Το πρώτο μέρος της τετραλογίας μας συστήνει τον Ευγενή Τιμωρό και ο Γιώργος Αναματερός ή κατά κόσμον Anamateur, μας μιλάει για την δημιουργία του.

 

CultureNow: Μία αμφιβολία εγεννήθη στο μυαλό ενός ευγενούς τιμωρού είναι ο τίτλος της μουσικο-θεατρικής παράστασης που θα παρουσιάσετε στο Booze Cooperativa. Πείτε μας λίγα λόγια για την παράσταση. Με ποια αφορμή και έμπνευση γράψατε τη μουσική και τα κείμενα;

Γιώργος Αναματερός: Η ιστορία της παραστάσεως έχει εν ολίγοις να κάνει με έναν μυστηριώδη παράνομο τιμωρό, που εμφανίζεται ως εκ θαύματος σε μία μικρή χώρα που υποφέρει από μία μεγάλη κρίση και αρχίζει να τιμωρεί με τον πλέον φρικώδη, αλλά συγχρόνως διασκεδαστικό τρόπο, διεφθαρμένους υπουργούς και σκοταδιστές δημοσιογράφους που παραμένουν ατιμώρητοι από τον Νόμο. Η μεγάλη του περιπέτεια ξεκινά όταν ερωτεύεται παράφορα μία όμορφη και χαρισματικὴ ζωγράφο, η οποία, αν και φαίνεται να αντιστέκεται στην αρχή, ενδίδει εν τέλει στην παράξενη γοητεία του. Η αμφιβολία στην οποία αναφέρεται ο τίτλος του έργου, είναι απόρροια της αρχικής αμφιβολίας του τιμωρού, αν δηλαδὴ αυτὸς θα επρεπε να της αποκαλύψει ή όχι το φοβερό του μυστικό…

Την ιστορία του έργου την είχα επινοήσει το 2002 ή το 2003 κάποια μέρα ονειροπολώντας, φανταζόμενος αφενός τον εαυτό μου στον ρόλο ενός ευγενούς τιμωρού που θα δρούσε στην χώρα μας, και αφετέρου μία καλλιτέχνιδα με την οποία ήμουν ερωτευμένος απὸ το 1999, στον ρόλο της μουσας του τιμωρού αυτού. Αρχικώς ήθελα να δώσω μορφή στην ιστορία μέσα απὸ ένα μυθιστόρημα, αλλά η απόπειρα αυτὴ δεν κράτησε πολύ. Εν τέλει, κάποια χρόνια αργότερα, ήρθε η στιγμή που σκέφθηκα την ιστορία αυτὴ να την διηγηθώ μέσα απὸ ένα live κονσέρτο του jazz σχήματός μου, των Anamateur & Pros. Η ιδέα δεν ήταν άσχημη, όμως κανένα τραγούδι δεν μπορούσα να γράψω που να με ευχαριστεί, μέχρι που μου ήρθε μια άλλη ιδέα: να καλέσω την προαναφερθείσα καλλιτέχνιδα να γίνει η συμπρωταγωνίστριά μου στο έργο. Όταν είπε αυτή το ναι ενθουσιωδώς, τα κατάλληλα τραγούδια άρχισαν να γράφονται απὸ μόνα τους το ένα μετὰ το άλλο…

 

C. N.: Πρόκειται για ένα έργο που όπως αναφέρετε είναι αποκλειστικά προορισμένο να παιχτεί από μουσικούς της τζαζ. Γιατί συμβαίνει αυτό; Πόσο επιτυγχάνετε το συνδυασμό της μουσικής της τζαζ με την υποκριτική; Πως ένας μουσικός μεταμορφώνεται σε ηθοποιό και αφηγητή μέσα από αυτήν την παράσταση;

Γ. Α.: Όπως ξεκίνησα να σας λέω, το κύριο στοιχείο στο οποίο βασίζεται το έργο είναι τα τραγούδια μου και αυτὰ έχουν κυρίως την αισθητική της jazz του ’20 και του ’30 (οι επιρροές μου έρχονται από αυτὴν την περίοδο – μου αρέσουν π.χ. οι Fats Waller, Cole Porter, Duke Ellington, Irving Berlin – χωρίς βεβαίως να μένω ανεπηρέαστος και ἀπὸ τὴν πιὸ μοντέρνα jazz, αφού όλα αυτὰ τα χρόνια έμαθα να κάθομαι και να παίζω δίπλα σε μουσικοὺς που έχουν μια πολὺ πιο σύγχρονη προσέγγιση στην μουσική). Αρχικώς λοιπόν η παράσταση ήταν προορισμένη να γίνει μία απλὴ συναυλία, τα τραγούδια της οποίας θα τα ερμήνευα εγώ, η συμπρωταγωνίστριά μου και οι Pros –  οι οποίοι θα αποτελούσαν τρόπον τινά τον Χορό του δράματος. Μεταξὺ τών τραγουδιών, θα υπήρχαν και αφηγηματικά μέρη, όπου θα εξηγούσα σαν αφηγητής πως εξελισσόταν η ιστορία. Όμως σιγά – σιγά, γράφοντας το έργο, άρχισα να με φαντάζομαι στα διαλείμματα μεταξύ των τραγουδιών, αντὶ να αφηγούμαι την ιστορία με λόγια, να σηκώνομαι π.χ. απὸ το πιάνο μου και να φλερτάρω την πρωταγωνίστρια επὶ σκηνής, να βάζω την πρωταγωνίστρια να ζωγραφίζει, τους Pros να μπαίνουν σε διαφόρους δευτερεύοντες ρόλους και να αλληλεπιδρούν μαζί μας… Κι έτσι το μεγαλύτερο μέρος της αφηγήσεως μετατράπηκε σε σκηνὲς με μιμική (βρήκα περιττό να χρησιμοποιήσω άλλα λόγια πέραν των στίχων των τραγουδιών). Φυσικά εγὼ και οι jazz μουσικοὶ που θα συμμετάσχουμε στην παράσταση δεν είμαστε έμπειροι ηθοποιοί, ουτε έχουμε τίποτα ιδιαίτερες σπουδές στην μιμική, όμως για τις ανάγκες του σεναρίου επαρκούμε πολὺ καλὰ νομίζω: είμαστε αρκετά εκφραστικοί, μας αρέσει να μπαίνουμε σε ρόλους, ξέρουμε να αυτοσχεδιάζουμε και να προκαλούμε ο ένας τον άλλον… Δείτε π.χ. Πώς ο Jim “baby” Klonis (ο drummer) θα τα ψάλλει στον ευγενή τιμωρό (σε μένα) επειδή χάνω την αυτοσυγκέντρωση μου…  Βεβαίως αυτὸς είναι ένας ρόλος που ο Jim παίζει συχνά και στην πραγματική ζωή…

 

C. N.: Το συγκεκριμένο μέρος αποτελεί την πρώτη ιστορία της τετραλογίας, η οποία έχει παρουσιαστεί στη Λισσαβόνα το 2009. Τι ανταπόκριση είχατε στην πρώτη παρουσίαση του έργου στο εξωτερικό; Αναμένετε την ίδια ανταπόκριση και από το ελληνικό κοινό;

Γ. Α.: Η παρουσίαση αυτὴ έγινε στην θεατρική σκηνή του πολυχώρου Sociedade De Instruçao Guilherme Cossoul. Συμμετειχαν με πολὺ μεράκι γνωστοὶ μουσικοὶ της πορτογαλικής jazz σκηνής με τοὺς οποίους είχα γίνει φίλος και συνεργαστεί απὸ την παραμονή μου στην Λισσαβόνα το 2002-3 και απὸ τα μετέπειτα ταξίδια μου εκεί (Marta Hugon, Mário Franco, Pedro Carvalho, Marinela). Σε σύγκριση με την τωρινή παράσταση, υστερούσε βεβαίως αρκετά: δεν υπήρχε συν-σκηνοθέτης με τον οποίο να συνεργάζομαι, δεν υπήρχε αφηγητής – ηθοποιός για τα εναπομείναντα αφηγηματικά μέρη του έργου (εγὼ έκανα και αυτὸν τον ρόλο), οι συμμετέχοντες ήσαν λιγότεροι, πέραν τούτου ετοιμάσθηκε σε πολὺ πιο σύντομο χρονικό διάστημα. Κι έτσι τώρα ξέρω ότι σε μερικὰ σημεία υπήρχε πρόβλημα με τον ρυθμὸ του έργου. Παρ’ όλα αυτά, ο κόσμος έδειξε ανταπόκριση και (αν κρίνω απὸ το θερμό χειροκρότημα) μάλλον του άρεσε… Είδαν την τριήμερη παράσταση γύρω στα 120 άτομα και είχα και την πρώτη μου κριτική απὸ έναν πολὺ γνωστὸ γελοιογράφο, τον Jose Bandeira, η οποία ήταν θετική. Άρα βάσει της λογικής, πιστεύω ότι ἡ ανταπόκριση του ελληνικού κοινού θα είναι αρκετά μεγαλύτερη, αφού το έργο είναι πιο ολοκληρωμένο και συμπαγές πλέον (και εκτὸς αυτού το μήνυμα του έργου τυχαίνει πλέον να είναι αρκετά πιο επίκαιρο…)

 

C. N.: Η τετραλογία αποτελείται από τέσσερις νουάρ ερωτικές ιστορίες. Ο έρωτας ήταν το κύριο στοιχείο που σας ενέπνευσε στη μουσική σας για το συγκεκριμένο έργο; Θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε και τα υπόλοιπα μέρη της τετραλογίας;

Γ. Α.: Ναι, σωστά μαντέψατε, όπως σας προείπα, ήταν η διάθεση μου να εξομολογηθώ στην προαναφερθείσα καλλιτέχνιδα τον μακροχρόνιο έρωτά μου (και η δική της διάθεση να με ακούσει…), που με ενέπνευσε να γράψω το πρώτο έργο. Τις άλλες τρεις ιστορίες της τετραλογίας τις σκέφθηκα το βράδυ που πίστεψα ότι η μούσα μου ανταποκρινόταν πλήρως στον ερωτά μου! Ήταν κατά την διάρκεια της νύχτας, όταν προσπαθούσα ανωφελώς να κοιμηθώ: έχω την εντύπωση ότι εκείνη την νύχτα μπορεί να σκεφτόμουν τις ιστορίες για μια ολόκληρη δεκαλογία, αν δεν σταματούσα κάποια στιγμή, για να επιβάλω στον εαυτό μου να κοιμηθεί τουλάχιστον ένα δίωρο!…

Φυσικά και ελπίζω να τα καταφέρω να σας παρουσιάσω και τα υπόλοιπα μέρη της τετραλογίας (και ελπίζω να θέλετε να τα δείτε…). Αν και το γράψιμο δεν συνεχίζεται με τους ίδιους ρυθμούς πλέον (ευτυχώς…), ήδη έχει γραφεί ένα σημαντικό μέρος του δευτέρου έργου. Θα ονομάζεται «Μία πεποίθεσις ἐσχηματίσθη στὸ μυαλὸ ἑνὸς πεφωτισμένου τυράννου» και θα έχει σαν ήρωες έναν άσημο αλλά επίδοξο πεφωτισμένο τύραννο και μία πανίσχυρη και πανέμορφη βουλευτίνα της αριστεράς…

 

C. N.: Τέλος, πείτε μας λίγα λόγια για τους συντελεστές της παράστασης, για τους μουσικούς που συμμετέχουν και για τον ρόλο που έχει ο καθένας μέσα στην παράσταση.

Γ. Α.: Κατ’ αρχήν πρέπει να αναφέρω ότι η συν-σκηνοθέτις μου είναι η Μαρία Κατσιπατάκη. Αν και έχει και αυτὴ μεγάλη ευκολία να ταξιδεύει σε άλλους κόσμους, στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι αυτὴ που με φέρνει σε επαφή με την πραγματικότητα και με κάνει να καταλαβαίνω ποιες είναι οι πραγματικές απαιτήσεις υλοποιήσεως του jazz musical μου… Εκτός απὸ σκηνοθέτις, είναι και εξαίρετη κλακεττίστα και στο έργο θα υποδυθεί την απὸ Μηχανής Θεά. Συμπρωταγωνίστριά μου στο έργο θα είναι η Μαργαρίτα Σουβλέρη, της οποίας η ιδιοσυγκρασία ταιριάζει αρκετά με την ιδιοσυγκρασία της χαρισματικής ζωγράφου. Πέραν αυτού έχει εξειδικευμένες σπουδές στο ρεπερτόριο των musicals και έχει το χάρισμα να είναι και καλή μουσικός – τραγουδίστρια και καλή ηθοποιός. Ο Χορός του έργου αποτελείται απὸ μουσικούς που είναι πολὺ γνωστοὶ στο ελληνικό jazz κοινό: Δημήτρης Καραγιάννης (τενόρο σαξόφωνο και κλαρινέττο), Βαγγέλης Παρασκευαΐδης (βιμπράφωνο), Μάνος Λούτας (κοντραμπάσσο) και Δημήτρης Κλωνής (ντραμς). Οι ρόλοι που έχουν μέσα στην παράσταση είναι διάφοροι: κριτικοὶ τέχνης, περαστικοὶ διαβάτες που φλερτάρουν με την όμορφη ζωγράφο, επιστήθιοι φίλοι του ευγενούς τιμωρού… Τέλος στον ρόλο του αφηγητή θα υπάρχει και ένας πραγματικός ηθοποιός: ο εξαίρετος Φάνης Κατέχος, ο οποίος θα παρουσιάζεται σαν ένας φανατικός υποστηρικτής του Ευγενούς Τιμωρού και ο οποίος με την πρόζα του θα «δένει» το όλο έργο καλύτερα. Να αναφέρω επίσης ότι τεχνικός ήχου και φώτων είναι ο Βασίλης Αβραντίνης, το πόστερ της παραστάσεως είναι της Πορτογαλίδος Angela Cardoso, το στήσιμο φώτων και άλλες υπηρεσίες υποστηρίξεως έγιναν απὸ την Sir, οι εκτυπώσεις πραγματοποιήθηκαν απὸ τον FUDU.

Τέλος να ευχαριστήσω την Αρτέμιδα Λειβαδάρου και το Booze Cooperativa, για την πίστη τους σε μένα και το έργο μου, την βοήθειά τους και την υπέροχη φιλοξενία τους.