«Η δουλειά που πάντα ονειρευόμουν να κάνω. Να γράφω αργά το βράδυ, με ένα ποτό δίπλα μου, ακούγοντας jazz»….

 

Χαμογελάω αυθόρμητα και λέω «δεν είναι ακριβώς έτσι»  ξέροντας ότι σε λίγα λεπτά θα έχω καταστρέψει τη ρομαντική φαντασίωση ενός επίδοξου συγγραφέα, εξηγώντας του πώς δουλεύει πραγματικά ένας συγγραφέας.
Η έμπνευση είναι στ’ αλήθεια θείο δώρο. Είναι όμως και κάτι φευγαλέο που εξαφανίζεται εν ριπή οφθαλμού. Επίσης, δεν μπορείς να κάθεσαι άπραγος και να περιμένεις να εμφανιστεί. Πρέπει να την ψάχνεις, να την ξετρυπώνεις. Πρέπει να ξυπνάς πρωί, όταν η πόλη γύρω σου κοιμάται ακόμα και επικρατεί η αστική σιωπή, και να αρχίζεις το κυνήγι της έμπνευσης με όπλο ένα καθαρό μυαλό, λίγο καφέ και πολλές σελίδες – αμέτρητες σελίδες word. Όσο περισσότερο γράφει κανείς τόσο πλησιάζει η έμπνευση. Η έμπνευση είναι ακριβοθώρητη αλλά δεν το ‘χει πάρει πάνω της. Αναγνωρίζει τους κόπους σου και σε ανταμείβει φωτίζοντας τον δρόμο που μέχρι πρότινος έμοιαζε με λαβύρινθο. Η έμπνευση δεν χαρίζεται, θέλει πειθαρχεία, πρόγραμμα και σκληρή δουλειά.

Παρόλο, όμως, που η δουλειά αυτή είναι σκληρή, ο συγγραφέας δεν αμείβεται σταθερά σε σκληρό νόμισμα. Οπότε, ενδεχομένως, να χρειάζεται να κάνει κι άλλες δουλειές για να τα βγάλει πέρα. Πράγμα που σημαίνει ότι ο χρόνος που μπορεί να διαθέσει στη συγγραφή περιορίζεται εκ των πραγμάτων. Ο χρόνος κυλάει ακόμα πιο γρήγορα αν προσθέσουμε τις αναπόφευκτες σχέσεις που τις λένε δημόσιες, την αέναη επεξεργασία ιδεών και καταστάσεων και το συνεχές διάβασμα – γιατί πρέπει κανείς να ακούει και να διαβάζει συνεχώς όταν θέλει να αφηγηθεί. Σημαντικό, επίσης, είναι να εξασκείται όποτε του δίνεται η ευκαιρία. Να γράφει από απλές ασκήσεις ύφους μέχρι χρονικά, διηγήματα, άρθρα εδώ κι εκεί και παραπέρα. Η συγγραφή δεν είναι σαν το ποδήλατο. Αν την αφήσεις σ’ αφήνει.

«Κρίμα, τα είχα πιο ρομαντικά στο μυαλό μου» είναι η συνήθης απάντηση. Ρομαντικά όπως εκείνος ο καταραμένος – και λίγο τεμπελάκος – λογοτέχνης που ζει σε μια παγωμένη σοφίτα παρέα με τα φαντάσματα που του έχουν φτιάξει οι άλλοι για λογαριασμό του. Αλλά ο ρομαντισμός της συγγραφής δεν έγκειται στο τι συμβαίνει γύρω σου όταν γράφεις αλλά στο τι συμβαίνει μέσα σου. Φτιάχνεις δικούς σου κόσμους, με δικούς σου όρους και δικούς σου ήρωες, δρόμοι στρώνονται, σπίτια χτίζονται και δέντρα ψηλώνουν επειδή εσύ το φαντάστηκες, άνθρωποι γεννιούνται, ερωτεύονται πεθαίνουν επειδή εσύ το θέλησες, κι όλα αυτά γκρεμίζονται ανά πάσα στιγμή αν δεν τα θέλεις. Μ’ ένα απλό delete. Η έμπνευση είναι το δώρο που κάνει ο συγγραφέας στον εαυτό του.

Info: Η Βάσια Τζανακάρη είναι συγγραφέας. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Α.Π.Θ. και φέτος πραγματοποιεί μεταπτυχιακές σπουδές Μετάφρασης – Μεταφρασεολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με το πρώτο της βιβλίο, Έντεκα μικροί φόνοι: Ιστορίες Εμπνευσμένες από Τραγούδια του Nick Cave (Μεταίχμιο) ήταν υποψήφια για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του λογοτεχνικού περιοδικού Διαβάζω. Υπήρξε αρχισυντάκτρια του περιοδικού Ποπ+Ροκ και ασχολείται με τη δημοσιογραφία και τη μετάφραση. Το Τζόνι & Λούλου (Μεταίχμιο) είναι το δεύτερο βιβλίο της και το πρώτο της μυθιστόρημα. vasiatzanakari.wordpress.com