Τί φως και ομορφιά αισθάνεται κανείς μετά το πέρας της εκτέλεσης ενός μουσικού έργου μα και κατά τη διάρκειά της, όταν αισθάνεται ότι αβίαστα επικοινώνησε με το κείμενο και τον δημιουργό. Τί δύναμη. Και τί αδυναμία. Να νομίσει κανείς πως ήταν έγκυρος. Μία διαρκής διελκυστίνδα πλέουσα σε έναν ωκεανό κριτικής. Με ποιά κριτήρια;

Photo: Βιργίλλιος Τσιούλλι

Αναμφισβήτητα το κοινωνικό αισθητήριο ανεβάζει και κατεβάζει τον πήχη της αισθητικής και της προσέγγισής της. Κι αν δεχόμαστε κοσμογονικά πως ο άνθρωπος από τη γέννησή του διαμορφώνεται μέσα στο κοινωνικό του περιβάλλον – μέσα από μία σειρά κανόνων, λειτουργικών και αισθητικών, που αντιπροσωπεύονται από το κλειστό περιβάλλον της οικογένειας, την κάθε μορφή εκπαίδευσης και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον – τότε μπορούμε να προσδιορίσουμε έως έναν βαθμό και το αισθητικό μέλλον ενός κοινωνικού συνόλου. Είναι βέβαιο πως παράγοντες, όπως η προφορική παράδοση, η γεωγραφική θέση, οι κλιματικές συνθήκες του τόπου μας, μας καθορίζουν. Όπως επίσης και τα δομικά του χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα η αρχιτεκτονική, η ρυμοτομία, η ελεύθερη πρόσβαση, το σύνολο των κανόνων λειτουργίας μιας κοινωνίας κ.ά. Ό,τι είμαστε λοιπόν, είναι το περιβάλλον μας και η δημιουργία μας πάνω σε αυτό. Κι αν λάβουμε υπ’ όψιν πως για να δημιουργήσουμε θα έπρεπε πρώτα να επιβιώσουμε και ύστερα να επικοινωνήσουμε, επινοήσαμε έναν κοινό κώδικα, την γλώσσα. Και η γλώσσα ενίοτε έγινε ποίηση. Η ποίηση βέβαια έχει ως υπαρξιακή προϋπόθεση την γνώση της γλώσσας και των κανόνων της και ως τέχνη γεννάται από την έμπνευση και την διαφορετική ή υπερβατική ματιά του δημιουργού της. Ο κάθε κοινωνός της οφείλει να κατανοεί τον κοινό της κώδικα και τους κανόνες του, την γλώσσα. Αλλιώς…

Κι αν η ποίηση είναι η τέχνη του λόγου, η μουσική είναι η τέχνη των ήχων. Κι αν στην τέχνη της ποίησης η μία και μοναδική απόδοσή της είναι η μία καταγραφή της στο χαρτί, στην τέχνη της μουσικής εμφανίζονται δύο επίπεδα. Το πρώτο στην απόδοση του δημιουργού-συνθέτη στο χαρτί και το δεύτερο στην απόδοση του μουσικού-ερμηνευτή προς τα αυτιά των δεκτών. Κι εδώ μιλάμε για την ερμηνεία. Η ερμηνεία εμπεριέχει την γνώση της ιστορίας, τα αδιάψευστα χαρακτηριστικά της μουσικής γλώσσας του δημιουργού και μέσα από την τεχνική αρτιότητα και το προσωπικό φίλτρο του εκτελεστή- ερμηνευτή, την παρουσίαση ενός άυλου αισθητικού κώδικα ανάμεσα στον εκτελεστή και τον ακροατή. Αβίαστη και χωρίς προϋποθέσεις;

Στο περίφημο λεξικό του κου Μπαμπινιώτη η τέχνη παρουσιάζεται-περιγράφεται ως «η δημιουργία έργων που διέπονται από αισθητικούς κανόνες». Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς : πρώτα η αισθητική ή η τεχνική; Μα και βέβαια η τεχνική. Το σύνολο των μέσων και των γνώσεων ως βασική προϋπόθεση για την δημιουργία στην τέχνη μας, ακριβώς ανάλογο των δομικών στοιχείων της κατασκευής και ύπαρξης ενός οικοδομήματος. Η γνώση των ιστορικών πλαισίων της εκάστοτε μουσικής δημιουργίας, του στυλ και του χαρακτήρα της, της προσωπικότητας του δημιουργού της, η αναγνώριση των συμβόλων και η άρτια τεχνική υποστήριξη του ερμηνευτή μέσα από ένα λειτουργικό σώμα και ένα καθαρό μυαλό, είναι οι απαράβατοι όροι που με τη σειρά τους οδηγούν στην μαγική στιγμή της ερμηνείας μέσα από την αδιάκοπη εργασία, που οδηγεί μέσα από την συνεχή αυτοκριτική στον αυτοέλεγχο και από εκεί στην απελευθέρωση του υπερβατικού μας εαυτού. Ίσως όλα αυτά να οδηγούν σε μία «έγκυρη» ερμηνεία. Το σίγουρο πάντως είναι πως κανείς μας δεν θα ήθελε να κατοικεί σε ένα ετοιμόρροπο οικοδόμημα. Τώρα, εάν το κοινωνικό περιβάλλον προβάλλει ως έγκυρο, αβίαστα, μόνο αυτό που κατανοεί, τότε ίσως είναι ευκαιρία να το ψάξει κανείς.

Info:

Ο Δημήτρης Δεσύλλας είναι σολίστ κρουστών και καθηγητής στο Ωδείο Αθηνών. Mαθητής των Ν. Κορατζίνου, S. Gualda, R. Kohlof, R. Des Roches, R. Siegers, έχει παρουσιάσει μεγάλο αριθμό έργων για σόλο κρουστά σε πρώτη εκτέλεση σε εμφανίσεις από την Ν. Υόρκη ως το Πεκίνο. Κατά καιρούς έχει συνεργαστεί με σπουδαίες προσωπικότητες της τέχνης, όπως οι R. Willson, G. Burton, M. Argerich, Γ. Κουρουπός, Γ. Κουμεντάκης κ.ά. Έχει ηχογραφήσει για την BIS, την αμερικανική Blue Note, την EMI, το Mezzo κ.ά. Είναι ιδρυτής των συνόλων Σείστρο και Τύπανα. Τον Σεπτέμβρη του 2012, σε συνεργασία με το ΜΜΑ και το Διάζωμα, εγκαινίασε ηχητικά τον αρχαιολογικό χώρο του θεάτρου του Διονύσου στην Ακρόπολη, με το έργο του Ι. Ξενάκη Ψάπφα στο «2.500 χρόνια μετά».