Τα τελευταία χρόνια ο Γιάννης Καλαβριανός έχει παρουσιάσει στο ελληνικό κοινό προσεγμένες και αξέχαστες θεατρικές παραστάσεις. «Αβελάρδος και Ελοίζα», «Γιοι και κόρες», «Η τάξη μας» είναι μερικές από αυτές, που παίχτηκαν μάλιστα και στο Φεστιβάλ Αθηνών. Αποτελεί ιδρυτικό μέλος της Εταιρίας Θέατρου Sforaris και ταξιδεύουν τις δημιουργικές τους αναζητήσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Φέτος, σκηνοθετεί στην γενέτειρά του, την Θεσσαλονίκη, το αριστούργημα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Μπροντέ, που είναι ταυτόχρονα η πρώτη του σκηνοθεσία στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας και η πρώτη θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος σε ελληνική σκηνή. Με αφορμή την παράσταση, μας μιλά για τη σημασία του συγκεκριμένου έργου, το πώς είναι να κάνεις θέατρο εντός και εκτός της χώρας και επίσης, αποκαλύπτει τα επόμενα καλλιτεχνικά σχέδιά του.


 Γιατί επιλέξατε να σκηνοθετήσετε τα πολυδιαβασμένα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»; Ποιο στοιχείο του ήταν αυτό που σας κέντρισε περισσότερο το ενδιαφέρον;

Γιάννης Καλαβριανός: Τα βαθύτερα κίνητρα των αποφάσεών μας δεν είναι-ευτυχώς-προφανή. Πρόκειται για μία ιστορία και μία γλώσσα που μου τράβηξαν από την αρχή την προσοχή και απλώς ακολούθησα το ένστικτό μου.

Στο θέατρο, πρέπει να υπάρχουν στιβαροί χαρακτήρες και οι χαρακτήρες της Μπροντέ, που σκέφτονται και πράττουν με πρωτόγνωρους για την εποχή τους τρόπους, ήταν εξ’ αρχής ένα δέλεαρ.

– Η ιστορία του Χίθκλιφ και της Κάθριν είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες στην παγκόσμια λογοτεχνία. Εσείς πώς βλέπετε τις διάφορες ψυχολογικές μεταπτώσεις τους και τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις; 

Πρόκειται για ιδιαιτέρως μελετημένες και πολύπλοκες περιπτώσεις ανθρώπων, που φέρουν τα χαρακτηριστικά και τις αντιδράσεις πολυεπίπεδων ιδιοσυγκρασιών. Η διασκευή και η σκηνοθεσία απλώς ακολουθούν την καταβύθιση μέσα τους που δημιούργησε η Μπροντέ και στις περισσότερες κινηματογραφικές μεταφορές αποσιωπήθηκε εντελώς λανθασμένα κατά την ανάγνωσή μου- προς ανάδειξη ενός σχεδόν γλυκερού ειδυλλίου.

– Κατά τη γνώμη σας, τι συνειρμούς με το σήμερα μπορεί να δημιουργήσει το συγκεκριμένο έργο, αν και γραμμένο το 1847;

Τα μεγάλα έργα Τέχνης λειτουργούν στο διηνεκές, γι’ αυτό και συνεχίζουμε να ασχολούμαστε μαζί τους. Οι συνειρμοί, οι σκέψεις, οι αναγωγές και τα πιθανά ερωτήματα, είναι τόσα, όσα και οι θεατές, οι αναγνώστες ή οι ακροατές τους.

– Πώς αισθάνεστε που η πρώτη σας σκηνοθετική δουλειά στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, είναι και η πρώτη μεγάλη μεταφορά του μυθιστορήματος στο σανίδι;

Αισθάνομαι μεγάλη χαρά και τιμή που ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ, Γιάννης Αναστασάκης, μου έδωσε την ευκαιρία να συνεργαστώ για πρώτη φορά με το μεγαλύτερο θέατρο της γενέτειράς μου. Από την πρώτη στιγμή υποστήριξε την παράσταση, επένδυσε σε αυτήν και έδωσε σε όλους τους συντελεστές την άνεση να εργαστούμε σε πραγματικά άψογες συνθήκες, ώστε να έχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Τα εύσημα του ρίσκου και της εμπιστοσύνης του ανήκουν.

– Βλέπουμε στις επιλογές των κειμένων σας, μια καθαρά ανθρωποκεντρική προσέγγιση, με τις σχέσεις να εμφανίζονται ως κεντρικός πυρήνας. 

Ο άνθρωπος και τα δεινά του, ήταν και θα παραμένει το βασικό ζητούμενο σε όλες τις εποχές και σε όλες τις έντεχνες απόπειρες.

– Οι παραστάσεις σας έχουν ταξιδέψει κατά καιρούς σε αρκετές πόλεις τους εξωτερικού. Μιλήστε μας για αυτήν την εμπειρία, αν υπάρχουν διαφορές σε σχέση με την Ελλάδα, αλλά και την υποδοχή του κοινού έξω.

Η συνεχής παρουσία σε διοργανώσεις του εξωτερικού, απαιτεί διαφορετική προσέγγιση και οργανόγραμμα από αυτές της Ελλάδας. Η δυσκολία δημιουργίας θιάσων προς περιοδεία, μαζί με τους συχνά ανακόλουθους με τη σύγχρονη πρακτική Νόμους, εγκλωβίζουν τα περισσότερα ελληνικά σχήματα, από τις μικρές ομάδες μέχρι τα Κρατικά Θέατρα και χάνεται έτσι η ευκαιρία της σταθερής παρουσίας τους στις περισσότερα μεγάλα διεθνή Φεστιβάλ. Το ελληνικό θέατρο θα μπορούσε ωραιότατα να εξαχθεί και να πρωτοπορεί στη διεθνή σκηνή, παρά τη μικρή εμβέλεια της γλώσσας. Οι μεγάλες διοργανώσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, δημιουργούνται και στελεχώνονται από τους καλύτερους επαγγελματίες, χρησιμοποιώντας τεχνολογία αιχμής. Αν έπρεπε να επισημάνω μία διαφορά, είναι ίσως οι μικρότεροι χρόνοι που απαιτούνται στο εξωτερικό, ως αποτέλεσμα ολιγάριθμων και πιο ευέλικτων ομάδων τεχνικών και παραγωγής.

– Η Εταιρία Θεάτρου Sforaris μετρά μια δεκαετία επιτυχημένης πορείας. Τι κερδίσατε προσωπικά, όλα αυτά τα χρόνια με την συνύπαρξη μέσα στην ομάδα;

Η δημιουργία ασφαλών πυρήνων έκφρασης και ανταλλαγής, είναι μια όμορφη και δημιουργική κατάσταση σε αυτή τη δουλειά, την οποία υποστηρίξαμε όλοι μαζί, δίνοντας άπειρες ώρες και δουλεύοντας απλήρωτοι για 4 χρόνια. Κάθε απόπειρα θέλει χρόνο, επιμονή και αλληλοστήριξη για να μπορέσει να καρποφορήσει. Στην εποχή μας, η μακροημέρευση των ομάδων είναι η εξαίρεση και εμείς χαιρόμαστε πια να δουλεύουμε μαζί, αφού πλέον αισθανόμαστε συγγενείς. Εννοείται πως το σχήμα δεν είναι κλειστό, αλλά διαρκώς ανανεώνεται με συνεργασίες σε όλους τους τομείς.

– Έχοντας σπουδάσει στην Ιατρική, πώς θα λέγατε ότι αυτή η ακαδημαϊκή πορεία συνέβαλλε στην διαμόρφωση του καλλιτεχνικού σας σύμπαντος;

Δεν υπάρχει εμπειρία ζωής που να μην επηρεάζει ή συμβάλλει με κάποιον ορατό ή αόρατο τρόπο στη διαμόρφωση της ιδιοσυγκρασίας ή στην κατεύθυνση των επόμενων επιλογών μας.

– Κλείνοντας, θα θέλατε να αποκαλύψετε τα επόμενα επαγγελματικά σας σχέδια;

Συνεχίζω να δουλεύω πάνω στη διασκευή μιας νεοελληνικής κωμωδίας και του «Φρανκενστάιν» της Μαίρης Σέλλεϋ και ελπίζω σύντομα να έχουν οριστικοποιηθεί τα χρονοδιαγράμματα παρουσίασής τους.

 Σας ευχαριστώ πολύ!

Κι εγώ σας ευχαριστώ.