Αρλεκίνος – Γιώργος Λίλλης: Κριτική βιβλίου

Κάθε μέρα νέοι διαγωνισμοί στο Culturenow.gr

Δες εδώ!

Ο Γιώργος Λίλλης στην ποιητική συλλογή Αρλεκίνος καταθέτει ένστιχες σκέψεις, κυρίως μέσω εικόνων, που σε ορισμένα σημεία εκφράζουν τις διάφορες πρωτεϊκές μορφές, που ο ίδιος αναγκαστικά διασχίζει ως υποκριτής του προσωπικού του θεάτρου (και, συνεπαγωγικά, όλοι εμείς).

Ο Γιώργος Λίλλης στην ποιητική συλλογή Αρλεκίνος καταθέτει ένστιχες σκέψεις, κυρίως μέσω εικόνων, που σε ορισμένα σημεία εκφράζουν τις διάφορες πρωτεϊκές μορφές, που ο ίδιος αναγκαστικά διασχίζει ως υποκριτής του προσωπικού του θεάτρου (και, συνεπαγωγικά, όλοι εμείς).

Στη συλλογή κυριαρχεί ένας τόνος εξομολογητικός («Άκουσέ με…»), μια επαναλαμβανόμενη αποστροφή σε ένα β’ πρόσωπο, το οποίο πολλές φορές εύκολα ταυτίζεται με ερωτικό υποκείμενο, αλλά όχι πάντοτε. Εν γένει –ανά τους στίχους- καταλήγει πολύ γενικό και απροσδιόριστο, ίσως λόγω της ανώμαλης στροφής σε αυτό σε σημεία όπου δεν είχε δοθεί καμία αίσθηση προ-ύπαρξής του («Γνώριζες πως έπρεπε να κυλιστώ στη λάσπη/ για να εκτιμήσω την καθαρότητα/ των σύννεφων.»).

Σήμα κατατεθέν της συλλογής είναι οι ευφάνταστες μεταφορές, που τις περισσότερες φορές εκφέρονται έντονα εικονοποιημένες (για παράδειγμα, «με το δόρυ του μισού φεγγαριού στην κατοχή του» και «εκεί που κατασκήνωσες για να μετρήσεις τις/ διαστάσεις του ουρανού/ μ’ ένα σπασμένο καθρέφτη»). Άλλες εικόνες αντικατοπτρίζουν μια θυμοσοφική διάθεση και μεταδίδουν έναν απλό (ωραίο) μελαγχολικό τόνο, άλλοτε πιο ποιητικά («μπορεί ένα σπουργίτι να πεθαίνει και τα πεσμένα φύλλα/να σημειώσουν στις πράσινες σελίδες τους την/απουσία του») και άλλοτε λιτά και πεζολογικά («Ο γεωργός που σφάλιζε στις χούφτες του σπόρους/ κι όμως δεν είδε ποτέ/να καρπίζει η γη του»).

Παρομοιώσεις ξεδιπλώνονται σε διαφορετικά ποιήματα, εντείνοντας την ενθύμηση της ήδη απαντημένης σκέψης, όπως για παράδειγμα αυτής που ταυτίζει τρόπον τινά τα μονοπάτια με φίδια («Ο ήχος των βημάτων μου χάνεται στο φιδωτό μονοπάτι» και αλλού «Οι δρόμοι έπαψαν να έχουν προορισμό/μοιάζουν φίδια νεκρά»).

Ωστόσο, η συνεχής εικονοπλασία του Λίλλη γίνεται υπερβολική και η μετάβαση από τη μια εικόνα στην άλλη πολλές φορές  δύσκολη, καθώς οι λέξεις-εικόνες που συνδέονται δεν είναι απλώς αναπάντεχες και ποιητικά πρωτότυπες, αλλά φτάνουν στο σημείο να μην στοχεύουν τα πιθανά γνωσιακά σχήματα του νου.

Έτσι, οι κοπιώδεις συσχετισμοί, εφόσον δεν γίνονται αντιληπτοί, καταλήγουν χαλαροί. Αντίστοιχη χαλαρότητα παρατηρείται και στις αλλεπάλληλα αναφερόμενες αντιθέσεις, που χάνουν τελικά το αρχικό (ποιητικό) τους βάρος («Ενώ εσύ, με πόση ευκολία ρυμουλκούσες/ το αδύνατο στο δυνατό/ θεϊκή και συνάμα γήινη»). Γι’ αυτό τον λόγο, θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι η απουσία τίτλων στα ποιήματα δεν είναι απλώς επιλογή, αλλά και ανάγκη, αφού σε κάθε ποίημα δεν τονίζεται διαπεραστικά κάποιο κεντρικό νόημα-μήνυμα.

Σε πολλά σημεία, η ποίηση του Λίλλη θυμίζει Ελύτη στη Μαρίνα των Βράχων και θεματικά αλλά και τονικά: «Ίσως εσύ να έχεις ακόμα φυλάξει εκείνα τα ψήγματα/ άμμου/ ανάμεσα στα μαλλιά» ή «Και δεν υπάρχει πια πρόθυμη γυναίκα πρωτομάστορα/ να χτιστεί στην πέτρα για να στεριώσει.». Αξιοσημείωτο είναι, όμως, το γεγονός ότι στην ουσία παρατηρούμε τον ποιητή να μιμείται τον αντίκτυπο του τρόπου του Ελύτη και όχι τον τρόπο καθεαυτό και τα ποιητικά μέσα. Η αφομοίωση, βέβαια, και μόνο του ελυτικού φαίνεσθαι είναι κατόρθωμα, όμως χωρίς την κατανόηση των μηχανισμών, και τη διεύρυνσή τους, είναι δύσκολο να επιτευχθεί προσωπικό ποιητικό αποτέλεσμα.

Ομολογουμένως, αυτό που γίνεται αντιληπτό ηχητικά είναι ένα ρέον ρυθμικό αποτέλεσμα, που ποτέ δεν ερεθίζει αρνητικά. Ωστόσο, ρυθμικά (και νοηματικά όπως προαναφέρθηκε) κάποιοι στίχοι δίνουν την εντύπωση ότι θα έληγαν με κρότο, εάν δεν εκτείνονταν σε περαιτέρω στίχους. Με άλλα λόγια, το νόημα και ο ρυθμός κορυφώνεται και μετά πίπτει, καθιστώντας και το προηγούμενο μέρος εξίσου ανάλαφρο («και ανέβηκα την απότομη πλαγιά για εκεί όπου ο ήλιος/πριν τη δύση του/-πελώριο φλεγόμενο μάτι-/ κάρφωσε τις αχτίδες του στην καρδιά μου/ ξεπλένοντας το σάπιο αίμα/ νομιμοποιώντας με στη χώρα του ποτέ.»). Ίσως ρυθμικά το κείμενο να λειτουργούσε καλύτερα εάν ήταν γραμμένο όχι ένστιχα, αλλά σε αράδες. Εκεί η ρυθμικότητα θα υπερέβαινε τη μη ένστιχη μορφή και θα γινόταν αισθητικά ανώτερή της∙ τώρα η επιλογή αλλαγής στίχου και στροφών καθιστά τον ρυθμό «υπό» της μορφής, αφού η μορφή από μόνη της επιβάλλει ρυθμικότητα, η οποία, όμως σπάνια ακούγεται ενεργητικά.

Μένει να επιχειρηθεί με τόλμη η σύζευξη των ωραίων ποιητικών στιγμών- εικόνων που φέρει ο ποιητής στη φαρέτρα του με έναν πιο ενεργό ρυθμό, έναν ρυθμό που θα καταλήγει απλός (όπως ήδη είναι), αλλά με τεχνική προσπάθεια στα παρασκήνια, ώστε στιγμιαία να πάλλει το τύμπανο και να εκπλήσσει. Τέλος, η πιο ρομαντικότροπη πλευρά μπορεί να τιθασευθεί ή να τεθεί υπό το πλαίσιο ενός σχήματος σκέψης, το οποίο να υπηρετεί μέσα σε ένα ποίημα.  

Η συλλογή Αρλεκίνος του Γιώργου Λίλλη, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περισπωμένη.

Ήμουν εδώ - Gayle Forman: Κριτική βιβλίου

Αρλεκίνος – Γιώργος Λίλλης: Κριτική βιβλίου

Κάθε μέρα νέοι διαγωνισμοί στο Culturenow.gr

Δες εδώ!

«Όταν ακούς τάξη ανθρώπινο κρέας μυρίζει», έγραψε πριν από χρόνια ο Οδυσσέας Ελύτης. Και ο Γιώργος Λίλλης συναισθανόμενος την ιδιαίτερη δυσκολία της σημερινής εποχής, τον αβάσταχτο σκοταδισμό που πνίγει το μέλλον μιας ολόκληρης ανθρωπότητας στρέφεται στο μοναδικό του καταφύγιο, την ποίηση, για να απομονώσει την οδύνη και τη μοναξιά και να ορθώσει το δικό του ανάστημα, την ύστατη κραυγή αγωνίας του, σε μια εξαιρετική λυρική διαμαρτυρία, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Περισπωμένη.

Δεν έχει σημασία ποια στέπα, ποιον ωκεανό
ή ποιον ορίζοντα.
Σημασία έχει πως από τα φαράγγια του στήθους η ανάσα
ξυπνά το ηφαίστειο της καρδιάς
ως την σκοτεινιά του στέρνου και την υγρή
πολιτεία των σπλάχνων.

Γιώργος Λίλλης

«Όταν ακούς τάξη ανθρώπινο κρέας μυρίζει», έγραψε πριν από χρόνια ο Οδυσσέας Ελύτης. Και ο Γιώργος Λίλλης συναισθανόμενος την ιδιαίτερη δυσκολία της σημερινής εποχής, τον αβάσταχτο σκοταδισμό που πνίγει το μέλλον μιας ολόκληρης ανθρωπότητας στρέφεται στο μοναδικό του καταφύγιο, την ποίηση, για να απομονώσει την οδύνη και τη μοναξιά και να ορθώσει το δικό του ανάστημα, την ύστατη κραυγή αγωνίας του, σε μια εξαιρετική λυρική διαμαρτυρία, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Περισπωμένη.

Δεν είναι τυχαίο που διαλέγει να φορέσει τη μάσκα ενός αρλεκίνου. Είναι επειδή όλοι μας φοράμε ένα κοινωνικό προσωπείο για να κρύψουμε το δάκρυ που φέρνει η αυτογνωσία στο βάθος του χρόνου. Ο ποιητής όμως φορά το προσωπείο του αρλεκίνου και πίσω από αυτό βιώνει μιαν αναπόδραστη αλλαγή. Συνταράζεται από όλα όσα βλέπει να γίνονται γύρω του και μετατρέπεται σε έναν άνθρωπο ο οποίος αναθεωρεί όλα όσα η κοινωνική του συνείδηση μπορεί να αποδεχτεί και μετατρέπεται σε έναν νέο άνθρωπο, ωριμότερο και συνειδησιακά έτοιμο να μεταστρέψει τη σήψη που βλέπει γύρω του σε νέα πρόταση ζωής. Η εποχή της αφασίας και της ανάπηρης λογικής έχει φτάσει στο τέλος της για τον ποιητή και με σαφήνεια καθορίζει πως ήρθε η ώρα να κοιτάξει κατάματα το μέλλον και να αναλογιστεί τις ευθύνες του:

«Kάποτε παρίστανα τον αρλεκίνο με επιτυχία.
Μίμος, αποστήθιζα λόγους
σαν καλός μαθητής
σε σχολική γιορτή-το ποίημα παπαγαλία.
Κάποτε είχα ταυτιστεί με τις μαϊμούδες και τις
στρουθοκαμήλους.
Θυμάμαι γελούσες ,χωρίς όμως ποτέ να με αποτρέψεις.
Γνώριζες πως έπρεπε να κυλιστώ στη λάσπη
για να εκτιμήσω την καθαρότητα
των σύννεφων».

Μετά τη λάσπη λοιπόν η καθαρότητα των σύννεφων. Και η θλίψη της μοναξιάς σ’ αυτή τη μεταμόρφωση, αφού μόνος αυτός βλέπει τη λάσπη στην οποία κυλίστηκε η ανθρωπότητα. Αναζητά «ευήκοον ου» σε μια κωφεύουσα κοινωνία και απλώνει τη σκέψη του για να γίνει ο δρομοδείχτης όχι μόνο του λάθους αλλά του νέου μονοπατιού πάνω στο οποίο αποφάσισε να περπατήσει.

«Αν φανταστείς το πόσο τσιμέντο
χρειάστηκε για να θωρακίσουμε τις μοναξιές μας
πόσα λόγια στο κενό
τότε ένα τριζόνι αρκεί για να διαβάλλει
τις μηχανορραφίες του τέρατος».

Μόνος αυτός βαδίζει με όπλο τη ποιητική του ευαισθησία. «Υπόνοιες κεραυνών» είναι όλα όσα μαζεύει ρίχνοντας τα αγκίστρια του στην παγωμένη συνείδηση των υπολοίπων. Και ο ποιητής σπαράζει. «Αλλάζει μορφές για να μην προδώσει το αληθινό του πρόσωπο» και χαθεί στη λάσπη της ασυνειδησίας. Η δική του βύθιση στον σκοτεινό συνειδησιακό του κόσμο είναι η μόνη ελπίδα για να φέρει λίγο φως στην επιφάνεια της ψυχής του. Αναμετράται με τη φθορά, με τη δύση του κόσμου και η πίκρα γίνεται το εφαλτήριο για να γιγαντωθεί η ανησυχία του για την ήττα μιας ολόκληρης εποχής.

”Όσοι δώσανε τα χέρια, δεν σύναψαν καμία συμφωνία
απλά παραδέχτηκαν την κάθε απώλεια”
”Ξεχασμένες υπογραφές σε κιτρινισμένα συμβόλαια.
Δακτυλικά αποτυπώματα
σε ασημικά που έχασαν τη λάμψη τους. Πενθώ
περισσότερο για τη φθορά τους
παρά για τη χαμένη τους αξία.”

Το πένθος που βιώνει ρημάζει τη ψυχή του αλλά όχι και τη φωνή του Ποιητή που πάλλεται μέσα του και γίνεται ολόκληρη μια κραυγή διαμαρτυρίας, το προσκλητήριο για έναν γόνιμο διάλογο που θα σταθεί η αφορμή να πέσουν οι μάσκες της καθημερινότητας και να αναδυθεί το ωριμότερο πρόσωπο όλων μας.

Αυτό που επιθυμώ είναι ο γόνιμος διάλογος.
Να βγάλουμε τις μάσκες, να αποθέσουμε τα σπαθιά στο έδαφος.
Οι γύπες χόρτασαν από σάρκες.
Ας δώσουμε την ευκαιρία στ’ αηδόνια να τραγουδήσουν.

Απευθυνόμενος σε ένα απροσδιόριστο «Εσύ» καταθέτει τις αγωνίες του. Απευθύνει σ’ αυτό ένα ερωτικό τραγούδι που στοχεύει να καταδείξει τις αγωνίες του, τις ψευδαισθήσεις και τις ανησυχίες του, τις ευθύνες και τις σχέσεις του απέναντι στον συνάνθρωπο και στις αδικίες που συντελούνται στο όνομα της παγκόσμιας τάξης.

Αναζητά τη λύτρωση κάνοντας επίκληση σε έναν άλλο άνθρωπο, που μοιάζει να είναι το ερωτικό του υποκείμενο, στην ουσία όμως μπορεί να είναι ο κρυμμένος βαθιά μέσα του αθώος εαυτός του. Η νοσταλγική ανάμνηση της αθωότητας που μπορεί να μετατραπεί σε εξεγερτική δύναμη και να σαρώσει «σαν θυμωμένος λίβας» τα πάντα στο πέρασμά του όταν ελευθερωθεί. Άλλωστε ο έρωτας πάντα αυτή τη δύναμη έχει. Και μπορεί έτσι να αποκαλύπτει την παρθενική διάσταση των πραγμάτων, να αναδεικνύει την ομορφιά μέσα από το σκοτάδι που μας περιβάλει.

Nα σε αγγίζω και να πέφτει στα χέρια μου η αγνότητα.
Να σε μυρίζω και να ελευθερώνεται θυμωμένος ο λίβας.
Να σε γεύομαι και να σουρουπώνουν τα χείλη μου.
Να σε ακούω και να τρίζει το στήθος σαν κατάρτι.
Να σε βλέπω και να γεμίζουν οι δεξαμενές της νοσταλγίας.

Ο Γιώργος Λίλλης υπογράφει μια ελεγεία για τη χαμένη αθωότητα και την ερωτική της διάσταση της επιρροής της στην αυτογνωσία και τον ανθρωπισμό και καταθέτει με αμεσότητα, ζεστή και ευθύβολη γλώσσα  και διάχυτο ρομαντισμό τις πιο βαθιές του ανησυχίες για το μέλλον της ανθρώπινης συνείδησης.

Το βιβλίο του Γιώργου Λίλλη, Αρλεκίνος, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περισπωμένη.