Το “πολύχρωμο” και πολυαναμενόμενο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2014 είναι πλέον γεγονός! Δευτέρα 2 Ιουνίου…περιμένω κι εγώ μαζί με το υπόλοιπο πλήθος (!) να μπω στο Κτίριο Δ της Πειραιώς 260, για να γνωρίσω έναν από τους μεγαλύτερους και πιο τραγικούς έρωτες της Ιστορίας, ανάμεσα στον Πέτρο Αβελάρδο και την Ελοΐζα Φλιμπέρ

«Πόσοι άνθρωποι θα είχαν ερωτευτεί αν δεν είχαν ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος για έρωτα», διερωτάται ο  Φρανσουά ντε Λα Ροσφουκώ και το ίδιο, ίσως, σκέφτηκε και ο  Γιάννης Καλαβριανός, όταν περπατούσε στο κοιμητήριο του Père Lachaise και “έπεσε” πάνω στον τάφο με τα δύο άγνωστα ονόματα. Αποφάσισε να μάθει γι΄ αυτούς και να τους συστήσει και σε μας!

Περί Ιστορίας

 

Επιστρέφουμε 900 χρόνια πριν, στη Γαλλία του 12ου αιώνα, σε μία θεοκρατική εποχή, που όλα περιστρέφονται γύρω από τους κανόνες της χριστιανικής θρησκείας και οποιαδήποτε “αιρετική επιστήμη” ή “αμαρτωλή ηδονή” εμφανίζεται, διώκεται από την Εκκλησία. Στο μυθικό έρωτα του Αβελάρδου και της Ελοΐζας εντοπίζουμε και τα δύο..

Εκείνος γύρω στα 40, φιλόσοφος και θεολόγος, με ανήσυχο πνεύμα, διδάσκει την έλλογη σκέψη, την ελεύθερη διαλεκτική και καλλιεργεί στο μυαλό και στην ψυχή των μαθητών του την αμφιβολία· Εκείνη, περίπου 15, ανιψιά του εφημέριου Φλιμπέρ, εξαιρετικά μορφωμένη και προικισμένη πνευματικά για κοπέλα της εποχής της, διψούσε να μάθει ακόμα περισσότερα· Δάσκαλος και μαθήτρια επικίνδυνο δίδυμο·

Πρώτα καλλιεργήθηκε η πνευματική επαφή, αμέσως μετά άνθισε ένας μεγάλος έρωτας και στη συνέχεια ήρθε η καταστροφή. Η Ελοΐζα μένει έγκυος και ξεσπά μεγάλο σκάνδαλο στην άκαμπτη κοινωνία που ζούσαν. Παρ’ όλα αυτά παντρεύονται κρυφά, όμως ο Φλιμπέρ θα τιμωρήσει τον Αβελάρδο με ευνουχισμό –πράξη που αποδίδεται σκηνικά με εξαιρετικό τρόπο-. Ο ταπεινωμένος μαχητής Αβελάρδος , καταφεύγει στο μοναστήρι του Σεν Ντενί και υποχρεώνει την Ελοΐζα να γίνει κι εκείνη μοναχή. Οι δύο πρώην εραστές, που ζουν σε χωριστά μοναστήρια για 20 χρόνια, επικοινωνώντας μόνο μέσω επιστολών, συναντιούνται μία μοναδική φορά, ως “πνευματικοί συνοδοιπόροι” πλέον. Η Εκκλησία καταδικάζει τον Αβελάρδο ως αιρετικό, καίει τις πραγματείες του και ο ίδιος πεθαίνει. Η Ελοΐζα όμως ζει ακόμη 20 χρόνια. Η τελευταία επιθυμία της ήταν να θαφτεί με τον αγαπημένο της, παράκληση που εισακούστηκε 700 χρόνια μετά τον θάνατό τους, όταν η Ιωσηφίνα Βοναπάρτη, σύζυγος του Ναπολέοντα, συγκινημένη από την ιστορία τους, σύμφωνα με μία εκδοχή, μετέφερε τα οστά τους σε κοινό τάφο στο Κοιμητήριο του Père Lachaise…


Ένας μυστηριακός έρωτας στην Πειραιώς 260

 

Καθώς μπαίνουμε στον χώρο,  – “ηδονοβλεψίες” στα άδυτα ενός μοναστηριού-, οι μελωδίες που εκπέμπονται από τα μαγνητόφωνα, τα οποία βρίσκονται σε διάφορα σημεία του τεράστιου χώρου–κρατήστε το αυτό για την συνέχεια-, μας εισάγουν σε μία μυσταγωγική ατμόσφαιρα, που θα διατηρηθεί μέχρι το τέλος του παραστασιακού γεγονότος. 

Μέσα στο λιτό σκηνικό περιβάλλον της Εύας Μανιδάκη, με την μεγάλη καμπάνα και τα ξύλινα στασίδια, που έχουν τοποθετηθεί σε τρεις δωδεκάδες, καλύπτοντας το εύρος της σκηνής, παρακολουθούμε την ταραχώδη ιστορία των δύο εραστών, μέσα από το συγγραφικό δημιούργημα του Γιάννη Καλαβριανού. Ακολουθώντας τον βασικό άξονα του γαλλικού μύθου: γνωριμία, έρωτας, σαρκική επαφή, γάμος, ευνουχισμός, μοναστική ζωή, θάνατος, βαδίζει σε θρησκευτικά, ηθικά και μεταφυσικά μονοπάτια.

Ο ίδιος, στην τρίτη παρουσία του στο Φεστιβάλ Αθηνών (Παραλογές ή Μικρές καθημερινές τραγωδίες/2010, Γιοι και Κόρες/2012) κατάφερνει να δώσει μία αξιόλογη και συγκινητική κειμενική μορφή στην τραγική ιστορία και να την καταστήσει σκηνικά ενδιαφέρουσα –τουλάχιστον για την πρώτη ώρα-. Ο λόγος διανθίζεται με ταιριαστά τραγούδια που ερμηνεύονται ζωντανά από τους τρεις ικανούς ηθοποιούς, οι οποίοι οδηγούνται σε ένα παιχνίδι εναλασσόμενων ρόλων, από αφηγητές σε δραματικά πρόσωπα και το αντίστροφο, ισορροπώντας ανάμεσα στο λέω, είμαι και δείχνω.

Η Ελένη Κοκκίδου, έρχεται στη σκηνή με σκοπό να μιλήσει για κάτι όμορφο σε ένα κόσμο γεμάτο από χάος, θόρυβο και σκοτάδι. Η ηθοποιός, που κουβαλά μία αδιαμφισβήτητη υποκριτική “περιουσία”, λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις 45 εικόνες που παρακολουθούμε επί σκηνής και η παρουσία της είναι καθοριστική και δρώσα καθ’ όλη την διάρκεια της παράστασης, στην οποία μεταμορφώνεται από κομπέρ σε Φλιμπέρ και από φωνή της συνείδησης σε Ελοΐζα, με αμεσότητα, δραματικότητα αλλά και απόσταση. 

Η Χριστίνα Μαξούρη, αέρινη σκηνική φιγούρα, πλάθει μία Ελοΐζα περήφανη για τον παράφορο έρωτά της, που δεν καταπνίγει τις ορμές της και τις “αμαρτίες” της σάρκας της, αλλά που εξαναγκάζεται να παραδοθεί σε έναν σκληρό μοναστικό βίο, με εξωτερική αγνεία και κρυμμένη εσωτερική ηδονή. Στην ερμηνεία της η δραματική φόρτιση συνδυάζεται με την παραστατικότητα και τη ζωντάνια της αφήγησης.

Ο Γιώργος Γλάστρας, καταφέρνει με άνεση να υποκριθεί τον μεγαλύτερο μεσαιωνικό ελευθερόφρονα Αβελάρδο που γεννήθηκε πολύ νωρίς ή πολύ αργά. Με καλύτερες υποκριτικές στιγμές τα σημεία που συνεχίζει να μάχεται για το δικό του δόγμα πίστης, μετά τις απανωτές ταπεινώσεις (ευνουχισμός και κάψιμο γραπτών). Σαν ανήμερος και παθιασμένος εραστής, όμως, είναι κάπως συγκρατημένος.

Τα δεκατρία άξια μέλη της ερασιτεχνικής θεατρικής ομάδας  του Πολιτιστικού Κέντρου Εργαζομένων ΑΤΕ-Πειραιώς: Ντίνα Αναστασοπούλου, Κώστας Ανδριόπουλος, Χρήστος Βολακάκης, Αντιγόνη Ερωτοκρίτου, Αλέξανδρος Ζαραρανίκας, Ανδρέας Καλόσακας, Τζένη Λιαρομάτη, Γεωργία Λύτρα, Φένια Μαυρομάτη, Γεωργία Μούλου, Σταυρούλα Νικηταΐδη, Μάρα Χαντζάκου, Σοφία Χρυσοπούλου, συμμετέχουν ουσιαστικά σε όλο στο δρώμενο -μαθητές, απλοί παρατηρητές, “εκτελεστικά όργανα”, σύμβολα- με απόλυτη αρμονία και συνοχή στις κινήσεις τους. (Χορογραφίες: Χρήστος Παπαδόπουλος). Με τις κωμικές και σαρκαστικές τους ερμηνείες, ως μοναχοί, απέδωσαν την αληθινή ανήθικη όψη των εκκλησιαστικών φορέων, και του σαθρού θρησκευτικού συστήματος της εποχής, που θέλησε να καυτηριάσει ο σκηνοθέτης.

Το ευφάνταστο εικονικό περιβάλλον – video mapping του Στάθη Μήτσιου, που “έντυσε” το βιομηχανικό κτίριο Δ του παλιού εργοστασίου Τσαούσογλου, σε συνδυασμό με τα ηχητικά τοπία του Άγγελου Τριανταφύλλου, διηγείται την δική του οπτικοακουστική ιστορία, που εκτείνεται προς τη φύση, το θείο, το άγνωστο.

Ο φωτισμός, που επιμελήθηκε ο Σάκης Μπιρμπίλης, ακολουθώντας τα ίδια εικαστικά “μονοπάτια”, χρωματίζει τη δράση, φορτίζει δραματικά τον χώρο και τα πρόσωπα και συμβάλλει στην ενιαία αισθητική της παράστασης.

Τα λειτουργικά κουστούμια που επιμελήθηκε η Ιωάννα Τσάμη, “κρυφοκοιτάνε” τον μακρινό Μεσαίωνα, συνομιλούν με το σήμερα και εναρμονίζονται με τις υπόλοιπες παραστασιακές συνιστώσες.

Δυστυχώς, υπήρξαν και κάποια σημεία που χάθηκε η δραματική αμεσότητα και η δημιουργική αλληλεπίδραση σκηνής- πλατείας..

Σίγουρα δίνεται ως ελαφρυντικό η δυσλειτουργική ακουστική του χώρου, λόγω της μεγάλης του έκτασης φυσικά, η οποία επέβαλλε την χρήση βοηθητικών τεχνολογικών μεσών που αλλοίωναν τις φωνές των υποκριτών και παραποιούσαν τη μεστή αφήγηση. Το παραγόμενο ηχητικό αποτέλεσμα, οι θόρυβοι και οι αντηχήσεις, δυσκόλευαν το κοινό να παρακολουθήσει τον δραματικό λόγο και να ταυτιστεί με το ζευγάρι-σύμβολο του αιώνιου έρωτα.

Η δεύτερη μου ένσταση επικεντρώνεται στο τελευταίο τέταρτο της παράστασης, το οποίο ήταν κάπως άρρυθμο σε σχέση με την πυκνή και ρυθμική πρώτη ώρα, που κύλησε αβίαστα. Και οι ενστάσεις υπάρχουν γιατί, από τους ταλαντούχους, πολλά υποσχόμενους και με ανησυχίες καλλιτέχνες, πάντα έχουμε και μεγαλύτερες προσδοκίες!

Επιλογικά

Η ιστορία του Αβελάρδου και της Ελοΐζας, ειδωμένη από τον Γιάννη Καλαβριανό και την ομάδα Sforaris, που εντάσσεται στο πλαίσιο του προγράμματος Ελλάς- Γαλλία Συμμαχία, με την υποστήριξη του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθήνας, μας ταξιδεύει σε μία εποχή που, παρά την πνευματική, θρησκευτική και σεξουαλική καταπίεση, υπήρχαν ακόμα υψηλά ιδανικά για τα οποία οι άνθρωποι έφταναν μέχρι το θάνατο. Ο έρωτας, καθοριστικός παράγοντας στην ευτυχία, παραμένει να “ουρλιάζει” μέσα στους αιώνες…

Αυτή η σκηνική απόπειρα, αξίζει την αναγνώριση και τον θαυμασμό μας, για την γέννηση και κατάθεση νέων ιδεών με σημείο εκκίνησης την Ιστορία, ως μία πορεία αναζήτησης και γόνιμου προβληματισμού, σε μία εποχή πνεματικού “ευνουχισμού”, όπου οι άνθρωποι στερούνται τον έρωτα και παραμένουν χειραγωγημένοι, ελεγχόμενοι, αποπροσανατολισμένοι.

Το τέλος σηματοδοτεί ο «Ύμνος της Αγάπης»: Η αγάπη {…} Πάντα ανέχεται, Πάντα πιστεύει, Πάντα ελπίζει, Πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει… γιατί η αγάπη, εκτός από το να σε δένει γερά με τα δεσμά της έχει την δυνατότητα να σε λυτρώνει και να σε απελευθερώνει.

Αυτά προς το παρόν και εν αναμονή για τα επόμενα…

*Φωτογραφίες: © Εύη Φυλακτού