Ο Γιώργος Κακουλίδης παρουσιάζει στο Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη την έκθεση ζωγραφικής «Η αλήθεια που δεν υπάρχει». Η έκθεση, που αποτελείται από

25 έργα με λάδι και ακρυλικά χρώματα, διαφορετικών  διαστάσεων, θα διαρκέσει από τις 19 Νοεμβρίου έως τις 8 Δεκεμβρίου 2012. Λίγες ημέρες πριν τα εγκαίνια της έκθεσης, ο καλλιτέχνης απάντησε στις ερωτήσεις του Culturenow.gr για την τέχνη, την τρέλα και την αλήθεια των πραγμάτων.

Συνέντευξη: Μαριάννα Παπάκη

Culturenow.gr: «Η αλήθεια που δεν υπάρχει» είναι ο τίτλος της έκθεσής σας που θα παρουσιαστεί στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης από τις 19 Νοεμβρίου έως τις 9 Δεκεμβρίου 2012. Πείτε μας λίγα λόγια για τα έργα που περιλαμβάνονται σε αυτή την έκθεση αλλά και τον τίτλο της. Στην ανυπαρξία  ποιας αλήθειας αναφέρεστε;
Γιώργος Κακουλίδης: Πρόκειται για μια ενότητα με άξονα κρίσιμες στιγμές μέσα στην καθημερινότητα και ό, τι μένει απ’ αυτές. Αναφέρομαι στην αλήθεια του καθενός που δεν αποδεικνύεται πουθενά.

Cul.N.: Πόσο υποκειμενική ή πόσο αντικειμενική είναι «η αλήθεια» κατά τη γνώμη σας; Πιστεύετε στην ύπαρξη μίας αλήθειας ή πολλών;
Γ.Κ.: Η αλήθεια ούτε αντικειμενική είναι ούτε υποκειμενική. Είναι η κυρίαρχη επιθυμία του οργανισμού διά της οποίας κατορθώνει να αντέξει το σοκ της ύπαρξης.

Cul.N.: Η έμπνευση για τη δημιουργία των συγκεκριμένων έργων σας από πού πηγάζει;
Γ.Κ.: Από τα βιώματα, αυτά τα ζώα που σπρώχνουν να βρουν μια θέση μέσα στο φως.

Cul.N.: Ο Ιστορικός Τέχνης Δημήτρης Βάσσος σημειώνει προλογίζοντας την Έκθεση: «…Η θεματολογία του είναι ξεκάθαρη: με απόλυτη ευγένεια και ασύλληπτη ευαισθησία και τρυφερότητα προσεγγίζει τον κόσμο της τρέλας.» Είναι η τρέλα ένα μείζον καλλιτεχνικό θέμα; Μήπως είναι ένας φορέας αλήθειας που πολλοί αγνοούν εσκεμμένα;
Γ.Κ.:
Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει σχέση, έστω και περιστασιακή, με την κατάσταση της τρέλας. Κάθε έργο που θαυμάζουμε δεν είναι παρά το προϊόν κάποιου μοιχού που αφήνει τη γυναικούλα του, τη λογική, και τρέχει προς την ερωμένη του, την τρέλα. Προσοχή όμως: όποιος κόψει το αυτί του δεν σημαίνει πως θα ζωγραφίζει σαν τον Βαν Γκογκ.

Cul.N.: Ζωγραφικά πώς προσεγγίσατε την τρέλα; Ποιο χρώμα την εκφράζει καλύτερα;
Γ.Κ.:
Δεν προσεγγίζεις ζωγραφικά την τρέλα. Απλώς κοιτάς τα νεκρά ή ζωντανά σημεία που έχει αφήσει μέσα σου και τα απλώνεις στην επιφάνεια του έργου, προτιμώντας το κίτρινο του καδμίου, που κατ’ εμέ είναι το χρώμα που την εκφράζει καλύτερα.

Cul.N.: Κατάγεστε από καλλιτεχνική οικογένεια καθώς ο παππούς σας ήταν γλύπτης, ο πατέρας σας ζωγράφος και αυτό το γεγονός σας έδωσε την ευκαιρία να μεγαλώσετε σ’ ένα περιβάλλον με σημαντικά ονόματα από το χώρο του πολιτισμού. Ποια από αυτά τα ονόματα σας εντυπωσίασαν περισσότερο; Θυμάστε ιδιαίτερα κάποια συνάντηση ή κάποιο γεγονός;
Γ.Κ.: Από πολύ μικρό παιδί βρισκόμουν ανάμεσα σε καλλιτέχνες. Κάθε είδους. Γι’ αυτό ό,τι μπορεί σε κάποιον άλλο να φαίνεται ιδιαίτερο, για μένα ήταν φυσικό, καθημερινό.  Άνθρωποι από το χώρο των εικαστικών, της γραφής, του θεάτρου γέμιζαν καθημερινά το σπίτι μας. Άνθρωποι ξεχωριστοί με ζωές αντισυμβατικές, όπως οι ζωγράφοι Αλέξης Ακριθάκης, Μίνως Αργυράκης, οι ποιητές Μιχάλης Κατσαρός, Νίκος Καρούζος, ο Κώστας Ταχτσής… Είναι τόσοι που δεν μπορώ καν να τους απαριθμήσω εδώ. Αυτοί οι άνθρωποι αποτέλεσαν την πρώτη ύλη μου για τη ζωή, και πολλές από αυτές τις ιστορίες τις  περιλαμβάνω στο βιβλίο μου «Περί αλητείας», που κυκλοφόρησε πέρσι από τις εκδόσεις Κέδρος.

Cul.N.: Πιστεύετε πως σήμερα, με βάση την οικονομική/πολιτιστική/κοινωνική κρίση που βιώνουμε, υπάρχει ένας σημαντικός καλλιτεχνικός κύκλος όπως οι άνθρωποι των τεχνών που γνωρίσατε εσείς μεγαλώνοντας, που θα μπορούσαν να αρθρώσουν πνευματικό λόγο;
Γ.Κ.: Το ζήτημα των ημερών δεν είναι το κυνήγι του λόγου, δεν πρόκειται για καμία χαμένη κιβωτό. Αυτό που έχουμε άμεση ανάγκη είναι να σχηματιστεί από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του ένας πυκνός λόγος που θα βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Θα κάνει το άγχος αγωνία και την όρεξη επιθυμία.

Cul.N.: Χρώματα, πινέλο, λέξεις, μολύβι. Ποιες οι διαφορές των εκφραστικών μέσων; Πόσο διαφορετική ή ίδια είναι η δύναμη της εικόνας (που μας φέρνει χιλιάδες σκέψεις στο νου) και του λόγου που μπορεί να μας δημιουργήσει χιλιάδες εικόνες;
Γ.Κ.:
Διαλέγω κάθε φορά ό,τι μου υπαγορεύει το ένστικτό μου ως καλύτερο μέσον για να αποτυπώσω αυτό ακριβώς που σχηματίζεται μέσα μου.

Cul.N.: Κλείνοντας, θα ήθελα να επιστρέψουμε στην έκθεση και να μας πείτε ποια αλήθεια θα θέλατε να εισπράξουν μέσω των έργων σας οι επισκέπτες.
Γ.Κ.:
Θα ήθελα να του θυμίσει στιγμές από τη δική τους αλήθεια. Ίσως να συμπέσουμε.