Γεννήθηκα σε μια επαρχιακή πόλη κοντά στην Αθήνα και από μικρή είχα συχνή επαφή με τα παιδικά θέατρα της πρωτεύουσας…

… Σίγουρα οι παραστάσεις που είδα τότε, στάθηκαν εν μέρει υπεύθυνες για τη διαμόρφωσή μου και τις επιλογές μου. Κοιτώντας προς τα πίσω θα στέκονται πάντα σαν φάροι ο Οδυσσεβάχ στη Μικρή Πόρτα, ο Μικρός Πρίγκιπας στο Θέατρο Τέχνης και το Γαλάζιο Πουλί  του Γ. Μιχαηλίδη. Από τότε ήξερα τι θα κάνω όταν μεγαλώσω χωρίς να ξέρω καν την λέξη σκηνογράφος.

Νομίζω ότι η τάση μου να εικονοποιώ τα πάντα, να σκέφτομαι περισσότερο με εικόνες παρά με λόγο, κατέστησε μονόδρομο την πορεία μου προς την σκηνογραφία. Νιώθω ευχαριστημένη για τη διαδρομή που διάλεξα να ακολουθήσω για να φτάσω εδώ. Η Θεατρολογία που σπούδασα στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών μου πρόσφερε μια γερή βάση και ένα θεωρητικό πλαίσιο γύρω από το θέατρο που μου επιτρέπει τώρα να συμμετέχω στην διαδικασία δημιουργίας μιας παράστασης ενεργά, γνωρίζοντας δραματουργικά και ιστορικά στοιχεία που βοηθάνε όχι μόνο εμένα στη δουλειά μου αλλά και το τελικό αποτέλεσμα. Έπειτα ήρθε το Central Saint Martins όπου μέσα από τη σχολή του visual theatre μας δίδαξαν να αφήνουμε ελεύθερο το νου μας και να θεωρούμε σκηνογραφία τα πάντα, ακόμα και έναν ήχο. Έτσι λοιπόν αφήνομαι κ εγώ να εμπνευστώ από τα πάντα γύρω μου, να παρατηρώ και να απομονώνω εικόνες. Αυτό το υλικό το επεξεργάζομαι και το μετουσιώνω την κατάλληλη στιγμή σε σκηνογραφία. Πολύ σημαντική πηγή έμπνευσης για μένα είναι το έργο εικαστικών και φωτογράφων, όπως της π.χ. η Diane Arbus, της Chiharu Shiota, του Witkin, του Christian Boltanski κα. Μελετώ την ατμόσφαιρα που εκπέμπουν τα έργα τους καθώς και πώς ένα στιγμιότυπο μπορεί να δημιουργήσει ένα ολόκληρο σύμπαν.

Η σκηνογραφία, είτε παραστατική είτε αφαιρετική, είναι η όψη της κάθε παράστασης. Είναι η πρώτη εντύπωση και ίσως αυτό που μένει εν τέλει. Η γοητεία της, όπως και του θεάτρου εν γένει, έγκειται στην βαθιά σχέση που έχουν με το παιχνίδι. Δημιουργείς έναν κόσμο πάνω στη σκηνή που η συνέχεια του υπονοείται πέρα από τις κουίντες αλλά όλοι γνωρίζουν πως σταματάει εκεί που τελειώνει το σκηνικό. Είναι το εικαστικό μέρος μιας σύμβασης στην οποία μπαίνεις και την δέχεσαι για κάποια ώρα σαν αλήθεια. Συχνά σκέφτομαι πως όταν προσπαθήσεις να ανακαλέσεις μια παράσταση θα την τοποθετήσεις μέσα στο σκηνογραφικό περιβάλλον που την είχες δει. Έτσι λοιπόν υπάρχουν πολλοί Γυάλινοι Κόσμοι και πολλοί Βυσσινόκηποι. Είναι ενδιαφέρον μια εικόνα που δημιουργείς να ακολουθεί τον θεατή για μια ζωή όταν θα θυμάται ή θα αναφέρει την τάδε ή την δείνα παράσταση. Πέρα από αυτήν την τελείως προσωπική σκέψη, που ίσως εμπεριέχει μια δόση ματαιοδοξίας, πεποίθηση μου είναι πως η σκηνογραφία είναι οργανικό μέρος ενός συστήματος που λέγεται παράσταση. Σκοπός είναι να την εξυπηρετεί ισότιμα με όλα τα άλλα μέρη της (σκηνοθεσία, υποκριτική, μουσική, φωτισμοί, κίνηση) και στόχος πρέπει να είναι να υπηρετείται το όραμα του σκηνοθέτη. Μια παράσταση είναι πετυχημένη όταν λειτουργεί σαν σώμα ενιαίο και δεν ξεχωρίζει τίποτα ως παραφωνία. Μόνο έτσι με ενδιαφέρει και μένα να παρουσιάζεται η δουλειά μου και μόνο έτσι θεωρώ ότι παίρνει την πραγματική της διάσταση.

Είναι δύσκολο να πεις ποιο είναι το state of the art της σκηνογραφίας αφού δεν μπορεί να σταθεί μόνη της σαν τέχνη παρά μόνο ως κομμάτι ενός συνόλου. Έχω δει στο National Theatre του Λονδίνου παράσταση με ολογράμματα και ήταν όντως θεαματικό, την ίδια στιγμή όμως μπορώ να θεωρήσω μια παράσταση εξίσου θεαματική ακόμα και με ζωγραφισμένο σκηνικό, αρκεί η  σκηνοθετική-σκηνογραφική επιλογή να δικαιολογείται. Αν κάτι θεωρώ το state of the art  στο θέατρο γενικά είναι οι δουλειές της Arianne Mnuskin. Σε τόσο δυσμενείς καιρούς και συνθήκες να καταφέρεις να διδάξεις μέσα από το θέατρο αξίες όπως: συλλογικότητα, κοινότητα και ομάδα, αυτό και αν είναι «η τελευταία λέξη της τεχνολογίας».

Στην Ελλάδα βρίσκω υψηλό το θεατρικό επίπεδο. Θεωρώ ως αρετή την ποικιλία σε παραστάσεις και δρώμενα που προσφέρεται σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. Αυτή η έξαρση θεατρικότητας και έκφρασης είναι πολύ ενδιαφέρουσα και μοναδική. Συχνά υπάρχει το άγχος του φτωχού συγγενή και το ερώτημα αν η Ελλάδα συγχρονίζεται με τα διεθνή θεατρικά πράγματα. Προσωπικά δεν θεωρώ πως υπολείπεται σε κάτι αν σκεφτεί κανείς πως οι περισσότεροι καλλιτέχνες είτε σπούδασαν, είτε έζησαν στο εξωτερικό, είτε έχουν συνεργασίες με ομάδες και ανθρώπους εκτός των ορίων της. Ζούμε σε μια εποχή που η ανταλλαγή πληροφοριών και σκέψεων, η συνάντηση και συνδιαλλαγή των καλλιτεχνών μέσα από τα ταξίδια, τα φεστιβάλ, τα residencies και τα συνέδρια είναι γεγονός.

Θα τελειώσω λέγοντας πως για μένα το θέατρο και η σκηνογραφία είναι το καταφύγιό μου. Το να ζεις στην Ελλάδα αυτήν την περίοδο έχει από μια σκοπιά φοβερό ενδιαφέρον, κατά κύριο λόγο όμως, κατακλυζόμαστε από εικόνες και ειδήσεις καταστροφής και θανάτου. Μέσα σε αυτήν την πραγματικότητα που πολλές φορές δοκιμάζει τις ψυχικές αντοχές μου, είναι ωραίο να αφιερώνεις μια ολόκληρη μέρα σου για να βρεις ή να φτιάξεις ένα μπλε ημίψηλο, γιατί απλώς αυτή είναι η δουλειά σου.       

 

Info:
Η Δήμητρα Λιάκουρα γεννήθηκε το 1985 στην Κόρινθο. Σπούδασε Θεατρολογία στην Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και έπειτα έκανε Master στο Central Saint Martins στο Λονδίνο. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια σκηνογραφίας στο Θέατρο των Αλλαγών και στο RADA.  Ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος έχει συνεργαστεί με τις ομάδες: The Helter Skelter Company, Όχι Παίζουμε, Bijoux de Kant και με σκηνοθέτες όπως: o Andrea Cusumano, Μ. Μαστραντώνη, Μ. Βακούσης, Ρ. Μοσχοχωρίτη κ.α. Στον κινηματογράφο έχει συμμετάσχει ως production designer για την Ελλάδα στην μεγάλου μήκους ταινία The Telemachy, του Alexander Nally.