Η σειρά διηγημάτων του Νικόλα Σεβαστάκη προσγειώνεται ομαλά και ανώμαλα στην ελληνική πραγματικότητα, αυτήν που τον εμπνέει να την «ζωγραφίσει» με την πένα του γιατί τα χρώματά της αν και σκούρα πολλές φορές, αποτυπώνουν σχεδόν απόλυτα τις ζωές αυτών που περιγράφονται.

Ο Σεβαστάκης παραδίδει στον αναγνώστη μία πραγματική συλλογή εμπειριών, ένα παζλ στιγμών που κοστίζουν ιδρώτα για τον συγγραφέα και απαιτούν δύναμη γιατί πολύ απλά προέρχονται από ανθρώπους ακριβώς σαν και εμάς, ανθρώπους που άλλοτε σκοντάφτουν και πέφτουν, άλλοτε επαναπροσδιορίζονται μέσα από ένα πλέγμα τύχης ή ατυχίας και άλλοτε πασχίζουν να εξέλθουν χωρίς επιτυχία της προσωπικής τους πτώσης. Οι πρωταγωνιστές του Σεβαστάκη δεν ζητούν απαραίτητα την βοήθεια που θα περίμενε κανείς αλλά μοιάζει να περιμένουν στην γωνία για να δώσουν ραντεβού με την προδιαγεγραμμένη μοίρα που τους ακολουθεί ίσως και εν γνώση τους. Και εδώ επίκειται ένα καίριο ερώτημα: Η πτώση που βιώνουν, αυτή η επώδυνη συντριβή που συμβαίνει μέσα τους, αυτό το κατρακύλισμα σε χώρους άγνωστους αλλά και γνωστούς μαζί είναι συμπτώσεις μίας ειμαρμένης ή είναι γεγονός που παρασέρνει τους ήρωές του σε βαθιά ποτάμια αυτοανακάλυψης και ίσως απώλειας ελέω αδυναμίας αντίδρασης; Ο Σεβαστάκης αφήνει την απάντηση να πλανάται στους κόσμους μέσα στους οποίους τοποθετεί τα πρόσωπα που επέλεξε να σχεδιάσει με όλα τα μέσα που διαθέτει.

Ο Σεβαστάκης είναι ολιγαρκής στον τρόπο προσέγγισης, τα διηγήματά του μοιάζουν με μικρά κάδρα ανθρώπων που πολλές φορές κοσμούν τους τοίχους, έτσι για να θυμάται κάποιος αυτούς που έφυγαν και να βιώνει εκούσια την απώλειά τους. Ή πάλι αυτά τα μικρά πορτραίτα του είναι ό,τι καλύτερο αφήνει πίσω του ως ανάγλυφα ενθύμια περιόδων ανθρώπων που άλλαξαν, πόνεσαν, χάρηκαν, σημαδεύτηκαν από προσωπικές τους εικόνες, τις οποίες δεν θέλησαν να ξεσκεπάσουν και ο ίδιος αναλαμβάνει να αποκαλύψει χτυπώντας αδιάκριτα ή ανοίγοντας ίσα ίσα την πόρτα της ζωής του για να το καταφέρει. Όπως και στα εύστοχα δημοσιογραφικά του άρθρα έτσι και εδώ, δεν διστάζει να προβάλει τον συλλογισμό, την αγωνία, την κούραση, την αινιγματική φυσιογνωμία, την ανακούφιση που αισθάνονται οι πρωταγωνιστές του. Είναι άνθρωποι που συναντά γύρω του και αφουγκράζεται χωρίς πανικό τον παλμό τους και αναδεικνύει την γύμνια των συναισθημάτων τους σε ένα παιχνίδι κρυφής παρακολούθησης που στήνει με σκηνοθετικό τρόπο για να τους εκμαιεύσει πληροφορίες χρήσιμες για την ανάδειξη των προσωπικοτήτων τους. Πολύτιμος αρωγός σε αυτό το εγχείρημα και εργαλειοθήκη του είναι οι ίδιες οι λέξεις, οι παρομοιώσεις, τα ειρωνικά σχόλια, τα όμορφα πλασμένα αστεία που επιστρατεύει, είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί και βάζει τα καλά της για να αποδώσει όσα η σκέψη επιτρέπει να βγουν έξω στον κόσμο και να γίνουν τροφή για συζήτηση.

Με τρυφερότητα και αγάπη, με φροντίδα και στοργή, με προσοχή και σύνεση ώστε να μην πληγώσει κάποια από τις ιστορίες του, στέκεται στο ύψος των περιστάσεων και περιγράφει τον Βλάση που είναι αγκαλιά με το σκοτάδι και παλεύει να του ξεφύγει, την Πολυξένη που «νιώθει πως βαδίζει πάνω σε τομάρια ζώων που το αίμα τους δεν έχει στεγνώσει ακόμα» όπως αναφέρει ο ίδιος. Ή πάλι τον Αιμίλιο στην προσωπική και ιδιαίτερα φτιαγμένη από την ξαφνική κατηφόρα του στο βάθος του τούνελ και τον φίλο του να αναφέρει χαρακτηριστικά για την περίπτωσή του: «Τον ακολούθησα ως την ξαφνική του εξαφάνιση που, στην ιδιόμορφη περίπτωση αυτού του ανθρώπου, ήταν μάλλον κάθοδος στα βάθη της γης παρά ανάληψη στους ουρανούς». Στο «Όνειρο», την ιστορία της Ελένης, ο Σεβαστάκης θα την αφηγηθεί με τον πρέποντα σεβασμό τόσο στην μνήμη του πατέρα που έφυγε για πάντα όσο και στην δική της μελλοντική ζωή χωρίς εκείνον. Θα σταθεί στο πλευρό της μικρής Ελένης για να προσπαθήσει να της εξηγήσει την ξαφνική φυγή του πατέρα της, που όσο άδικη και αν υπήρξε, άφησε πίσω την σκιά του να την συντροφεύει στο ταξίδι της ωριμότητάς της από την παιδικότητα στην σκληρή πολλές φορές εφηβεία. Και θα δηλώσει για λογαριασμό της: «Τώρα δεν ήταν οι λέξεις που έλειπαν, αλλά η αίσθηση, η σχεδόν βεβαιότητα, πως θα έμενε μόνη και απαρηγόρητη με το μυστικό της: να μιλάει σιγανά πίσω από κάποιο χώρισμα». Οι ιστορίες του Σεβαστάκη αφήνουν πίσω τους ανεξίτηλα σημάδια στην διαδρομή του ανθρώπινου χρόνου σκαλισμένα για μας, για όλους μας πάνω στον λογοτεχνικό βράχο.

«Τα όνειρά μας έχουν ένα κομμάτι αλήθειας ακόμα και αν είναι τελείως εκτός του κόσμου τούτου» – Από το διήγημα Το όνειρο

«Θυμόμαστε ίσως ένα ρούχο, μια γενική φτιαξιά, μα σπάνια ένα πρόσωπο: η αοριστία θριαμβεύει στο τέλος» – Από το διήγημα Το ανώφελο της αλήθειας

«Ο μύθος μιας παραλίας, η φήμη μιας πανέμορφης γυναίκας ή ενός σεβάσμιου δασκάλου χτίζονται πάνω στην άρνησή τους να μας παραδοθούν εύκολα. Χωρίς τα δυσπρόσιτα ύψη δεν θα είχαμε ανακαλύψει καμιά «κορυφή» στις τέχνες και στις επιστήμες» – Από το διήγημα Τα αγαθά κόποις κτώνται

Το βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη, Άντρας που πέφτει, κυκλοφορεί από τις εκδοσεις Πόλις.