Η Πολιτεία Θεάτρου στη Θεσσαλονίκη παρουσιάζει δύο γυναικείους μονολόγους της Κωστούλας Μητροπούλου και του Κώστα Μουρσελά

υπό τον τίτλο «Παράσταση για δύο γυναικείους μονολόγους».

 

Με Το Νόμο
Της Κωστούλας Μητροπούλου
(Δραματικός Μονόλογος)

 

Η Κωστούλα Μητροπούλου διαμορφώνει ένα ριζοσπαστικά πρωτότυπο προσωπικό στυλ γραφής, αφού καταργεί τους κανόνες & τις νόρμες  όπως π.χ. την  γεωμετρική δομή της ιστορίας με σαφές περίγραμμα (αρχή-μέση-τέλος). Το πρωτότυπο-για την εποχή του-είδος γραφής της δίκαια την έφερε στην πρωτοπορία των νέων ρευμάτων της Ευρώπης & Λατινικής Αμερικής, όπου μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες ως πεζογράφος, στιχουργός & θεατρικός συγγραφέας, ενώ διδάσκεται & στα ελληνικά πανεπιστήμια όπως επίσης & σε Πανεπιστήμια της Ευρώπης, Αμερικής, Αυστραλίας, Μεξικού & Σικελίας.

Βασικά χαρακτηριστικά της γραφής της η αναζήτηση του εσωτερικού κόσμου, η τρομερή ευαισθησία στις αισθήσεις, συναισθήματα, σκέψεις. Η ενασχόληση με την απώλεια & το θάνατο παίζει σημαντικό ρόλο στο έργο της, όπως επίσης & ο έρωτας ο οποίος προσπαθεί να αναπληρώσει το χαμένο νόημα της ζωής, αλλά φευ!

 

Η αναζήτηση της αγάπης ποτέ δεν είναι αρκετή. Η οδύνη που προκαλεί στον σύγχρονο άνθρωπο των πόλεων ο τεμαχισμός του εσωτερικού του κόσμου από μια απάνθρωπη πραγματικότητα & η αποκάλυψη του πολυδιασπασμένου, ταλαιπωρημένου αλλά πάντοτε διψασμένου για αγάπη προσώπου του, είναι άλλο ένα σημείο αναφοράς στο έργο της. Η αντίσταση στην τυραννία της όποιας εξουσίας διαπερνά επίσης το σύνολο του έργου της. Κι όλα αυτά βρίσκουν τρόπο μέσα στο έργο της να συνεκφραστούν και να συμπορευτούν, ξαφνιάζοντας τον αναγνώστη με την αρμονία που το ένα στοιχείο καταφέρνει να τροφοδοτεί το άλλο.

Ο Δραματικός Μονόλογος Με Το Νόμο είναι μια κραυγή απόγνωσης όλων αυτών που δεν τα κατάφεραν να ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Όλων αυτών που δεν έτυχε να γεννηθούν σε παραδεκτό κοινωνικά περιβάλλον. H Μοναξιά , το οδυνηρό τίμημα  που επιβάλλει η κοινωνία σ’ όσους, οι δοσμένες συνθήκες της οικογένειάς τους, τους ξέρασαν στο περιθώριο, τους έριξαν στην κατηγορία των «ανυπόληπτων». Η περιφρόνηση και η απαξίωση από τους συνανθρώπους, δεν είναι ένα συναίσθημα που μπορεί να το διαχειριστεί ένας ευαίσθητος άνθρωπος. Η απόγνωση οδηγεί σε απονενοημένες πράξεις. Σε μια προσπάθεια να συγκινηθούν οι –κατά τα άλλα- συνάνθρωποι. Τα Χριστούγεννα-γιορτή αγάπης –λειτουργούν τελείως ειρωνικά σαν δοσμένη χρονική συνθήκη του μονολόγου. Χριστούγεννα σημαίνει περισσότερο φαγητό, ποτό, διασκέδαση.

 

Η Ανθρωπιά, σαν βασικό αίτημα και μήνυμα δεν βρίσκει δρόμο να περάσει σ’ έναν αδιάφορο, σκληρό και  μηχανιστικό κοινωνικό περιβάλλον. Κι εδώ έρχεται το τίμημα που θα εισπράξει αυτή η  κοινωνία από τους απόκληρους. Που ωστόσο είναι κι αυτά παιδιά της. Η ψυχική κούραση, η πικρία για την κοινωνική αδικία, το «ΓΙΑΤΙ» των ψυχών δεν βρίσκουν λύτρωση τελικά αν δεν εκδικηθούν. Η κοινωνία καλείται να πληρώσει με τη σειρά της το δικό της τίμημα.
« Η υπεροχή μιας ουσίας σε βάρος της αντίθετής της είναι αδικία. Γι’ αυτό ακολουθεί μια αντίδραση που οδηγεί στην αποκατάσταση της ισότητας. Ο Νόμος στο βασίλειο της φύσης είναι η δικαιοσύνη και ο φυσικός κόσμος κυβερνιέται με κανόνες και τάξη», Αναξίμανδρος.

       

Η Απαρηγόρητη Χήρα
του Κώστα Μουρσελά
(Κωμικός Μονόλογος)  
  

Ο Κώστας Μουρσελάς ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά ως συγγραφέας και είναι μια από τις πιο έντονες προσωπικότητες του μεταπολεμικού μας θεάτρου. Εποχή ηρωισμού και αδελφοκτονίας, μα πάνω απ\’ όλα εποχή χαμένων ευκαιριών και ματαιωμένων ελπίδων. Η μεταπολεμική Ελλάδα είναι ένα αντιφατικό ιδεολόγημα συντήρησης και οραματισμών, προκατάληψης και τόλμης, φανατισμού και αλληλεγγύης.

 

Η βίαιη αστικοποίηση, η χύδην αναπτυσσόμενη μεταπρατική οικονομία και ηθική, οι πολιτικές αλχημείες και οι ιδεολογικές πολώσεις άφησαν στην Ελληνική κοινωνία πολλά κενά, που δεν μπορούν να πληρωθούν με τα «μπαλώματα» της αγοραίας κοινωνικής ευπρέπειας, της καταναλωτικής ιδιοτέλειας και του ατομικισμού. Το έργο του Μουρσελά γράφεται μέσα σε αυτά τα κενά, για να τα καταγγείλει, ίσως και για να τα εξαλείψει.  Πίσω από τον συμβολισμό και διδακτισμό του Μουρσελά βρίσκεται η ιδεολογική πίστη και ελπίδα και ταυτόχρονα ο φόβος για την μελλοντική κατάσταση που φαινόταν να έρχεται καλπάζοντας. Υπάρχει μια κρυφή ελπίδα, ένας υποσυνείδητος πόθος να ξαναβρεθούν οι χαμένες ευκαιρίες και να κερδηθούν.

Ο νεοελληνικός κόσμος του Μουρσελά είναι ένα στάδιο αγώνων και ένα πεδίο μιας ανελέητης μάχης με την συντήρηση, την εκμετάλλευση, την εξάρτηση και τον μεταπρατισμό. Απεικονίζει την ταξική εικόνα της Ελλάδας που ποτέ δεν είχε ορθόδοξη-κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα-αστική κοινωνία.

 

Είναι ένας τεχνητός αλλά δολοφονικός διπολισμός με θύτες και θύματα, ατσίδες και κορόιδα, συμβιβασμένους και αμετανόητους. Ο «μεσοαστισμός»-το»δώρο» της ιστορικο-κοινωνικής εξέλιξής μας- και η διαβρωτική κυνική ιδεολογία του με όλα τα ζοφερά παρακλάδια της, είναι το σημείο αναφοράς και στόχος της επίθεσης του Μουρσελά σχεδόν σε όλα τα έργα του. Είναι ένα ιδεολογικό θέατρο ρωμαίικης ταυτότητας, η οποία ξετυλίγει τις αντινομίες που στέγασε το ξενόφερτο μεταπολεμικό μας όνειρο. 

Με θεατρικά μέσα αναλύει τους μηχανισμούς που παράγουν αλλοτρίωση, κατανοεί πως η δραπέτευση είναι μάλλον μάταιη και ο θρίαμβος της ισοπέδωσης μοιραίος, η νόσος δεν είναι αναστρέψιμη. Προβάλλει τους κυνικούς μηχανισμούς της Ηγεσίας του Κράτους, της ρεμούλας, την καταναλωτική βουλιμία, τον μαϊμουδισμό, την ωφελιμιστική εκπαίδευση χωρίς όραμα, την έκλυση των ηθών και την μεθοδευμένη κατασκευή ενός κόσμου που αναπαράγει με ηδονή τη μιζέρια του.

 

Ο Μουρσελάς γνωρίζει πως η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Μπορεί όμως να του αντιστέκεται, να τον χλευάζει, να του υψώνει τον καθρέφτη κατάμουτρα, να γίνεται το σύντομο χρονικό μιας εποχής. Και ξέρει να δημιουργεί ανθρώπους. Με μια σπάνια ικανότητα αποτυπώνει μια πωρωμένη συνείδηση ή μια χαλασμένη ζωή, ενώ η ήττα της ανθρωπιάς τον συντρίβει, γι΄αυτό και πίσω από τα έργα του ακούγεται ένας κλαυσίγελος για όλα τα θύματα και τους θύτες που εγκλωβισμένοι περιμένουν ένα θαύμα, που τις περισσότερες φορές δεν γίνεται. 

 

Σκηνοθεσία-Ερμηνεία/Επιμέλεια Μουσικής-Σκηνικών-Κουστουμιών: Μαρία Μπαλτατζή