Η ηθοποιός, χορεύτρια και χορογράφος Ελευθερία Κόμη, συμμετέχει στην παράσταση…

… με τίτλο «Αδιέξοδο», που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία στο θέατρο Π.Κ. Η καλλιτέχνις, απάντησε στις ερωτήσεις του www.culturenow.gr σχετικά με την παράσταση, την τέχνη, το χορό αλλά και τα αδιέξοδα που όλοι συναντούμε καθημερινά, σε κάθε επίπεδο.

Συνέντευξη: Νώντας Δουζίνας

Culturenow.gr: Αδιέξοδο.. Ένας τίτλος με πολλές πιθανές ερμηνείες.. Ποιο είναι το αδιέξοδο που παρουσιάζεται στο θέατρο ΠΚ;
Ελευθερία Κόμη:
Προφανώς όπως και ο τίτλος, μπορεί  και το σκηνικό Αδιέξοδο να σημαίνει πολλά διαφορετικά προσωπικά και συλλογικά αδιέξοδα για τον κάθε θεατή και για τον κάθε ερμηνευτή αντίστοιχα. Η έννοια πάντως «αδιέξοδο» συμβολίζεται καθαρά στην παράσταση: τοίχοι δημιουργούν ένα κλειστό χώρο, εννιά άτομα που μπαίνουν μέσα τυχαία, ανάστατα και βίαια, φωταγωγοί χάνονται και εμφανίζονται εντείνοντας έτσι την αγωνία όλων για εύρεση διεξόδου.

Cul.N.: Ποια είναι τα δικά σας καθήκοντα-«ρόλος» στο έργο;
E.K.:
Ένας θεατής μετά την παράσταση ένα βράδυ, ακόμα ταρακουνημένος από ότι είχε δει, γύρισε και μου εμπιστεύτηκε: «Ξέρω ποια είσαι συ. Κατάλαβα. Ο Εγκέφαλος των Άλλων… ». Μου άρεσε αυτή η… «μετάφραση» του ρόλου μου!  Εγώ κι ο Θάνος Πρίτσας, ο άλλος ηθοποιός της παράστασης είμαστε εκείνοι που φέρουν το Λόγο, κι επειδή ο δικός μου χαρακτήρας κατά κάποιο τρόπο προσπαθεί μάταια να επιβληθεί στους υπόλοιπους, να τους ελέγξει και να τους καθοδηγήσει – σαν εκείνοι να ήταν η μόνη του σανίδα σωτηρίας στην κυριολεξία!- μοιάζει σαν να παίζει το ρόλο του Εγκεφάλου ενός μεγάλου Σώματος φτιαγμένου από άλλα σώματα. Έτσι, κατά τη διάρκεια της παράστασης είμαι πολυπρόσωπη, μηχανορραφώ, αντιδρώντας κάθε φορά με ένα διαφορετικό τρόπο στα ερεθίσματα κινδύνου, στην ίδια την αίσθηση του εγκλεισμού. Και ο δικός μου χαρακτήρας όμως τυραννιέται και βρίσκεται μακριά από το να βρει τη λύση, χάνεται…. Όσο για τα καλλιτεχνικά μου καθήκοντα… κι εγώ τρέχω, σκαρφαλώνω, πηδάω, πέφτω, χορεύω ομαδικά, σαν όλους τους χορευτές. Αναμειγνύομαι μαζί τους, κι αυτό είναι στην ουσία που δεν αντέχει ο χαρακτήρας. Να γίνει ένα με τη μάζα. Η δικιά του ψευδαίσθηση διεξόδου είναι ο ατομικισμός, η ανάδυση και δυστυχώς κάποιες φορές η εξουσία…

Cul.N.: Ποια είναι τα κύρια μηνύματα που προσπαθεί να περάσει το έργο στο θεατή; Ο χορός πώς συνεισφέρει στην κατανόηση αυτών των μηνυμάτων;
E.K.:
Δε θα ήθελα να ονοματίσω τα μηνύματα που προσπαθήσαμε να περάσουμε, μια και ο χορός σαν είδος τέχνης είναι πριν από τις λέξεις και πέρα από αυτές. Άμεσα μια χορογραφική φράση, με το φαινόμενο της «ενσυναίσθησης» ταρακουνά σίγουρα τα σώματα των θεατών, ξυπνάει το ασυνείδητο και καταλήγει στη σκέψη εκείνου που την παρατηρεί και γιατί όχι και σε ένα λογικό συμπέρασμά του μυαλού του. Στόχος μας νομίζω λοιπόν με το χοροθεατρικό μας αισθητικό παιχνίδι, είναι να αρπάξουμε τον ανυποψίαστο θεατή και να τον κάνουμε καταρχήν μέτοχο ενός βιώματος, να του ξυπνήσουμε μνήμες, να του διεγείρουμε τη φαντασία και να τον παροτρύνουμε προτείνοντάς του τη δική μας ηθική σε κάποια λύση των δικών του αδιεξόδων. 

Cul.N.: Αδιέξοδο, κλειστοφοβία, εγκλωβισμός.. Μπορεί να προκύψει μια αισιόδοξη νότα από το «Αδιέξοδο»; Με ποιο τρόπο;
E.K.:
Η αισιόδοξη νότα είναι ο μονόδρομος που δημιουργείται μέσα στο Αδιέξοδο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, όταν εξαντλούνται όλες οι εκφάνσεις μιας εσώκλειστης κατάστασης. Και για να τρυπηθεί η σήραγγα, να βρεθεί η πόρτα, να ανοιχτεί το παράθυρο, χρειάζεται ζωτική ενέργεια. Η όρεξη για συνέχιση ζωής, αγώνα για την αξιοπρέπειά της, είναι η αισιόδοξη νότα, που απλά κάποιες φορές λόγω καταστάσεων τείνουμε να εξευτελίσουμε και αντί να την υποστηρίξουμε, σκάβουμε ακόμα πιο κάτω κι από τον «πάτο» που μας έχουν ήδη υποτίθεται επιβάλει. Ο μονόδρομος τρόπος, είναι η πνευματική αφύπνιση, κι έτσι το Αδιέξοδο γίνεται ένα ποτήρι μισογεμάτο κι όχι μισοάδειο, ένα  καζάνι ωρίμανσης συνειδήσεων και κατάστρωσης σχεδίου. Χωνευτήρι ελπίδας… προς υλοποίηση…

Cul.N.: Τι είναι αυτό το πρόσθετο στοιχείο που μπορεί να δώσει διέξοδο σε έναν αδιέξοδο δρόμο; Το παιδί του έργου, αποτελεί το συμβολισμό αυτής ακριβώς της διεξόδου;
E.K.:
  Δεν είναι ένα πρόσθετο στοιχείο, είναι η ξεχασμένη Ουσία όλων μας. Είναι η πνοή που μας κινεί, βεβαίως η ελπίδα, η ιστορική μας μνήμη, η αθωότητα. Για να αντιμετωπίσουμε τους τοίχους που χτίζονται γύρω μας καθημερινά θα πρέπει καταρχήν να σταματήσουμε να προδίδουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας. Να φερθούμε ανθρώπινα και στον διπλανό μας. Το παιδί του έργου είναι μάλλον η παραμελημένη ανθρωποκεντρική βάση οποιασδήποτε κοινωνίας. Από τη δική μου ματιά, βέβαια…

Cul.N.: Πότε άρχισε η προσωπική σας εμπλοκή με την τέχνη, μέσω του χορού και της υποκριτικής;
E.K.:
Πρέπει να μην είχα κλείσει τα πέντε όταν έμεινα έκθαμβη σαν παιδάκι, μπροστά στο θέαμα ενός μπαλέτου κλασσικού ρεπερτορίου – αδύνατο να σας πω ποιου – και που με την παρότρυνση της μητέρας μου οδηγήθηκα στην πρώτη μου Σχολή χορού. Κάπως έτσι ξεκίνησε, με τη μαγεία του χορού, για να συνεχίσει κάποια αρκετά χρόνια αργότερα στη Σχολή του Μωρίς Μπεζάρ στη Λωζάννη και στην επαγγελματική του ομάδα έπειτα. Η φιλοσοφία του Μπεζάρ ήταν να παρέχει σφαιρική κουλτούρα στους χορευτές του με μαθήματα υποκριτικής, τραγουδιού, κρουστών, πολεμικών τεχνών, κ.α. Κάπου εκεί λοιπόν μυήθηκα και στο θέατρο κι η συνέχιση των σπουδών μου πάνω στην υποκριτική ήταν κάτι που με ολοκλήρωνε καταρχήν μέσα μου κι έτσι προέκυψε κι έξω μου, επαγγελματικά.

Cul.N.: Αποτελεί ο χορός μορφή έκφρασης για εσάς; Πώς μετουσιώνεται αυτό επί σκηνής;
E.K.:
Ο χορός, αν και δεν αποτελεί πια τον τρόπο ζωής μου – πέρασα χρόνια όπου η ζωή μου καθοριζόταν από την προπόνησή μου και την εξέλιξη της χορευτικής μου τεχνικής -, είναι σίγουρα η τέχνη που σπούδασα και εξάσκησα περισσότερο μέχρι τώρα. Κάτι που έχει βιωθεί αρκετά, πάντα υπάρχει και μεταλλάσσεται πάνω στη σκηνή και έξω από αυτή, φτάνει να θέλεις πάντα να το διαχειρίζεσαι και να επιθυμείς συνέχεια να συνδιαλέγεσαι μαζί του.

Cul.N.: Ποιο ερμηνευτικό κομμάτι υπερισχύει μέσα σας; Αυτό του χορού ή της υποκριτικής;
E.K.:
Εδώ και πολλά χρόνια η συγκέντρωσή μου κι η φροντίδα μου είναι για την υποκριτική. Μικρότερη ήμουν παθιασμένη με την τεχνική και τη φόρμα του χορού. Με το θέατρο, τα κείμενα που διαβάζω – και γράφω κι η ίδια καμιά φορά – , τον κινηματογράφο, μπόρεσα και ήρθα σε επαφή με διαφορετικά κομμάτια μου, εκείνα… που χτίζουν τον Άλλο που κάθε φορά υποδύομαι κι αυτό είναι κάτι που νιώθω ότι μπορεί να με τρέφει για πάντα, πνευματικά εννοώ βέβαια… ! Έπρεπε να απαρνηθώ σχεδόν την προηγούμενή μου επαγγελματική ταυτότητα για να καταφέρω να εξελίξω το καινούριο μου κομμάτι. Με την ευκαιρία της παράστασης Αδιέξοδο χρειάστηκε να βάλω το Λόγο και την Κίνηση ισάξια επί σκηνής και γι’αυτό χαίρομαι ιδιαίτερα.

Cul.N.: Θα μας μιλήσετε για την ομάδα χοροθεάτρου Migma; Πότε ιδρύθηκε και ποια είναι τα μέλη της;
E.K.:
Ιδρύθηκε το 2006 από τον χορογράφο Παύλο Κουρτίδη, διευθυντή του θεάτρου ΠΚ και σκηνοθέτη και χορογράφου της παράστασης «Αδιέξοδο». Στο Θέατρο ΠΚ έχουν ανέβει και οι δύο προηγούμενες δημιουργίες της ομάδας το «Society Says» και το « Frankenstein» που είχαν πολύ θερμή υποδοχή από το κοινό. Η  βασική ομάδα χορευτών παραμένει η ίδια και προστίθενται νέα μέλη, ανάλογα με τις ανάγκες των παραστάσεων.

Cul.N.: Από τη μέχρι τώρα πορεία της παράστασης, ποια είναι τα συναισθήματα που αυτή προκαλεί στους θεατές; Συμβαδίζει αυτό με τα συναισθήματα που στοχεύατε να προκαλέσει;
E.K.:
Η παράσταση έχει τεράστια αποδοχή κι αυτό είναι πάντα ευχάριστο. Δεν μπορείς ποτέ να στοχεύεις σε ένα συναίσθημα που θα προκαλέσει κάτι που ετοιμάζεις. Εμπιστεύεσαι πάντως τη διαδικασία δημιουργίας και κοιμάσαι ήσυχα όταν ξέρεις ότι έχεις κάνει τη δουλειά σου με μεράκι και πολλή αγάπη.

Cul.N.: Εκτός από το «Αδιέξοδο», ετοιμάζετε κάποια άλλη δουλειά; Έχετε κάποια ιδέα που θα θέλατε να πραγματοποιήσετε καλλιτεχνικά στο εγγύς μέλλον;
E.K.:
Φέτος περιμένω την πρεμιέρα της ταινίας «Λούτον» του Μιχάλη Κωσταντάτου, στην οποία πρωταγωνιστώ. Ετοιμάζω με την ηθοποιό Άννυ Λούλου ένα αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη, μέρος του οποίου θα παρουσιαστεί την Άνοιξη στον Ιανό. Και για τη νέα σεζόν ετοιμάζω μία δική μου θεατρική δουλειά, της οποίας επιμελούμαι το κείμενο. Ο κεντρικός χαρακτήρας έχει πολλά στοιχεία παρμένα από τη βιομηχανία του χορού όπως τα βίωσα στα 13 χρόνια που έζησα στο εξωτερικό.