωνόταν μπροστά του».

«Όλες οι σκέψεις του τον τελευταίο καιρό είχαν μια σκακιστική χροιά, αλλά κρατούσε ακόμη»

«Οι αχτίνες της συνείδησής του, που σκόρπιζαν κάθε που έρχονταν σ’ επαφή με τον εντελώς σαφή και κατανοητό κόσμο που τον περιέβαλλε, χάνοντας έτσι τη μισή τους δύναμη, είχαν τώρα τόσο πολύ ισχυροποιηθεί και ήταν τόσο πολύ συγκεντρωμένες, ώστε ο κόσμος εκείνος έμοιαζε να ‘χει διαλυθεί σαν ένας αντικατοπτρισμός, κι έτσι δεν υπήρχε λόγος πια ν’ ανησυχεί»

Το βιβλίο του Vladimir Nabokov, Η άμυνα του Λούζιν, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.