Η κρίση και η περίοδος που τη γέννησε, τροφοδοτεί αρκετά συχνά το θέατρό μας, δίνοντας στους δημιουργούς διάφορες αφορμές για δραματουργικούς σχολιασμούς. Ένα τέτοιο έργο, είναι και η «Δεύτερη φωνή» του Μιχάλη Ρέππα και του Θανάση Παπαθανασίου, που απεικονίζει με απόλυτο ρεαλισμό, την ελληνική κοινωνία που παρακμάζει σταθερά, μέσα από τον πιο «ισχυρό» πυρήνα της: την οικογένεια.

Ουκ ολίγες φορές η ελληνική οικογένεια έχει βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και όχι άδικα, δεδομένου ότι αποτελεί γενεσιουργό στοιχείο ευρύτερων κοινωνικοπολιτικών καταστάσεων.

Μία τέτοια τυπική, συνηθισμένη οικογένεια είναι και αυτή που παρουσιάζεται στη «Δεύτερη φωνή». Χωρίς να υπάρχει κάτι ιδιαιτέρως κραυγαλέο στην καθημερινότητά της, αποτυπώνει εύστοχα τους ήρωες της διπλανής πόρτας, που όμως φέρει ο καθένας μια δική του ιδιόμορφη «ευθύνη».

Η Ρένα δεν έκανε ποτέ την καριέρα που ονειρεύτηκε στο τραγούδι. Πέρα από κάποιες συμμετοχές ως δεύτερη φωνή σε ένα δίσκο του Μητσιά, δεν κατάφερε να γίνει πρώτο όνομα. Ο Παύλος, ο σύζυγος, πιστός στις αριστερές του ιδέες, δεν καπηλεύτηκε ποτέ την παρουσία του στο Πολυτεχνείο, παρά μέχρι σήμερα, παλεύει αόριστα με τα προσωπικά του οράματα για έναν καλύτερο κόσμο. Η Ισμήνη, η κόρη τους, παντρεύτηκε μικρή και έκανε ένα μωρό, το οποίο έχει κάποιες ειδικές ανάγκες. Ο σύζυγός της, Φώτης, είναι άνεργος και αναγκάζεται να ανέχεται την οικογένειά της, μέχρι να τους δοθεί η ευκαιρία να ξαναπιάσουν δικό τους σπίτι. Ο μικρότερος αδερφός, τρέφοντας θυμό τα πάντα, χάνεται από το σπίτι και μπλέκει με νεοναζιστικές ομάδες που οργανώνουν επιθέσεις στο κέντρο της Αθήνας. Όλα αλλάζουν τη μέρα που δέχονται την Ισμήνη σε κάποιο μουσικό τάλεντ σόου, από αυτά που δίνουν την ευκαιρία μιας εύκολης, μα και επίπονης δημοσιότητας. Η Ρένα, η οποία κρύβεται πίσω από αυτό, θα το δει  ως ευκαιρία για να καταφέρει η κόρη να γίνει πρώτο όνομα στην μαρκίζα, εκπληρώνοντας την παλιά δική της επιθυμία. Και μέσα σε όλα αυτά, κάνει την εμφάνισή του ο Γιώργος, ένας μάνατζερ που θέλει να σπρώξει την Ισμήνη στην κορυφή, φέρνοντας τεράστιες φουρτούνες στην οικογένεια.

Η «Δεύτερη φωνή» των ΡέππαΠαπαθανασίου κινούμενη με ισορροπία ανάμεσα σε χιούμορ και δράμα, σχολιάζει με γλαφυρό και ρεαλιστικό τρόπο, τα προβλήματα που μαστίζουν την χώρα εδώ και περίπου τέσσερις δεκαετίες. Ο κάθε χαρακτήρας συμβολίζει και κάτι διαφορετικό, ενώ η σχέση που αναπτύσσει με τους υπόλοιπους, αναδεικνύει ουσιαστικά ένα σύνολο κοινωνικών συμβάσεων. Η Ρένα, έχει φροντίσει όλα αυτά τα χρόνια να μεταβιβάσει τα δικά της απωθημένα στην κόρη της και επενδύει στο πρόσωπό της για την εκπλήρωση του χαμένου ονείρου μιας μεγάλης καριέρας στο τραγούδι. Ο Παύλος, βλέποντας τον ουτοπικό μικρόκοσμο που έφτιαξε πεισματικά (εθελοτυφλώντας για την σκληρή πραγματικότητα), να καταρρέει μεγαλοπρεπώς, παίρνει τις μεγάλες του αποφάσεις, πληγώνοντας άτσαλα και ανεπανόρθωτα την οικογένειά του. Η Ισμήνη, κουβαλώντας τις φιλοδοξίες και τα «θέλω» της Ρένας, καταπνίγει συνεχώς την δική της προσωπικότητα, σε σημείο να είναι αμφίβολο αν πόθησε πραγματικά κάτι δικό της ή αν οτιδήποτε κυνήγησε ή επιδίωξε, κρύβει πίσω του την καθοριστική επιρροή της μάνας. Η Ισμήνη ουσιαστικά συμβολίζει την γενιά των σημερινών 35+, που παλεύει να ξεφύγει από όσες «σκιές» έριξαν πάνω τους οι άλλοι. Τους κατηγορούν για αυτό, μα αδυνατούν τελικά να αλλάξουν οτιδήποτε μόνοι τους. Κάτι που αποδεικνύεται και μέσα από τον χαρακτήρα του μικρότερου αδερφού της, του Αργύρη. Εκείνος νιώθει έναν ανεξήγητο και συσσωρευμένο θυμό, έχει μεγάλη επιθετικότητα για την οικογένειά του και συγκεκριμένα για τον πατέρα του, που άλλοτε ήταν το πρότυπό του, ενώ χωρίς να μπορεί να διοχετεύσει δημιουργικά και με υγιή τρόπο τις ανησυχίες του, λόγω έλλειψης ευρύτερης καλλιέργειας, μπλέκει με ύποπτες φασιστικές ομάδες και πληρώνει εν τέλει ακριβά το τίμημα. Ο χαρακτήρας του Αργύρη, δεν απεικονίζει μόνο καταγγελτικά την άνοδο της ακροδεξιάς, μα περισσότερο προσπαθεί να την εξηγήσει. Ο Γιώργος από την άλλη, είναι η κύρια εκπροσώπηση αυτού του λαμπερού και άπιαστου ελληνικού ονείρου, το οποίο κυνήγησαν πολλοί τα χρόνια πριν την κρίση: του εύκολου πλουτισμού και της επιτυχίας χωρίς κόπο και ιδιαίτερη αξία.

Το κείμενο του συγγραφικού διδύμου είναι στρωτό, έχει συνοχή και πολλές ανατροπές, ίσως μάλιστα κάποιες παραπάνω από όσες χρειαζόταν. Μα αυτό είναι μια καθαρά προσωπική εκτίμηση. Οι διάλογοι, χωρίς να καταντούν κοινότυποι ή κουραστικοί. έχουν ενδιαφέρον και θυμίζουν ρεαλιστικές συζητήσεις που ακούγονται σε κάθε περίγυρο. Η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, βοήθησε να αναδειχτεί αυτός ο ρεαλισμός και οι λεπτές αποχρώσεις των δεσμών μεταξύ των χαρακτήρων. Δεν αποφεύγονται βέβαια, κάποιες μελοδραματικές στιγμές, που όμως δένουν αρμονικά με το σύνολο. Τα σκηνικά της Αθανασίας Σμαραγδή και τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, υπηρέτησαν απόλυτα την ατμόσφαιρα και το ύφος του έργου. Καίρια η συμβολή του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου στους φωτισμούς και τέλος, όμορφη και αισθαντική η μουσική επένδυση Γιάννη Χριστοδουλόπουλου.

Ερμηνευτικά, η παράσταση ευτυχεί να διαθέτει μια ομάδα δυνατών ηθοποιών, που φέρουν εις πέρας τους ρόλους τους με επιτυχία. Ξεκινώντας από τη Νένα Μεντή, η οποία γνωρίζει εξαιρετικά πώς να ισορροπεί ανάμεσα στο γέλιο και το δάκρυ, αποτυπώνει όλες τις συναισθηματικές διακυμάνσεις μιας γυναίκας που έζησε μέσα στα ανεκπλήρωτα όνειρα. Από κυνισμό και μαύρο χιούμορ, μέχρι τη συναισθηματική κατάρρευση όταν οι καταστάσεις γίνονται ιδιαιτέρως δραματικές. Ο Γιώργος Ζιόβας, έχει μια όμορφη μεστότητα στην ερμηνεία του και έλεγχο των εκφραστικών του μέσων. Η Δανάη Σκιάδη, αναδεικνύει μέσω καίριων ξεσπασμάτων τις αμφιθυμίες της ηρωίδας της. Ο Δημήτρης Σαμοΐλης στο ρόλο του αιμοδιψή μάνατζερ, καταφέρνει να ξεχωρίσει με κάποια κωμικά ευρήματα, ενώ ο Κωνσταντίνος Γαβαλάς, ερμηνεύει με μέτρο τη φιγούρα που παλεύει με τις δυσκολίες της καθημερινότητας και το απροσδόκητο πένθος. Τέλος, ο Γιώργος Κατσής, αν και ξεκινά πιο ήπια, στην συνέχεια ξεχωρίζει δυναμικά, στο ρόλο του μπερδεμένου και βαλτωμένου γιου. Καλύτερή του στιγμή το ξέσπασμα – μονόλογος προς το τέλος της παράστασης.

Τρεις γενιές με διαφορετικά όνειρα και προσδοκίες, τα οποία συναντώνται και συντρίβονται κάτω από τον οδοστρωτήρα μιας χώρας σε κρίση και μιας κοινωνίας που κοιτάζει κουρασμένη και αναποφάσιστη προς το μέλλον.


Η «Δεύτερη φωνή» των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου, παρουσιάζεται στο θέατρο Αποθήκη.