Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ένας από τους κορυφαίους εν ενεργεία ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου, πρωταγωνιστεί…

… φέτος στην παράσταση με τίτλο «Κάθε Πέμπτη κύριε Γκρην» στο θέατρο Άνεσις, με συμπρωταγωνιστή τον Τάσο Ιορδανίδη.

Ευγενικός και πρόθυμος, ο πολύπειρος ηθοποιός μίλησε στο www.culturenow.gr για την παράσταση στην οποία συμμετέχει εκ νέου μετά από 13 χρόνια, για το θέατρο αλλά και για τους νέους, με τους οποίους έχει ιδανικές σχέσεις σε όλη του την πορεία. Φυσικά, μια συνέντευξη με έναν τόσο σημαντικό άνθρωπο δε θα μπορούσε να μην έχει ενδιαφέρον για τους φίλους του θεάτρου, και όχι μόνον.

Συνέντευξη: Νώντας Δουζίνας

Culturenow.gr: Αφορμή της συνομιλίας μας είναι η παράσταση «Κάθε Πέμπτη κύριε Γκρην», στο Θέατρο Άνεσις. Θα θέλατε να μας μιλήσετε και να μας δώσετε μια δική σας οπτική, για ένα έργο που ανεβάζετε ξανά μετά από 13 χρόνια;
Γιώργος Μιχαλακόπουλος:
Νομίζω ότι το κυρίαρχο στοιχείο του έργου είναι η αποδοχή της διαφορετικότητας και από τους δυο χαρακτήρες στο φινάλε του έργου. Τόσο ο κύριος Γκρην όσο και ο νεαρός έχουν χαρακτηριστικά έντονα προσωπικά μετά από την επικοινωνία των 9 εβδομάδων, αφού ο νεαρός επισκεπτόταν το γέρο κάθε Πέμπτη, γιατί είχε μια ποινή από το δικαστήριο επειδή τον είχε χτυπήσει με το αυτοκίνητο και έπρεπε να τον φροντίζει. Σε 9 Πέμπτες αναδεικνύονται οι δυο ήρωες, οι διαφορές τους, οι συγκρούσεις τους, τα προσωπικά τους χαρακτηριστικά, όμως στο τέλος υπάρχει μια ταύτιση και αποδοχή, μέσα από πολύ γέλιο, συγκίνηση, δραματικά στοιχεία και χιούμορ. Όλα τα στοιχεία που μπορεί να έχει μια ζωή, υπάρχουν σε μια παράσταση που θα χαρακτήριζα πολύ ζωντανή και άνετα επικοινωνιακή με τον κόσμο, κάτι που αισθανόμαστε στο τελικό χειροκρότημα, στις ανάσες των θεατών, στο γέλιο τους. Είναι μια ευτυχία τόσο για εμένα όσο και για τον Τάσο να επικοινωνούμε τόσο άμεσα με το σύνολο της σάλας. Περνάμε πολύ καλές στιγμές!

Cul.N.: Πώς αποφασίσατε να ανεβάσετε εκ νέου ένα έργο στο οποίο είχατε πρωταγωνιστεί πριν από αρκετό καιρό και πιο συγκεκριμένα, πριν από 13 χρόνια;
Γ.Μ.:
Συνήθως δεν παίζω επαναλήψεις. Στα 51 χρόνια της καριέρας μου, είναι το πρώτο έργο που επαναλαμβάνω. Βέβαια, ήταν ένα έργο που με είχε σφραγίσει. Η πρόταση ήρθε από τον Τάσο Ιορδανίδη, ο οποίος μετά από αρκετά «όχι» με έπεισε. Το είδα θετικά, μου άρεσε και η θέση του Τάσου στο ρόλο του νεαρού στον άλλο πόλο και τελικά αποδείχθηκε ότι κάναμε καλά, γιατί έχουμε άριστη επικοινωνία τόσο στη σκηνή όσο και στο καμαρίνι και αυτό είναι μεγάλη υπόθεση.

Cul.N.: Βρήκατε κάποια νέα στοιχεία στον κύριο Γκρην, που δεν είχατε δει κατά την προηγούμενη φορά που ερμηνεύσατε το ρόλο;
Γ.Μ.:
Πολλά! Τα φορτία της ηλικίας μου καταρχήν, είναι αλλιώτικα από όσο ήταν πριν από 13 χρόνια. Σίγουρα πιστεύω ότι θα πρέπει να είμαι καλύτερος από εκείνη την παράσταση, θα πρέπει να είμαι πιο αφαιρετικός, πιο στοχαστικός, ακόμη πιο άμεσος. Ο πλούτος των χρόνων και της θεατρικής πείρας πάνω στις τεχνικές μου, νομίζω ότι φαίνεται.

Cul.N.: Ερμηνεύετε έναν παράξενο κύριο, που όμως αποτελεί ένα πολύ σημαντικό ρόλο για εσάς. Στην καρδιά σας τι θέση έχει ο κύριος Γκρην;
Γ.Μ.:
Είναι ένας παράξενος αλλά ανθρώπινος χαρακτήρας. Τον κατανοώ απόλυτα. Κατανοώ τις τραυματικές του εμπειρίες, τα θρησκευτικά του ταμπού, τον κατανοώ απολύτως τον ήρωα και αυτή η κατανόηση με δικαιώνει, όταν κατορθώνει και βγάζει όλα αυτά τα αρνητικά στολίδια που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος στη ζωή του και προσαρμόζεται σε ανθρώπινο επίπεδο, με το νεαρό το Ρος.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να πω για τους συνεργάτες στην παράσταση. Η μετάφραση είναι του Ερρίκου Μπελιέ, τα σκηνικά του Απόστολου Βέττα και οι φωτισμοί του Νίκου Καβουκίδη. Ο Νίκος είναι πολύ παλιός και μόνιμος συνεργάτης μου, που φέρνει πάνω του μια ολόκληρη ιστορία οπερατέρ και φωτιστή στον ελληνικό κινηματογράφο. Βέβαια, είναι πολύτιμη η σχέση μου πάνω στη σκηνή με τον Τάσο Ιορδανίδη, που αναδεικνύει αρετές ζηλευτές για νέο ηθοποιό και κάνει και εμένα χαρούμενο όταν είμαι πάνω στη σκηνή και έχω απέναντί μου ένα νέο συναδελφό που τον χαίρομαι.

Cul.N.: Αυτή είναι η ιδανική πάσα για την επόμενη ερώτηση. Σε όλη σας την πορεία είχατε πολύ καλή σχέση με τους νέους, έχετε υπάρξει καθηγητής μεταξύ άλλων στο Εθνικό Θέατρο και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στις Ποινικές Φυλακές του Κορυδαλλού, καθώς και υπεύθυνος νεολαίας στο Δήμο Αθηναίων. Τι έχετε εισπράξει από τη διαρκή σας σχέση με τους νέους;
Γ.Μ.:
Δεν είμαι ένας πολίτης της παντόφλας και της καρό κουβέρτας. Μετέχω, έχω ανοικτά τα μάτια και προσπαθώ να παίρνω οξυγόνο από γύρω μου. Όσο για τη σχέση με τους νέους ανθρώπους πλουτίζω, δεν εισπράττω απλά. Πλουτίζω από τη ζωντάνια τους, την καινούργια τους ματιά, τις αγωνίες τους, που ίσως κάποιοι μεγαλύτεροι ξεχνάμε. Όμως τα νιάτα ταλανίζονται, έχω παιδιά και εγγόνια και με νοιάζει η νεολαία. Την κατανοώ τη νεολαία, ενώ ακόμη και κάποιες αρνητικές τους θέσεις αποτελούν στοιχείο του πορτραίτου ενός νέου ανθρώπου. Αλίμονο να μην είχε και αρνητικές συμπεριφορές κάποια στιγμή, να ήταν light. Με γοητεύει η σχέση με τους νέους, γιατί δεν ξέρω πόσο κερδίζουν αυτοί από εμένα, αλλά εγώ ανανεώνομαι έχοντας συνεχή επαφή μαζί τους.

Cul.N.: Ως νέος, ασχοληθήκατε με την υποκριτική σε μια επίσης δύσκολη εποχή. Τι θα είχατε να πείτε στους νέους που θέλουν να ασχοληθούν με το θέατρο;
Γ.Μ.:
Αν μιλήσω για τη δική μου εποχή, θα τους πω ότι είναι κρίμα που δεν την έζησαν, σε επίπεδο θεατρικής παιδείας. Σε ότι με αφορά, είχα την ευλογία να έχω δάσκαλο τον Κάρολο Κουν, που δεν ήταν μεγαθήριο ελληνικό, αλλά πανευρωπαϊκό μεγαθήριο δασκάλου, ο οποίος με έμαθε το θεατρικό αλφάβητο. Από εκεί κατάλαβα την ουσία του θεάτρου και προσπαθώ όλα αυτά τα χρόνια να την υπηρετώ όσο το δυνατόν καλύτερα.

Cul.N.: Το θέατρο πόσο έχει αλλάξει, από τότε μέχρι σήμερα;
Γ.Μ.:
Λείπουν οι μεγάλοι παλιοί δάσκαλοι, ενώ λείπουν και γενικά οι οντότητες, από την ίδια την κοινωνία. Από την άλλη μεριά υπάρχει μια νεολαία που σε σχέση με εμάς είναι καλύτερα οπλισμένη. Γνωρίζει ξένες γλώσσες, ξέρει χορό, τραγούδι, πράγματα που για εμάς ήταν ανύπαρκτα τότε. Όμως εμείς είχαμε ευτυχήσει να έχουμε σπουδαίους δασκάλους. Οι νεότεροι είναι σε ένα χώρο παιδείας ως προς την υποκριτική αλλά και γενικότερα, ο οποίος είναι κάτω του μετρίου. Τα δε παιδιά βρίσκονται σε ένα επαγγελματικό καμίνι μεταξύ της ανύπαρκτης ελληνικής τηλεόρασης, ευκαιριακών καταστάσεων με θιάσους που –πολλοί- δημιουργήθηκαν από τα σίριαλ. Ο θίασος δε χτίζεται όπως παλιά. Παλιά υπήρχε ο θίασος όπου μπορεί ο πρωταγωνιστής να ήταν ο Λογοθετίδης ή η Λαμπέτη, αλλά από εκεί και κάτω υπήρχε ο πρώτος καρατερίστας, ο δεύτερος καρατερίστας, η πρώτη ενζενί, η ντάμα… Υπήρχε μια ιεραρχία, που για να περάσεις αυτά τα σκαλιά έπρεπε να αποδείξεις πάνω στο σανίδι ότι έχεις τα κότσια και τις προϋποθέσεις. Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Όποιος προλάβει, πρόλαβε. Πολλή πόζα, χωρίστρα, άφθονη μπριγιαντίνη, celebrity και όλα τα υπόλοιπα. Είναι ένα πακέτο που δεν έχει καμιά σχέση με την ουσία της δουλειάς μας. Όμως, είμαι υποχρεωμένος να τονίσω ότι υπάρχουν παιδιά τα οποία ξεκινούν με περισσότερα εφόδια από εμάς, αλλά το κλίμα είναι αρνητικό και αυτή είναι η αμαρτία. Τα παιδιά έχουν πολλές γνώσεις όταν ξεκινούν, ενώ όταν ξεκινούσαμε εμείς, λόγω της πείνας της Κατοχής ήμασταν αλλού. Τα παιδιά ενημερώνονται, έχουν αυτί και μάτι στο εξωτερικό. Εμείς όμως είχαμε την πολυτέλεια να έχουμε μεγέθη σαν τον Κουν, τον Τσαρούχη, το Χατζιδάκι, το Θεοδωράκη, τον Εγγονόπουλο, τον Ελύτη, το Σεφέρη πάνω στη δράση τους. Ήταν ένα κλίμα εντελώς διαφορετικό, που ήθελες δεν ήθελες, όφειλες να φτάσεις τον πήχη που είναι ψηλά. Εδώ ο πήχης δεν είναι καν στην επιφάνεια της Γης, αυτό είναι το πρόβλημα.

Cul.N.: Αν σας ζητούσαμε να στείλετε ένα μήνυμα στους νέους, τι θα λέγατε;
Γ.Μ.:
Στους νέους ηθοποιούς θα έδινα κουράγιο. Ας δίνουν τις μάχες τους μέσα από μια αντίληψη στην οποία θα ενυπάρχει η υγεία του θεάτρου και όχι η αρρώστια, η επιφάνεια και η πόζα. Να ψάχνονται για να προχωρήσουν καλύτερα και να μη βολεύονται με το φαίνεσθαι.