«Ο άνθρωπος είναι σαν ένα σκοινί τεντωμένο μεταξύ κτήνους και υπερανθρώπου. Ένα σκοινί πάνω από την άβυσσο».  

Φρίντριχ Νίτσε

Το έργο. 

Μία ιδιαίτερη θεατρική σύνθεση τεσσάρων μονόπρακτων του νομπελίστα Πίντερ («Κάπου στην Αλάσκα», «Νύχτα», » Οικογενειακές φωνές», και «Ένα για το δρόμο»), παραπέμπει σε κάτι πολύτιμο, αλλά σχεδόν ξεχασμένο, σε μία κοινή μνήμη, σε έναν κοινό τόπο, τα οποία αναπόφευκτα  καθορίζουν την ανθρώπινη φύση και την ταυτότητά μας. Μέσα από την αναδρομή στην παιδική ηλικία ο δημιουργός μελετά ιχνογραφώντας ευαίσθητα και οδυνηρά θέματα, όπως το υπαρξιακό, ο έρωτας, η οικογένεια και η εξουσία.

Η ιδιότυπη γραφή του με το black χιούμορ που τη διακρίνει, αποτελεί το μέσο για να υπεισέλθουμε στο εσωτερικό του σημερινού ατόμου, λάτρη της τεχνολογίας, για να καταγράψουμε λεπτομερώς κάθε τι που αφορά στο προσωπικό και κοινωνικό εμβαδόν της δράσης του. Το έλλειμμα που εντοπίζεται στην ανθρώπινη επαφή, ευαισθητοποιεί το συγγραφέα και του δημιουργεί την αδήριτη ανάγκη του επαναπροσδιορισμού των ιδανικών,των αξιών, των ονείρων και των στοχεύσεων, καθώς απειλείται η ταυτότητα του είδους μας, ως  ουμανιστικά όντα και πολίτες του κόσμου.

Οι βαρβαρότητες του Β´ παγκοσμίου πολέμου έκαναν τον ακτιβιστή Πίντερ να ασχοληθεί με το σκοτεινό/αθέατο κομμάτι του ατόμου και μ’ αυτόν τον τρόπο ανέδειξε τη ματαιότητα της ύπαρξης, όταν δεν επικεντρώνεται ολιστικά στον άνθρωπο ως αξία.

Η οπτική του επομένως με πινελιές ποίησης και φιλοσοφίας, εστιάζοντας στο αβέβαιο και εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης, πετυχαίνει με όχημα την αυτογνωσιακή διαδικασία να δείξει δρόμο για την απαραίτητη αλλαγή στο «είναι» της προσωπικότητας του καθένα, με απώτερο σκοπό τον αυτοκαθορισμό.

Υπόθεση.

«Το σκοτάδι κινείται πολύ γρήγορα. Πυκνό το σκοτάδι. Θυμάμαι το τραγούδι», προβάλλεται στον τοίχο στο βάθος της σκηνής.

Η θεατρική σύνθεση αφορά τη σύνδεση τεσσάρων ποικίλων ιστοριών με κοινό παρονομαστή το ανθρωποκεντρικό  βλέμμα του Χ. Πίντερ.

Η πρώτη πραγματεύεται τη σχέση με το χρόνο, όπου η Όλια Λαζαρίδου υποδύεται μια γυναίκα, η οποία στην εφηβεία πέφτει σε ένα ανεξήγητο κώμα και ξυπνά μετά από χρόνια. Αναδύονται θέματα μνήμης, συμπεριφοράς, σχέσης με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και εφηβικοί έρωτες, φανερώνοντας το «ανοχύρωτο» μπροστά στο χρόνο.

Ενδεικτική η αναφορά της ηρωίδας » τίποτα δεν μου συνέβη, δεν ήμουν πουθενά». Ο γιατρός της ( Δημ. Καταλειφός) σημειώνει» δεν ήσουν πουθενά. Ταξίδευες συνεχώς και εγώ χαρτογραφούσα την πορεία σου. Ποτέ δεν σε άφησα να φύγεις». Αυτό το «πουθενά» συμβολίζει το κενό, την έλλειψη, την όποια αλλοτρίωση και τη αποξένωση από τον εαυτό μας.

Η δεύτερη ιστορία αναφερόμενη στον έρωτα και στην επικοινωνία με το σύντροφο, δείχνει την αλλότρια οπτική, αλλά και τη διαφορετική «γλώσσα» που μιλάει το ζευγάρι, με αντικρουόμενες εικόνες και λεπτομέρειες, ικανές να στηρίξουν τη φθορά του χρόνου σε μία σχέση που φθίνει.

Στη συνέχεια, ο θεατής βιώνει έντονη σύγκρουση μάνας – γιου με την «παρουσία» του νεκρού πατέρα. Σαφής ακτινογραφία δυσλειτουργικής οικογένειας με την έλλειψη της επαφής που κάνει τα συμβαλλόμενα μέρη να αλληλοκατηγορούνται εμφανώς.

Η μάνα παραπονιέται ζητώντας αγάπη, ο γιος έχει βρει την ευτυχία αλλού και υποκαθιστά με άλλα πρόσωπα,  ό,τι τον δένει με τη ρίζα του, φεύγοντας ανήλικος ακόμα από το σπίτι. Δημιουργούνται επίσης, ως είθισται και οι ανάλογες ενοχές του τύπου: » ο πατέρας σου πέθανε μέσα σε δάκρυα και κατάρες» ή » η λέξη αγάπη σημαίνει κάτι για σένα;». Το σκηνικό που διαμορφώνεται στο θεατρικό σανίδι, με το χαμηλό φωτισμό, αναδεικνύει την αμφιβολία, την έλλειψη εμπιστοσύνης, την άρνηση να «ανοίξουν» χώρο για τους άλλους και τη σκοτεινιά της διαλυμένης σχέσης.

Αξιοσημείωτη η φράση του πατέρα: «όσα έχω να σου πω, δεν θα ειπωθούν», σκιαγραφώντας το αδιέξοδο.

«Μην κοιτάς, έτοιμος είναι ο κόσμος να διαλυθεί», προβάλλεται στον τοίχο, προετοιμάζοντας το κοινό για την » υπεροχή» της εξουσίας που ακολουθεί στο τέταρτο μονόπρακτο. Μία τριμελής οικογένεια που τόλμησε να αντιδράσει σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς συλλαμβάνεται, ανακρίνεται, (βιάζεται η γυναίκα) και εξευτελίζονται σε όλα τα επίπεδα. Με μότο «κράτος και θρησκεία» ο ανακριτής/ βασανιστής αναφέρει μεταξύ άλλων: «αγαπάς το θάνατο των άλλων όσο τον αγαπώ εγώ; «ή» ο θάνατος είναι αρμονία, καλύτερος από τη σεξουαλική επαφή».

Ο σαδισμός, ο εξαναγκασμός, η αναλγησία και το γλοιώδες του χαρακτήρα αποδίδουν με ακρίβεια την ιδεολογία του φασισμού, στοιχείο ενδεικτικό της απόλυτης διάστασης από τον πυρήνα της ανθρώπινης ουσίας. Ο αμοραλισμός του καθεστώτος και η παθολογία του ατόμου αποκρυσταλλώνονται στην απάντηση του ανακριτή, όταν ρωτήθηκε από τον πατέρα για την τύχη του επτάχρονου γιού του:» μη χολοσκάς γι’αυτόν, ένα μαλακισμένο ήταν».

Και τα τέσσερα μονόπρακτα έχουν κοινό τόπο τη σχέση του «εγώ» του σύγχρονου ανθρώπου με τις εγγύτερες σχέσεις του, στο ιδιωτικό, αλλά και στο δημόσιο σύμπαν του.

Ερμηνείες.

Η Όλια Λαζαρίδου είναι καταπληκτική ως Ντέμπορα, στο ρόλο της γυναίκας που ξυπνά από το κώμα, με χάρη, νάζι, αφέλεια και γλυκειά αυθορμησία, δείχνει το ταπεραμέντο της.

Προς το τέλος της ιστορίας, η εικόνα, που περιγράφει αυτά που ζούσε, όσο «κοιμόταν», η αίθουσα με τα ατέλειωτα δωμάτια, τα παράθυρα/ καθρέφτες, η μέγγενη στον αυχένα και η δυσκολία της αναπνοής, εκφράζουν το δραματικό βάθος της αφήγησης, καθιστώντας την τραγικό πρόσωπο. «Κλείνουν τα τείχη», η καταλυτική φράση για τη δομή του ρόλου, συγκλονίζει, με τον τρόπο που μέσα στο ερμηνευτικό της κέντρο έχει οδηγήσει το θεατή κατευθείαν στην έδρα του ψυχισμού της.

Ο Δημήτρης Καταλειφός πολύ καλός ως γιατρός, αλλά και ως ανακριτής. Σπουδαίος, εύστοχος, καθηλωτικός, υποστήριξε με σθένος και ρεαλισμό το γκροτέσκο κλίμα.

Και οι δύο ηθοποιοί υπηρέτησαν τα «παράλογα» σημεία του έργου, με συνέπεια, εκφράζοντας το συναίσθημα μέσα από την αντίφαση. Ανεπανάληπτο δίδυμο.

Η Λουκία Μιχαλοπούλου υποδύεται τρεις διαφορετικές περσόνες, αίολες, βουτηγμένες στη μοναξιά, στο κενό και στην αμφιβολία. Ερμηνεύει με πάθος και ψυχραιμία, ξετυλίγοντας το αδιαμφισβήτητο ταλέντο της.

Το θεατρικό παζλ συμπληρώνουν οι: Νίκος Πουρσανίδης, με υποκριτική αυτοτέλεια και αποδοτικότητα στους ρόλους που ενσάρκωσε, και Μάνος Καρατζογιάννης, που έπαιξε με πειστικότητα και σεβασμό στο κείμενο.

Στην παράσταση παίρνει μέρος και ο μικρός Σπύρος Γουλιέλμος.

Συντελεστές.

Η σκηνοθεσία του Μ. Καρατζογιάννη, γειωμένη, ώριμη, στέκεται με σοβαρότητα και τόλμη απέναντι στα συστατικά του λόγου και της δομής της σύνθεσης, που ο ίδιος επιμελήθηκε. Ο σχεδιασμός και η διαχείριση του υλικού έπλασαν ένα αρχιτεκτόνημα, άξιο θαυμασμού, χωρίς να χάσει το κείμενο τίποτε από την ποιητική και φιλοσοφική ματιά του συγγραφέα. Αξιόλογη και η συνεισφορά του Δήμου Κουβίδη, που έκανε τη μετάφραση των μονόπρακτων.

Τα λειτουργικά σκηνικά του Γιάννη Αρβανίτη, οι σωστοί φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη, τα αντιπροσωπευτικά κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα, η ευέλικτη κινησιολογία της Ζωής Χατζηαντωνίου και η ατμοσφαιρική μουσική του Αλέξανδρου Γκόνη βοήθησαν στο άρτιο αποτέλεσμα.

Μία πολύ καλή παράσταση, με επίκαιρα και διαχρονικά μηνύματα, ρυθμό, ένταση, και πάθος, η οποία παραδίδει μαθήματα στάσης ζωής. Λειτουργεί, τολμώ να πω, ως άτυπη ψυχοθεραπεία, σε μια εποχή ρευστή και επικίνδυνη, όπου οι φωνές με εσωτερικότητα φιμώνονται, ενώ υπερισχύουν οι σκανδαλώδεις και αλαζονικές, σε μια παγκόσμια κοινότητα που μαστίζεται από ένα νεόκοπο φασισμό.

Συστήνεται ανεπιφύλακτα.


Πληροφορίες παράστασης: Φωνές, του Χάρολντ Πίντερ στο Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου | 24 Μαΐου – 11 Ιουνίου 2017


Διαβάστε επίσης: Λουκία Μιχαλοπούλου: «Φωνές» που άλλες φορές ξεκουφαίνουν και άλλες ούτε που τις ακούς