To Beton7 παρουσιάζει το πρώτο μέρος του έργου Ημερολόγιο ενός Άλλου, μία «σπονδυλωτή ιστορία» σε κείμενα και μουσική του Γιώργου Μουλουδάκη

O Γιώργος Μουλουδάκης μιλάει στο Culturenow για τις σελίδες αυτού του ημερολογίου, αλλά και για τον «συγγραφέα» αυτού, τον δικό μας ξεχωριστό Άλλο…

CultureNow: To Beton7 φιλοξενεί για λίγες παραστάσεις το έργο σας «Ημερολόγιο ενός Άλλου», και μάλιστα όχι ολόκληρο το έργο, αλλά το πρώτο μέρος. Πείτε μας λίγα λόγια για το Ημερολόγιο ενός άλλου, πρόκειται να παρακολουθήσουμε μία ιστορία ή τα προσωπικά βιώματα ενός… άλλου; Και ποιος είναι αυτός ο Άλλος;

Γιώργος Μουλουδάκης: Ούτε το ‘να, ούτε τ’ άλλο. Ο Άλλος είναι ένα προσωπικό ζητούμενο για τον καθένα μας. Τον σκέφτομαι σαν ένα γράφημα του ασυνείδητου, μια σκιά που ο καθένας θα της δώσει τα δικά του χαρακτηριστικά. Εγώ δεν γίνεται να ξέρω τον δικό σας Άλλο. Φιλοδοξία είναι να πάρετε απ’ το σώμα του πρωταγωνιστή εκείνο το συγγενές κομμάτι που σας αναλογεί.

Σε πρώτο επίπεδο υπάρχει ένας εξομολογητικός κατά την πρόφασή του λόγος. Κρυφοκοιτάμε το ημερολόγιο ενός αγνώστου – ένα τετράδιο για προσωπική χρήση που το σκυλεύουμε ερήμην του. Και, όπως κάθε φορά που κρυφοκοιτάμε, βρίσκουμε εδώ κάτι που μας θυμίζει τόσο πολύ τον εαυτό μας – έναν καθρέφτη απέναντι ας πούμε – που μετεωριζόμαστε, χάνουμε την αίσθηση της ταυτότητας. Σας έχει συμβεί σίγουρα… Εκείνη η στιγμή, αυτός ο υπαρξιακός μετεωρισμός, είναι η περιοχή που λειτουργεί η τέχνη. Σ’ αυτή την αδύναμη στιγμή μας, τη στιγμή με τις μειωμένες αντιστάσεις, που θα πει στην πιο πλούσια στιγμή μας, έρχονται οι ήχοι, η μουσική, η ενέργεια των άλλων γύρω, να κάνουν κατάληψη.   Τυπικά τώρα, έχουμε λόγο σε προβολή, βίντεο, ήχους με ασαφείς αναφορές και φιλοδοξία να λειτουργήσουν “ψυχοακουστικά”, ζωντανή μουσική, και την εγγύτητα του χώρου όπου όλα συμβαίνουν δίπλα σου. Αυτό είναι όμως η επιφάνεια. Παρακάτω συμβαίνουν, με το καλό, άλλα…

Το “Ημερολόγιο” ήταν κατ’ αρχήν ένα στοίχημα. Πώς θα μπορούσαμε να κρατήσουμε ίσες αποστάσεις απ’ τον λόγο και τη μουσική, να τους δώσουμε ισότιμους ρόλους, αποφεύγοντας την παραδοσιακή εκφορά από έναν ηθοποιό, τραγουδιστή, αφηγητή… Στη μνήμη μου ήρθε το “Χαμόγελο της Τζοκόντας” του Χατζιδάκι, στην πρώτη του έκδοση σε βινύλιο, όπου ακούγαμε και διαβάζαμε ταυτόχρονα απ’ το οπισθόφυλλο την ιστορία. Αυτή την αίσθηση θέλησα να μεταφέρω στην παράσταση, και – όπως συμβαίνει πάντα – πήγα κάπου αλλού.  Ο λόγος λοιπόν προβάλλεται, κι έτσι ο θεατής διατηρεί τον εσωτερικό του συλλαβισμό. Δεν παρεμβάλλεται ο ηθοποιός που θα έδινε τον δικό του βηματισμό στο ημερολόγιο, θα το “ερμήνευε” πριν ακόμα φτάσει σ’ εμάς. Ήθελα να αποφύγω τον ενδιάμεσο, τη χειραγώγηση της αντίληψης. Εδώ έχουμε την πολυτέλεια οι αναγνώσεις να είναι τόσες όσοι και οι θεατές. Ο καθένας διατηρεί την προσωπική του. Εσείς θα μου πείτε μετά τι πήρατε.

 

C. N.: Τα κείμενα και η μουσική της παράστασης είναι δικά σας. Με ποια άλλα μέσα πλαισιώνετε το κείμενο και την μουσική στην παράσταση; Οι ηχητικές και οι βιντεο – προβολές που χρησιμοποιείτε αποτελούν κύριο χαρακτηριστικό της. Πόσο πολύ στηρίζεστε εσείς ο ίδιος στα νέα μέσα και την τεχνολογία για να εκφραστείτε εικαστικά, θεατρικά και μουσικά;

Γ. Μ.: Να σας εξομολογηθώ, έχω μια αλλεργία στην κατηγοριοποίηση. Εγώ ας πούμε χάνω ένα κομμάτι των δυνατοτήτων μου αν φορτωθώ την ταμπέλα του μουσικού. Κι εσείς αντίστοιχα του δημοσιογράφου. Είμαστε πρόσωπα. Άλλοι. Εγώ είμαι ένα πρόσωπο ανάμεσά σας, που κατέχει σε έναν βαθμό μια τέχνη. Αυτό το δεύτερο είναι “αναγκαίο καλό”, αλλά επουσιώδες. Το ερώτημα είναι αν αυτό που λέω τυχαίνει να σας αφορά, κινεί κάτι μέσα σας. Σ’ αυτό το κάτι συναντιόμαστε και στήνουμε μια αυτοσχέδια σχέση. Α, να, μια σχεδία! Όπως στις παρέες. Δεν χρωστά κανείς σε κανέναν τίποτα, και σ’ αυτή την ουδετερότητα μπορούμε να ξεδιπλωθούμε.

Λοιπόν, για να μην ξεφεύγω, εμείς στην παράσταση χρησιμοποιούμε διαφορετικά μέσα για να κάνουμε το σκηνικό ελκυστικό, έτσι όπως φροντίζεις το τραπέζι που καλείς την παρέα σου. Όχι όμως με αισθητικά κριτήρια, μόνο με κριτήρια λειτουργικότητας. Στην Κρήτη ας πούμε αρκούν δυο ρακοπότηρα για να στήσεις γλέντι. Ε, εμείς χρειαστήκαμε και κάτι παραπάνω. Χρησιμοποιήσαμε λοιπόν προηχογραφημένους ήχους, βίντεο σε ένα λιτό εικαστικό περιβάλλον, λόγο σε προβολή και μουσική που παίζεται ζωντανά – αλλά και διαμορφώνεται ζωντανά – απ’ το ηλεκτρονικό κουαρτέτο που τη φέρνει επί σκηνής.

Το συνολάκι τώρα κολυμπά σε ένα πράγμα που λέω “ηχητικό χαλί” και που είναι παρόν καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Αυτό, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μας πηγαίνει από μόνο του σε ένα περιβάλλον εκτός αίθουσας. Οι ήχοι του χώρου μιξάρονται με αυτούς του ηχητικού χαλιού.

Δεν είναι καινούργια πράγματα αυτά – ο Μπάροουζ τα είχε κάνει θεωρία εδώ και δεκαετίες – αλλά γίνονται καινούργια όταν η ανάγκη σου τα επανεφευρίσκει. Κι έτσι, να προλάβω να πω πως ό,τι χρησιμοποιήθηκε ήταν επειδή υπήρξε η ανάγκη του και όχι επειδή υπήρξε διαθέσιμη η τεχνολογία. Δε στήσαμε κανένα τσίρκο. Είδαμε τι θέλαμε να κάνουμε, και μετά βρήκαμε τρόπο να το κάνουμε με τον πιο αποτελεσματικό για τις δυνατότητές μας τρόπο.

Εκείνο βέβαια που λειτούργησε εκ των υστέρων απρόβλεπτα και συμπληρωματικά ήταν ο χώρος του beton 7 που δεν τον ήξερα και που ξαφνιάστηκα όταν ανακάλυψα τη συγγένειά του με το “Ημερολόγιο”.

Στο επίπεδο της εισόδου λοιπόν λειτουργεί το μπαρ, όπου έχεις μια πρώτη γνωριμία με τα πρόσωπα που θα μοιραστείς την επόμενη ώρα. Και μετά κατεβαίνεις μια στενή ύποπτη σκάλα – ό,τι πρέπει δηλαδή – για να βρεθείς σε ένα μικρό υπόγειο θέατρο -επίσης ό,τι πρέπει – όπου όλα, εκ του μεγέθους, συμβαίνουν δίπλα σου. Οι διαστάσεις είναι ανθρώπινες, συνωμοτικές, και η έλλειψη καθισμάτων που θα χώριζαν τον χώρο σου απ‘ του διπλανού σε βάζει σε μια αγαπητική αντίληψη για το εμείς. Το “Ημερολόγιο” αναπνέει στο υπόγειο, και φιλοδοξεί τη Σχέση. Όλα καλώς έχουν λοιπόν. Ξέφυγα;

 

C. N.: Το έργο αποτελείται από δύο μέρη, και τώρα επιλέξατε να παρουσιάσετε μόνο το πρώτο μέρος. Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος που η παρουσίασή του γίνεται σε δύο μέρη, σε ξεχωριστές χρονικές στιγμές; Θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε και το δεύτερο μέρος στη συνέχεια και κατά πόσο θα συμπληρώσει το πρώτο μέρος; Θα μπορούσαμε να σταθούμε μόνο σε ένα από τα δύο μέρη του έργου και να έχουμε μια συνολική εικόνα για αυτό που θέλετε να παρουσιάσετε;

Γ. Μ.: Το “Ημερολόγιο” μπορεί να είναι στο μέλλον μια ανοιχτή βιωματική εφημερίδα. Απ’ τη στιγμή που βρέθηκε το τεχνικό στήσιμό του, μπορεί να προχωρά ες αεί σε νέα σύνολα ημερών, που σχολιάζουν τα εκάστοτε ερεθίσματα απ’ τον έξω κόσμο, φιλτραρισμένα απ’ τον Άλλον κόσμο, αυτόν του Άλλου. Γι’ αυτό ξεκινάμε από ένα πρώτο μέρος, δηλώνοντας απλά τον ανοιχτό του χαρακτήρα.   Υπάρχει όμως και διαφορά τρόπου. Στο δεύτερο μέρος χρησιμοποιούμε περισσότερο ακουστικά όργανα, εκεί το ημερολόγιο είναι πιο άμεσο σε σχέση με την ηχητική του εκφορά. Επίσης διαπράττουμε εκεί μια ελάχιστη ιεροσυλία, μπαίνουμε για λίγο στον παιδικό κόσμο του Άλλου και ακούμε-βλέπουμε ένα παραμύθι του. Την παιδική ματιά του “Ημερολογίου”.

Μπορεί στη συνέχεια να υπάρξει και τρίτο μέρος αν η ανάγκη το καλέσει. Προς το παρόν έχουμε έτοιμα τα δυο πρώτα, και το δεύτερο θα παρουσιαστεί με το καλό στην αρχή της νέας χρονιάς. Βέβαια θα ήταν δύσκολο να τα κάνουμε και τα δύο σε μια παράσταση, γιατί θα ήταν τεράστια. Και ήδη η παράσταση είναι πολύ πυκνή για να μπορέσει να αφομοιωθεί σε μια βραδιά. Κάποιοι θένε να ξανάρθουνε για να πάρουνε ένα άλλο κομμάτι της. Εγώ ακόμα βρίσκω μέσα της πράγματα που μου είχαν διαφύγει…   Το δεύτερο τώρα μέρος όντως συμπληρώνει το πρώτο, αν και η σειρά πρώτο-δεύτερο είναι τυχαία.

Στο δεύτερο πηγαίνουμε λοιπόν περισσότερο σε μνήμες της παιδικής ηλικίας. Κινούμενοι αντίστροφα, ξεκινάμε απ’ τον σχολιασμό ενός ενήλικα και πηγαίνουμε προς τον κόσμο του παραμυθιού. Νομίζω πως το ένα συμπληρώνει το άλλο. Όπως σας είπα, αν είχαμε την αντοχή να παίξουμε και να δούμε επί ένα τετράωρο τόσο πυκνή γραφή, θα ήταν ιδανικό να το κάνουμε σε μια μέρα. Αλλά ούτε εμείς αντέχουμε. Είναι όπως τα όνειρα -χρειάζονται τον χρόνο τους να αφομοιωθούνε. Και δεν μιλάω για ερμηνεία, αλλά για εκείνη την κατάσταση όπου οι εικόνες κατακάθονται στην αίσθηση, βρίσκουν μια κάποια ευρυχωρία για να συνεχίσουν και μετά την παράσταση να αναπνέουν μέσα μας.  Φιλοδοξία είναι να τις πάρουμε μαζί μας σαν δικές μας, και να τις αφήσουμε με τον τρόπο τους να συμβάλουν σε μια πολιτική στάση – και δεν είναι υπερφίαλο αυτό.

Όπως είπε και ο συνοδοιπόρος μου ο Χάρης Σαββίδης, “πολιτική διά της τέχνης”. Ναι, πολιτικό είναι ό,τι κατ’ αρχήν διαμορφώνει την εσωτερική μας σκηνή. Έτσι, για να μην ξεχνάμε τα μόνα δικά μας όπλα απέναντι στην ασχήμια που μας υπόσχονται απ’ έξω οι τραπεζίτες. Να μην τους πιστέψουμε. Ο “Άλλος” γυρνά την πλάτη του και προσανατολίζεται στο δικό του φως…