Το κείμενο αυτό είναι ένα πακέτο εξηγήσεων. Ψέματα. Είναι η απολογία μου. Ούτε. Είναι ένα ξόρκι. Γράφτηκε για να ξορκίσει το φόβο που σπέρνει στο πέρασμά της η «διακειμενικότητα», μια λέξη κουμπωμένη μέχρι το λαιμό, που κρατάει ένα χάρακα και χτυπάει με αυτόν ελαφρά τον πίνακα. «Λοιπόν, με ποιο βιβλίο συνομιλεί εδώ ο συγγραφέας;» ρωτά τον αναγνώστη κατεβάζοντας μια στάλα τα πρεσβυωπικά γυαλιά στη μύτη.

Η «διακειμενικότητα» μαζί με τη «συνομιλία» είναι λέξεις αποστασιοποιημένες, αποστεγνωμένες, περισπούδαστες που μας κάνουν τις καμπόσες. Λένε στον αναγνώστη πώς να κρατάει σωστά το μαχαιροπίρουνο ενώ αυτός θέλει να πάρει στο χέρι το μπούτι της αφήγησης και να το ξεκοκαλίσει. Ο αναγνώστης θέλει την απόλαυση αδιαμεσολάβητη, σπαρταριστή, να τρέχουν τα ζουμιά της και καλά κάνει.

Γι αυτό κι εγώ, όταν διαβάζω πως στο κέντρο των Χυδαίων Ορχιδέων βρίσκεται η «διακειμενικότητα», σκιάζομαι. Μα θα μου πείτε, πώς γίνεται να έχει μπει σφήνα σε κάθε διήγημα ένα βιβλίο της παγκόσμιας λογοτεχνίας κι εσύ να διαπομπεύεις τη διακειμενικότητα; Μας κοροϊδεύεις; Ακούστε. Τα εν λόγω βιβλία δεν τα διάλεξα αυτοβούλως να τρυπώσουν στην αφήγηση. Τι εννοώ;

Παρέκβαση: τις προάλλες με πήρε ένας φίλος συγγραφέας τηλέφωνο. «Όλα υπέροχα», μου λέει, «όμως τι τις ήθελες τις διακειμενικές συνομιλίες και τα ρέστα;» «Τι εννοείς», του κάνω έτοιμη για καυγά. «Εννοώ, γιατί δε λες απλώς μια ιστορία, βρε αδερφέ;» Κουβέντα την κουβέντα πιάσαμε και τα δικά του. Έγραφε, λέει, ένα βιβλίο όπου ο πρωταγωνιστής έχει έναν σκύλο ώσπου στο τέλος ο σκύλος τον διαφεντεύει, σαν να αλλάζουν οι ρόλοι και γίνεται ο ήρωας σκύλος, αν κατάλαβα καλά. Κι επειδή ζωή δεν είναι μόνο τα βιβλία, άρχισε κι η εξομολόγηση για τα ερωτικά. Είχε μια σύντομη αλλά δυνατή περιπέτεια με μια κοπέλα. «Και γιατί έληξε;» θέλησα να μάθω. «Μου φερόταν σαν κατοικίδιο. Λες κι ήμουν ο σκύλος της», μου είπε.

Λήξη παρέκβασης. Αυτό ακριβώς εννοώ όταν λέω πως τα βιβλία δεν σφηνώθηκαν αυτοβούλως. Γνώμη μου είναι πως το βιβλίο του φίλου μου παρενέβη στον τρόπο που εκείνος αντιλαμβανόταν και στη συνέχεια αφηγούνταν τη συμπεριφορά της ερωμένης του. Κι αυτό είναι αναπόδραστο σε έναν κόσμο όπου η λογοτεχνία, αλλά και η τέχνη γενικότερα, καθρεφτίζει κι ερμηνεύει διαρκώς την πραγματικότητα με αποτέλεσμα ο τρόπος που τη βιώνουμε να είναι κι αυτός καθρέφτισμα ενός καθρεφτίσματος. Είδωλο ενός ειδώλου. Όταν βέβαια σπάει ο καθρέφτης στα χέρια σου, το αίμα είναι πραγματικό και αυτό το πραγματικό αίμα θέλω να πιστεύω πως ποτίζει τις Χυδαίες Ορχιδέες κι όχι το άχρωμο και άοσμο νερό της «διακειμενικότητας».   

Info: Η Έλενα Μαρούτσου γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λογοτεχνία και τις Εικαστικές Τέχνες στο Reading University της Αγγλίας. Οι Χυδαίες ορχιδέες είναι το πέμπτο βιβλίο της. Έχουν προηγηθεί τα εξής: Του ύψους και του βάθους. Μικρές ιστορίες (Αλεξάνδρεια, 1998), Οι προδοσίες των ονομάτων, (Αλεξάνδρεια, 2004), Μεταξύ συρμού και αποβάθρας (Καστανιώτης, 2008 – Βραβείο μυθιστορήματος «The Athens Prize for Literature – περιοδικό (δε)κατα 2009») και ΤΟ ΝǾΗΜΑ (Κέδρος, 2010).

Φωτογραφία: Λίζη Πιστολά


* Αναδημοσίευση από το περιοδικό Culturenow Mag, τεύχος 35