Το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης παρουσιάζει στο Υπόγειο Γκαράζ για 12 παραστάσεις, το έργο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, “Με το ίδιο μέτρο”, σε διασκευή και σκηνοθεσία Αρασέλης Λαιμού. Λίγες ημέρες πριν την πρεμιέρα η σκηνοθέτις απάντησε στις ερωτήσεις μας για το έργο, την οπτική της και την κινηματογραφική της ματιά στα θεατρικά δρώμενα.

Συνέντευξη: Μαριάννα Παπάκη

Culturenow.gr: Από τις 7/10 μέχρι τις 30/10 θα παρουσιάσετε σε δική σας διασκευή και σκηνοθεσία, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, το έργο «Με το ίδιο μέτρο» του William Shakespear. Πείτε μας λίγα λόγια τόσο για τη διασκευή σας όσο και για τη σκηνοθετική σας ματιά.
Αρασέλη Λαιμού:
Τα έργα του Σαίξπηρ καταπιάνονται με όλα όσα αφορούν έναν θνητό κι ένα πολίτη και μπορείς με ένα ανέβασμα να μιλήσεις για τα πάντα. Αλλά για να κάνω το ανέβασμα πιο προσωπικό, με τη διασκευή επέλεξα τις θεματικές που με έκαιγαν και εστίασα σε αυτές. Κράτησα τους αγαπημένους μου μονολόγους και χαρακτήρες, και επικεντρωθήκαμε σε αυτά.

 

Cul.N.:  Ποια θέματα του έργου σας κέντρισαν το ενδιαφέρον για την παράστασή του και ποιο ή ποια από τα θέματα αναδεικνύει η σκηνοθεσία της παράστασης;
Α.Λ.:
Εστίασα σε κάποιες θεματικές, αυτή του φύλου/ σώμα σε σχέση με το κοινωνικό ρόλο/ ένδυμα. Το ρόλο του υστερικού «άφυλου» άρχοντα Άγγελου, ο οποίος έχει απαρνηθεί τις σωματικές απολαύσεις για να ανέβει στην εξουσία τον παίζει γυναίκα, η Αλέξια Σαραντοπούλου. Ένα από τα κλασσικά μοτίβα του Σαίξπηρ, αυτό της μεταμφίεσης, απόκτα έτσι και μια άλλη διάσταση.

Μια άλλη θεματική είναι η στάση των χαρακτήρων απέναντι στην ηθική και το νόμο σε σχέση με το  φόβο τους μπροστά στο θάνατο. Στη διασκευή, κράτησα εκπροσώπους με διαφορετικές στάσεις απέναντι στην απόλαυση και την εγκράτεια.

 

Cul.N.:  Η παράστασή σας θα παρουσιαστεί στο γκαράζ του ΙΜΚ. Πόσο σημαντική παράμετρος είναι ο χώρος για το αποτέλεσμα μιας δουλειάς; Πρόκειται για ένα από τα πλέον αντισυμβατικά έργα του Σαίξπηρ σε έναν αντισυμβατικό «μη-θεατρικό» τυπικά χώρο.
Α.Λ.:
Ο χώρος ήταν ένα βασικό στοιχείο έμπνευσης και για τους ηθοποιούς αλλά και για το Γιάννη Μουράβα και τον Χρήστο Μασσαλά που επιμελήθηκαν τα σκηνικά και τα κουστούμια αντίστοιχα. Μας ενέπνευσε για το πώς να μεταφέρουμε ένα κλασσικό κείμενο αισθητικά στο σήμερα.

Η ιδιαίτερη ακουστική, τα πολλαπλά επίπεδα δράσης που προσφέρει το βάθος του γκαράζ, η συνεχής ηχητική υπενθύμιση του ότι το βρίσκεσαι στην Πειραιώς – τόσο μακριά από τη Βιέννη του 1600 όπου λαμβάνει χώρα το έργο αλλά  ταυτόχρονα σε μια ιστορία όχι τόσο μακρινή – είναι στοιχεία που προσθέτουν στη θεατρική εμπειρία και βοηθάνε, πιστεύω, σε μια κωμωδία. Η κωμωδία άλλωστε λειτουργεί στο γενικό, είναι πιο εγκεφαλική και είναι μια πιο ομαδική εμπειρία σε σχέση με ένα δράμα.

 

Cul.N.:  Η παράσταση παρουσιάζεται από χορευτές και ηθοποιούς. Τι ρόλο παίζει η κίνηση σε σχέση με το λόγο στην παράσταση;
Α.Λ.: Η παράσταση δεν είναι χορευτική. Αυτό που μας ενδιέφερε είναι να μελετήσουμε τους χαρακτήρες και τις καταστάσεις μέσα από την κινησιολογία και το ρυθμό και όχι μόνο μέσα από το λόγο.

Ένα βασικό θέμα είναι η υποκρισία. Οι χαρακτήρες άλλα αγορεύουν κι άλλα κάνουν. Με την κίνηση προστέθηκε χιούμορ στην απεικόνιση των χαρακτήρων και μας επετράπη να διαφοροροποιήσουμε τα λόγια από την δράση.

Υπάρχει άλλωστε ο χαρακτηριστικός μονόλογος της Ισαβέλας  (την οποία ερμηνεύει η Μαριάννα Καψιμάλη) που αμφισβητεί τη γλώσσα, από την οποία και μόνο εξαρτιέται το δίκαιο.

 

Cul.N.:  Πείτε μας λίγα λόγια και για τη δική σας πορεία στο χώρο του θεάτρου. Πώς από τις σπουδές οικονομικών στην ΑΣΣΟΕ αποφασίσατε να σπουδάσετε σκηνοθεσία; Οικονομικά και θέατρο. Δύο αντίθετοι χώροι τουλάχιστον φαινομενικά…
Α.Λ.:
Ξεκίνησα από οικονομικά και κατόπιν σπούδασα και εργάστηκα στο σινεμά. Αυτή είναι η πρώτη μου θεατρική απόπειρα.

Και στα οικονομικά η ίδια ανάγκη με έσπρωξε, η ανάγκη να καταλάβω πώς λειτουργούν τα ανθρώπινα. Ο  λόγος που έκανα αυτή την αλλαγή είναι ότι ήθελα να περάσω σε κάτι δημιουργικό αντί για αναλυτικό. Με γεμίζει να προσπαθώ να δημιουργήσω έναν όμορφο, ρυθμικό, παράλληλο κόσμο που να βγάζει νόημα.

Cul.N.:  Τη σχέση σας με το θέατρο θα τη χαρακτηρίζατε «κινηματογραφική»;
Α.Λ.: Σίγουρα. Δηλαδή βλέπω ότι το γούστο μου στις ερμηνείες έχει οριστεί εκεί.
Μετρημένο συναίσθημα, χαρακτήρες που καταπιέζουν αυτά που θέλουν να πουν, εικόνες, δράση, καμία εμπιστοσύνη σε αυτό που λέγεται, μεγάλη έμπνευση από τον χώρο, φόρμα που να μην σβήνει τις αποχρώσεις.

 

Cul.N.:  Είστε διευθύντρια του τμήματος Discovery του φεστιβάλ ελληνικών ταινιών στο Λος Άντζελες. Πείτε μας γι’ αυτό το ρόλο σας αλλά και τη δική σας εικόνα για τον ελληνικό κινηματογράφο. Πιστεύετε πως οι βραβεύσεις των ελληνικών ταινιών τα τελευταία χρόνια σηματοδοτούν μια αληθινή άνθιση του ελληνικού κινηματογράφου ή αποτελούν σποραδικές επιτυχίες που δεν οδηγούν σε ένα πιο ουσιαστικό αποτέλεσμα;
Α.Λ.:
Υπάρχει μια γενιά νέων κινηματογραφιστών που λένε ιστορίες με ενδιαφέροντα, ανατρεπτικό και ιδιαίτερο τρόπο. Προσωπικά, έχω δει πολλές ελληνικές ταινίες που με έχουν συγκινήσει τα τελευταία χρόνια και που με αφορούν. Η άνθιση και οι βραβεύσεις οφείλονται στο ότι  οι δημιουργοί σήμερα δεν απευθύνονται πλέον στο ελληνικό κοινό αλλά θέλουν οι ταινίες τους να βγουν έξω και το διεκδικούν. Αυτό προσπαθούμε να διευκολύνουμε στο φεστιβάλ στο Λος Άντζελας. Στο τμήμα Discovery φέρνουμε σε επαφή ελληνικά πρότζεκτ σε φάση ανάπτυξης με φεστιβάλ και παραγωγούς της Αμερικής.

 

Cul.N.:  Μετά την ολοκλήρωση των παραστάσεων στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, υπάρχουν επόμενα καλλιτεχνικά σχέδια;
Α.Λ.:
Ετοιμάζω την πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία με τίτλο «η Αγία Εμυ», μια ιστορία δύο Φιλιπινέζων γυναικών στην Αθήνα με έναν ιδιότυπο αδερφικό δεσμό.