Μια συνειδητή συνομιλία με την Ιστορία επιχειρεί ο Γιάννης Καλπούζος για μια ακόμη φορά με το νέο του μυθιστόρημα που τιτλοφορείται: Ουρανόπετρα: η δωδέκατη γενιά και  κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Από την Τέσυ Μπάιλα

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη, δύο χρονικά: το μικρό χρονικό που εκτυλίσσεται το 1569, την εποχή της ενετοκρατίας στην Κύπρο και παρακολουθεί τη ζωή του Γερόλεμου, μιας μορφής εμβληματικής που στο τέλος του μικρού αυτού χρονικού θα μοιράσει στους τέσσερις απογόνους του ένα κομμάτι από την ουρανόπετρα για φυλαχτό, γεγονός που θα σημαδέψει την εξέλιξη ολόκληρου του βιβλίου.

Ο αναγνώστης παρακολουθεί τις περιπέτειες του Γερόλεμου και ο Γιάννης Καλπούζος βρίσκει την ευκαιρία   να συνυφάνει την Ιστορική μαρτυρία μέσα στη μυθοπλασία και να καθοδηγήσει τον αναγνώστη στην παρακολούθηση πλήθους γεγονότων από την εποχή της εισβολής των Οθωμανών το 1570 έως το 1572. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο Καλπούζος χρησιμοποιεί την επιστήμη της κοινωνικής ανθρωπολογίας στο έργο του και ανασυνθέτει την κοινωνία της εποχής μέσα από συνήθειες, κουβέντες, ήθη και έθιμα, τα οποία αναπαριστώνται με εξαιρετική ακρίβεια, δίνοντας στον αναγνώστη την ευκαιρία να νιώσει μέρος του σκηνικού αυτού, να συμμετάσχει δίπλα στους ήρωες, να αφουγκραστεί τις ανησυχίες τους και να βιώσει τον πόνο τους. Το φεουδαρχικό σύστημα, η στάση της ορθόδοξης εκκλησίας αλλά και οι ενετικές μέθοδοι προκειμένου να αποφευχθεί η οθωμανική κατοχή του νησιού περιγράφονται ενδελεχώς και κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Το Μεγάλο χρονικό μας εισάγει στην εποχή της αγγλοκρατίας. Βρισκόμαστε στα 1892 και αυτή τη φορά ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας είναι ο Αδάμος. Μέσα από περιγραφές της καθημερινής ζωής παρακολουθούμε μια κοινωνία να μάχεται για την επιβίωση καθώς οι Άγγλοι είναι μια κυριολεκτική μάστιγα στο νησί. Η σύγκριση ανάμεσα στην περίοδο της ενετοκρατίας και αυτή της αγγλοκρατίας είναι μοιραία και αναπόφευκτη για τον αναγνώστη. Η Κύπρος έχει ήδη από το 1898 το νησί έχει δοθεί στους Άγγλους κι αυτοί είχαν εφαρμόσει την τεχνική του διαίρει και βασίλευε ώστε να μπορούν αν ελέγχουν την κατάσταση. Ο αναγνώστης περπατά μαζί με τον Αδάμο ανάμεσα σε πλινθόκτιστα σπίτια και αρχοντικά, βλέπει πορνεία και καφενέδες, εργάτες και πεινασμένα παιδιά, συμμορίες και καβγάδες. Παρακολουθεί χοροεσπερίδες, λαμπαδηδρομίες, αποκριάτικες συνήθειες, καβγάδες σε κακόφημα στέκια, τοκογλύφους και παλικαράδες της εποχής, αγρότες και ποιητάρηδες, πόρνες να περιμένουν τυλιγμένες το σάλι τους ή να αναζητούν πελάτες, φοροεισπράκτορες και πονεμένους ανθρώπους που δεν μπορούν να επιβιώσουν παρά μόνο με ελάχιστα. Συλλαλητήρια για την κατάργηση του φόρου υποτέλειας και ακούει μαντινάδες. Οι σχέσεις των ανθρώπων δοκιμάζονται. Φιλίες που αντέχουν στο χρόνο, σχέσεις ανθρώπινες και αδελφικές, σχέσεις ερωτικές μια και ο έρωτας ως δύναμη κραταιά κυριαρχεί στο κείμενο. Μέσα από τον Αδάμο και την ιστορία του συνυφαίνονται οι ιστορίες δώδεκα γενεών με συνδετικό ιστό το εύρημα της ουρανόπετρας που όταν ενωθεί αποκαλύπτονται όλα.

Η κοινωνία δοκιμάζεται αλλά ταυτόχρονα αλλάζει. Ασύλληπτες οι καινοτομίες για την εποχή αυτή. Ο κινηματογράφος εισβάλλει και προκαλεί την έκπληξη και το δέος. Εμφανίζονται τα πρώτα αυτοκίνητα, τα πρώτα λεωφορεία, οι λάμπες λουξ και το ηλεκτρικό φως μπαίνει σιγά σιγά στη ζωή όλων. Κι όμως τα φαινόμενα παραμένουν τα ίδια. Δολοπλοκίες και πάθη, μίση και περιπέτειες, 8000 μαυροπινακωμένοι, άνθρωποι και οικογένειες κοινωνικά περιθωριοποιημένες και διαμάχες για την ανάδειξη αρχιεπισκόπου. Η πολιτική και η διπλωματία που καθόρισαν τις καταστάσεις της εποχής είναι φυσικό να περνούν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Μορφές ιστορικές όπως ο Τσώρτσιλ, αλλά και οι πρώτοι σύγχρονοι ολυμπιακοί αγώνες και ο πόλεμος του 1897 με τους εθελοντές Κύπριους. Και η μυθιστορηματική αφήγηση περνάει από την Κύπρο στην Αθήνα, στο Μπιζάνι, την Άρτα και τη Φιλιππιάδα αλλά και το Βόλο, τα Φάρσαλα, τα Γιάννενα και τον Πειραιά.

Σημαντική είναι η γλωσσική εκφορά του κειμένου. Ο συγγραφέας διαλέγει να γράψει το βιβλίο με τη γλώσσα, όπως μιλιόταν το 1900, μια γλώσσα που διατηρεί ακόμη την ίδια φρεσκάδα και ζωτικότητα και η κυπριακή διάλεκτος των ηρώων του ζωντανεύει στο κείμενο ήχους διαφορετικούς από τη σημερινή ελληνική όπως τη γνωρίζουμε καταφέρνοντας να περάσει στον αναγνώστη το κλίμα της εποχής.

Ο Καλπούζος όμως γράφει αυτό το βιβλίο με σκοπό την αναζήτηση απαντήσεων σε ένα σωρό ερωτήματα. Έτσι πέρα από την ιστορική πραγματικότητα με την οποία καταπιάνεται, ιδέες όπως φιλοπατρία, δίκαιο, αξιοπρέπεια, αλαζονεία, σχέση με τους προγόνους, πατριωτισμός και πατριδοκαπηλεία, αυτογνωσία, εξουσία, εσωτερική καλλιέργεια και αδελφοσύνη, χάραξη προσωπικής πορείας μέσα στο χρόνο και κοινωνική περιθωριοποίηση και δικαιοσύνη είναι μόνο μερικές από αυτές που με δεξιοτεχνία χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να δείξει τελικά αυτό που ο ίδιος επισημαίνει: «Όπου πατώ είναι δικός μου δρόμος» που είναι και η κεντρική ιδέα του βιβλίου.

Ο Καλπούζος εκμεταλλεύεται μια ακόμη ιδιότητά του όμως, την ποιητική. Έτσι οι περιγραφές του έχουν τη διαύγεια του λυρισμού. Γίνονται φωτογραφικές απεικονίσεις και σηματοδοτούν την προσωπική του έκφραση, είτε πρόκειται για ένα τοπίο, είτε για μια δεδομένη χρονική στιγμή, είτε ένα κοινωνικοπολιτικό και ιστορικό γεγονός. Είτε απλώς μέσα από την περιγραφή των ηρώων και των μυστικών τους. Για άλλη μια φορά ο Καλπούζος πετυχαίνει να γράψει ένα βιβλίο-οδοιπορικό στην αυτογνωσία, την ψυχική ισορροπία και την πνευματική καλλιέργεια.  Με τους κανόνες του κλασικού έργου και τη νοοτροπία του κλασικού συγγραφέα. Η Ιστορία, η κοινωνική ανθρωπολογία, η πολιτική, η διπλωματία, η αφηγηματική δοκιμή της γλώσσας γίνονται απλώς τα απαραίτητα εργαλεία του και ο καμβάς πάνω στον οποίο φιλοτεχνεί τις ιδέες του.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

1878-1917 Κύπρος, Αθήνα, Θεσσαλία, Ήπειρος…

Ένας άντρας πορεύεται με βάση τη θεωρία του: Όπου πατώ είναι δικός μου δρόμος.

Τον έζωσε το άστραμμα του θανάτου. Καπνοί, κασμάδες, φτυάρια, ζεμπίλια, δεμάτια μπαμπάκι και τόνοι χώματος υψώθηκαν ωσάν τεράστιος ανθός της ροδιάς. «Θε μου!» πρόλαβε να πει κι ομοίαζε όπως έπεφτε ν’ απλώνει τα χέρια, θαρρείς και καρτερούσε τον Θεό να τον αρπάξει και να τον απιθώσει παράμερα, απείραχτο κι ολόσωστο.

Έμπηξε τα δάχτυλα στον σωλήνα και τράβηξε κάμποσα κιτρινισμένα χαρτιά. Ξέστριψε μια κόλλα και πάσχισε να τη διαβάσει. Ανήμπορος να μετρηθεί με τις αράδες της αναρωτιόταν: Πόσο καιρό να βρίσκονταν κει μέσα; Τι να έγραφαν;

Πήρε να της βγάζει ένα ένα τα ρούχα ωσότου έμεινε ολόγυμνη ομπρός του. Θαρρείς κι ο αφρός της θάλασσας ορθώθηκε και σχημάτισε τ’ ολόλευκο κορμί της. «Αφροδίτη!» αναφώνησε και… γίνηκε πυροτέχνημα στην αγκάλη της μέχρι τα ξημερώματα.

«Έχει δρόμο που ορίζεις την πατημασιά σου και δρόμο όπου σου την ορίζουν άλλοι. Στοχάσου και διάλεξε σε ποιον θέλεις να πατάς». «Όπου πατώ είναι δικός μου δρόμος!» αποκρίθηκε.