Εντυπωσιακή αναμφισβήτητα η ταινία «Χειμέρια Νάρκη» του Τούρκου σκηνοθέτη Νούρι Μπιλτζέ Τσεϊλάν που βραβεύτηκε τον περασμένο Μαιο στις Κάννες με τον «Χρυσό Φοίνικα». Η έβδομη μεγάλου μήκους ταινία του θεάθηκε προχθές στα πλαίσια του 55ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Ρεπορτάζ Ελένη Τσόκα

Γυρισμένη στην Καππαδοκία αφηγείται ένα οικογενειακό και προσωπικό δράμα στην Τουρκία του σήμερα. Ο Αιντίν, ένας πλούσιος, πρώην ηθοποιός, λειτουργεί ένα μικρό ξενοδοχείο στην κεντρική Ανατολία μαζί με την κατά πολύ νεαρότερη γυναίκα του, Νιχάλ, με την οποία έχει μια θυελλώδη σχέση. Μαζί τους μένει και η αδελφή του, Νετζλά, η οποία υποφέρει και γκρινιάζει λόγω του πρόσφατου διαζυγίου της. Οι τριβές και οι ρήξεις που προκαλούνται στη σχέση του πρωταγωνιστή με τις δύο γυναίκες τον φέρνουν αντιμέτωπο με τον εαυτό του και την ζωή του.  

Ο ήρωας, μακριά από την σκληρή πραγματικότητα των φτωχών ανθρώπων της χώρας του,  ασχολείται με την αρθρογραφία σε μια τοπική εφημερίδα και με την συγγραφή ενός βιβλίου που αφορά την ιστορία του τουρκικού θεάτρου. Αγνοεί απο άποψη τι ακριβώς συμβαίνει στις πολυάριθμες ιδιοκτησίες του, οπου φτωχές οικογένειες αντιμετωπίζουν καθημερινά τον κίνδυνο της έξωσης και εκφράζει ισχυρές απόψεις για διάφορα ζητήματα, όπως για το καλό και το κακό, την φιλανθρωπία, την θρησκεία, τους καλούς τρόπους και τις ανθρώπινες σχέσεις. Η γυναίκα του παγιδευμένη στην πολυτέλεια του γάμου τους, φοβάται να βγεί έξω και να αντιμετωπίσει την ζωή. Έχει βολευτεί στην οικονομική ασφάλεια που της προσφέρει ο άντρας της. Και οι δύο τους ψάχνουν να βρούν τους εαυτούς τους. Και οι δύο γνωρίζουν μέσα τους την αλήθεια.

Μέσα απο την ταινία είναι φανερό πως ο Τσεϊλάν προσπαθεί να μιλήσει για όλα αυτά που μοιάζουν να έχουν οδηγήσει την Τουρκία στο σημείο που βρίσκεται σήμερα: την θρησκεία, τον φανατισμό, την παράδοση, τους διανοούμενους που σωπαίνουν και δεν κάνουν κάτι για να αλλάξουν τα πράγματα, την τεράστια απόσταση ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς, την αδιαφορία  και την αδράνεια των πρώτων. Όλοι έχουν πέσει σε «χειμέρια νάρκη».

Είναι γεγονός πως το σενάριο της ταινίας δεν προσφέρει αρκετές πράξεις για εξαιρετική και γρήγορη δράση. Οι διάλογοι όμως και ο τρόπος με τον οποίο ξετυλίγονται οι χαρακτήρες, και ειδικότερα ο πρωταγωνιστικός, αποτελούν ιδιαίτερο σημείο ενδιαφέροντος της ταινίας. Μεσα απ’τους διαλόγους τίθενται όλα τα σοβαρά ζητήματα που απασχολούν τους ήρωες και παιρνούν όλα τα υψηλά νοήματα και σημαινόμενα.  Το «πρόβλημα» όμως παρουσιάζεται όταν αυτόι οι διάλογοι γίνονται εξαντλητικοί και επαναλαμβανόμενοι. Είναι αλήθεια πως μέσα σε σχεδόν 3,5 ώρες ο θεατής μπορεί να έχει κουραστεί να παρακολουθεί τις πραγματικά πολύ ενδιαφέρουσες, αλλα σε σημεία λίγο αφηρημένες συζητήσεις.

Κινηματογραφικά μιλώντας, η ταινία αποδεικνύει χωρίς καμία αμφιβολία το ταλέντο και την πάρα πολύ καλή δουλειά του Τσειλάν και της ομάδας του. Εξαιρετική φωτογραφία με πολύ όμορφα κάδρα και απίστευτα φυσικά σκηνικά δημιουργούν μια ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ο θεατής νιώθει πλήρως εμβυθισμένος. Το κρύο, το χιονισμένο τοπίο της Καππαδοκίας, η βροχή:  όλα  είναι σαν τα ζείς. Ο Τσειλάν φαίνεται να ξέρει καλά την δύναμη των εικόνων του. Συγκεκριμένα, η σκηνή με το άγριο άλογο που δαμάζεται για να ικανοποιηθεί η αλαζονεία του πρωταγωνιστή και η σκηνή προς το τέλος του έργου που το αφήνει ελύθερο έχουν ιδαίτερο βάρος, γιατί σημαίνουν και την συνειδητοποίηση του.

Στις μεγάλες στιγμές της ταινίας περιλαμβάνονται, αν μη τι αλλο, και οι ερμηνείες των ηθοποιών της. Οταν συζητάνε, οταν διαφωνούν, οταν σωπαίνουν..Αλλοτε σε πιο υψηλούς τόνους και άλλοτε σε πιο χαμηλούς, τα λόγια και οι πράξεις τους λειτουργούν απολύτως πειστικά.

*Ο Νουρί Νούρι Μπίλγκε Τσειλαν βρέθηκε άλλες τέσσερις φορές υποψήφιος στο επίσημο διαγωνιστικό του φεστιβάλ, έχοντας βραβευτεί και τις τέσσερις φορές.

Η πρώτη του φορά, τον έφερε μια ανάσα πριν τον Χρυσό Φοίνικα, αφού το 2003 η μεγάλου μήκους του «Μακριά» του έδωσε το Μεγάλο Brabe;io της Επιτροπής. Τρία χρόνια αργότερα, η Διεθνής Ένωση Κριτικών (FIPRESCI) του απένειμε το δικό της βραβείο για τα «Κλίματα Αγάπης», ενω το 2006 έφυγε με το βραβείο Σκηνοθεσίας για τους «Τρεις Πιθήκους». Το 2011 «συμπληρώνοντας» έναν κύκλο γύρω από τον εαυτό του, αφου βραβεύτηκε ξανά με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής, έφερε στις Κάννες το τρίωρο «Κάποτε στην Ανατολία», ένα χρονικό αναπαράστασης ενος απεχθούς εγκλήματος, ένα «σκονισμένο» δράμα, που αποτέλεσε ένα από τα πιο δυνατά χαρτιά του διαγωνιστικού εκείνης της χρονιάς.