Κάθε συναυλία του Βασίλη Λέκκα, καταξιωμένου και αγαπημένου «ερμηνευτή», μεγάλων συνθετών όπως του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη, αποτελεί μια εμπειρία ζωής,

γι’ αυτούς που αγαπούν το καλό και ποιοτικό Ελληνικό τραγούδι. Στη συνέντευξη αυτή, μιλά με το πάθος που τον διακρίνει, για τα πρώτα βήματα της καριέρας του, για τις συνεργασίες του με τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη, για τη σχέση ποίησης και μουσικής αλλά και για την ελληνική μουσική σήμερα, εξηγεί γιατί είναι διαχρονικά τα τραγούδια του Μίκη και μας ενημερώνει για τις εμφανίσεις του, μέσα στο καλοκαίρι.

 

 

Συνέντευξη στη Στέλλα Τζίβα

 

Culturenow: Η πρώτη σας δισκογραφική δουλειά ως πρωτοεμφανιζόμενου τραγουδιστή έγινε με την «Εποχή της Μελισσάνθης», του Μάνου Χατζιδάκι. Ακολούθησε η «Πορνογραφία», οι «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς», η «Ρωμαϊκή Αγορά», «Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά». Μιλήστε μας για την εμπειρία που βιώσατε, με το να συνεργαστείτε με έναν τέτοιο σπουδαίο δάσκαλο.

Bασίλης Λέκκας: Συνεργαστήκαμε  και στη «Λαϊκή αγορά», και στον «Μπολιβάρ», όλα αυτά από το ’79-’80 μέχρι το ’89 περίπου. Προφανώς θεωρώ τον εαυτό μου απ’ τους τυχερούς που μπόρεσα  να έχω μία πορεία συνεργασίας μαζί του, με δίσκους και συναυλίες κυρίως. Η μεγαλύτερη, μάλλον εμπειρία είναι, το «μάθημα», όταν βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή, του τι σημαίνει τραγούδι, τι σημαίνει συνυπάρχω με μια ορχήστρα και αποδίδουμε από κοινού ένα έργο, ένα τραγούδι και ποιος είναι ο ρόλος του τραγουδιστή, του κάθε μουσικού, του συνόλου μιας ορχήστρας που αποδίδει ένα τραγούδι κάτω από την μπαγκέτα ενός συνθέτη και δη συνθέτη, του Μάνου Χατζιδάκι.

 

 

Cul.N.: Υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος τρόπος που ήθελε να τραγουδηθούν τα «Χατζιδακικά» τραγούδια του;

Β.Λ.: Υπάρχει πάντοτε ερμηνεία καθοδήγησης για να ερμηνεύσει κάτι κανείς, αλλά φαντάζομαι ότι με τον τρόπο του, ο Χατζιδάκις έπαιρνε και στοιχεία από την προσωπικότητα του καθενός όταν τραγουδούσαμε μαζί του και νομίζω, μπορούσε να τα οδηγήσει σε ένα τελικό αποτέλεσμα που τον ενδιέφερε σαφώς και είχε τον πρώτο λόγο. Νομίζω ότι πρώτα έπαιρνε αυτό που είχε ο καθένας μας και το τοποθετούσε μέσα στο ζητούμενο μιας ερμηνείας που ήθελε ο ίδιος.

 

 

Cul.N.: Τραγουδήσατε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το έργο του Οδυσσέα Ελύτη «Προσανατολισμοί», σε μουσική του Ηλία Ανδριόπουλου. Ποια είναι η άποψη σας για την μελοποιημένη ποίηση; θεωρείτε πως πρέπει να μελοποιείται η ποίηση;

Β.Λ.: Όταν παντρεύεται μουσική και ποίηση είναι ένας γάμος ο οποίος είναι κάτω από τη συμπαντική, αν θέλετε, προστασία. Το σύμπαν μας έχει δώσει το λόγο, τη μουσική. Νομίζω ότι ο Ελληνικός λαός και με την ποίηση ευτύχησε να δει σπουδαία πράγματα και με τη μουσική επίσης, άσχετα από τα βραβεία που μπορούν να κατοχυρώνουν το επίσημο της υπόθεσης. Το πάντρεμα της Ελληνικής ποίησης και της Ελληνικής μουσικής είναι το τραγούδι της συνείδησης μας και μπορεί έναν λαό να του κάνει καλό που υπάρχει μελοποιημένη η ποίηση του και τη γνωρίζει και την τραγουδάει και τη βιώνει σε μια λειτουργία πολύ ιδιαίτερη, που είναι το αποτύπωμα του Έλληνα.

 

 

Cul.N.: Κυκλοφορήσατε τον δίσκο «Σπινθήρα», μια συνεργασία της Λίνας Νικολακοπούλου και του Γιάννη Σπάθα. Ήταν μια συνεργασία που επιθυμούσατε έντονα;

Β.Λ.: Προφανώς το επιθυμούσα. Η σχέση μου με τον Γιάννη Σπάθα ξεκινάει από πολύ παλιά, έχουν προηγηθεί δύο δίσκοι που κάναμε μαζί. Είναι τα «Σύντομα όνειρα» και τα «Κλασικά εικονογραφημένα», σε στίχους του Ευγένιου Αρανίτση, το ’89 και το ’91 αντίστοιχα. Τον δίσκο «Σπινθήρας», τον κάναμε το ’97, σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου. Με τη Λίνα συνεργάστηκα για πρώτη φορά δισκογραφικά, ενώ με τον Σπάθα, αυτή είναι η τρίτη μας συνεργασία.

 

 

Cul.N.: Στο «Φάντασμα της αυγής» κάνατε το ντεμπούτο σας ως ηθοποιός. Συμμετείχατε κατόπιν και σε δύο θεατρικές παραστάσεις. Τι σας ώθησε να ανεβείτε στο θεατρικό σανίδι; και ποια η θεατρική σας πορεία έκτοτε;

Β.Λ.: Προηγήθηκε πριν το «Φάντασμα της αυγής» η μουσικοθεατρική παράσταση «Πορνογραφία». Έπαιξα με το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, σε μια περιοδεία στο έργο του Shakespeare με τη σκηνοθεσία της Νανάς Νικολάου. Έπαιξα πριν από 4-5 χρόνια περίπου, στην παιδική σκηνή, στο έργο «Ως την άκρη του κόσμου». Το θέατρο μου προκύπτει. Δεν είμαι ηθοποιός, απλά θα’ λεγα πως  είμαι ένας άνθρωπος της σκηνής. Μου αρέσει όμως να εμφανίζομαι και στο θέατρο, αν μπορώ να ανταπεξέλθω στις απαιτήσεις του σεναρίου και του ρόλου που μου προτείνουν να παίξω.
 

 

 

Cul.N.: Ποια είναι η γνώμη σας για το Ελληνικό τραγούδι σήμερα; Υπάρχει, πιστεύετε, ποιοτικό τραγούδι;

Β.Λ.: Υπάρχουν ταλαντούχοι στην Ελλάδα και τραγουδιστές και τραγουδοποιοί. Έχει αλλάξει λίγο αυτή η βαρύτητα του συνθέτη γιατί όσοι γράφουν τραγούδια τώρα, τα τραγουδάνε συνήθως και οι ίδιοι. Έχουμε περάσει σ’ αυτή τη μορφή τραγουδοποιού  και μπορώ να αναφέρω πολλά ονόματα όχι μόνο απ’ τη γενιά μου. Είναι ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Γιώργος Καζατζής, ο Γιώργος Ανδρέου, η Ρεμπούτικα, ο Καλατζόπουλος, ο Παπαδημητρίου, νέα παιδιά όπως ο Χαρούλης, η Μόνικα. Μου αρέσει πολύ και  ο Πανούσης… Είναι πάρα πολλά τα πρόσωπα που σ’ αυτή τη μικρή χώρα κρατάνε επίπεδο και έχουν και την πρόταση και πιστεύω ότι πάνω απ’ όλα, έχουν ένα ήθος και μία παιδεία, που για μένα αυτό, είναι η κληρονομιά, που έχουν αφήσει οι προηγούμενοι μεγάλοι μας συνθέτες.

 

 

Cul.N.: Πρόσφατα σας ακούσαμε στο Βadminton να ερμηνεύετε τραγούδια από τις ταινίες του Μίκη Θεοδωράκη. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία;

Β.Λ.: Προέκυψε μετά από πρόταση του θεάτρου Βadminton, για μία σειρά παραστάσεων με θέμα τον κινηματογραφικό Θεοδωράκη, ο οποίος έχει γράψει μουσική για πολλές ταινίες παγκόσμιας φήμης και μέσα στα πλαίσια αυτών των αφιερωμάτων, εγώ κλήθηκα να τραγουδήσω Θεοδωράκη. Πέραν του ότι έχω συνεργαστεί πολύ με τον Μίκη  και έχουμε κάνει μαζί τον δίσκο «Ασίκικο πουλάκι», σε ενορχήστρωση του Γιάννη Σπάθα. Με αφορμή λοιπόν τη συνεργασία και τη σχέση που έχω με το υλικό του, ο Μιχάλης Κουμπιός με κάλεσε για να κάνουμε αυτές τις παραστάσεις με τη συμμετοχή μιας πολύ νέας τραγουδίστριας, που εμφανίζεται πρώτη φορά, της Vivian Daglas και της ορχήστρας «Καρέ-Καρέ», που επιμελείται ο Δημήτρης Μαργιολάς.

 

Cul.N.: Που πιστεύετε πως οφείλεται η διαχρονικότητα των τραγουδιών αυτών, του Μίκη Θεοδωράκη;

Β.Λ.: Το ότι το μουσικό αποτύπωμα προέρχεται από έναν λαό, ο οποίος έχει εκφραστικές ανάγκες μέσα από τέτοια τραγούδια και έχει τη χαρά και τη συγκυρία να βρεθούν μουσικοί με επίπεδο και προσωπικότητες που θα βάλουν στο λαό, στα λόγια του, τον ήχο. Και αυτά τα τραγούδια εμπεριέχουν μια αίσθηση που έχουμε γύρω από τον τόπο μας, από την ιστορία μας, από τα μουσικά μας βιώματα. Είναι νότες που συνθέτουν ένα Ελληνικό τοπίο και έρχονται αβίαστα μέσα μας, γι’ αυτό τις κουβαλάμε και θα τις κουβαλάμε. Αυτή είναι και η διαχρονική τους αξία.

 

 

Cul.N.: Τα επόμενα σχέδια σας, ποιά είναι;

Β.Λ.: Θα κάνουμε κάποιες συναυλίες μέσα στην περίοδο αυτή, όχι με αυτό το πρόγραμμα αλλά με ένα ρεπερτόριο απ’ όλο το φάσμα της δουλειάς μου, από τον Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Μαρκόπουλο, τον Γιώργο Τρανταλίδη, -που έχουμε κάνει δύο εκπληκτικούς δίσκους μαζί-, βεβαίως από τον Γιάννη  Σπάθα που έχουμε συνεργαστεί. Αυτή είναι μια δισκογραφία που πέρασε πλέον τα 30 χρόνια και είναι τα δώρα που μου χαρίσανε όλοι αυτοί οι άνθρωποι της μουσικής οικογένειας.