Στους ασαφείς ιδεολογικά καιρούς που ζούμε, όπου είναι δύσκολο να αξιολογήσουμε το πλήθος των πληροφοριών που δεχόμαστε, η αλήθεια συγχέεται με το ψέμα, ενώ η αβεβαιότητα και η αμφιβολία κυριαρχούν.

 

Photo: Βιργίλιος Τσιούλλι

 

Σ’ αυτούς, όμως, τους καιρούς η λογοτεχνία, διαθέτοντας ένα τεράστιο οπλοστάσιο μυθοπλαστικού υλικού, μπορεί να αποτελεί για τον άνθρωπο ένα εσωτερικό πνευματικό καταφύγιο, να δίνει διεξόδους στα προβλήματα που του γεννά η πραγματικότητα, να συμβάλλει στην κατανόηση της κοινωνίας από την οποία πηγάζει, χωρίς βέβαια να ταυτίζεται μ’ αυτήν ή απλώς να την αντιγράφει, γιατί ο συγγραφέας δημιουργεί το δικό του σύμπαν μέσα από το «σοβαρό παιχνίδι της γραφής».

 

Στην εποχή μας γίνεται πολύς λόγος για το τι είναι λογοτεχνία. Ήδη από τη δεκαετία του ’60 έχει αρχίσει η συζήτηση για το «θάνατό» της. Είναι γεγονός ότι η παραδοσιακή λογοτεχνική τάξη πραγμάτων αμφισβητείται έντονα, ο λογοτεχνικός κανόνας μεταβάλλεται διαρκώς και δεν οριοθετείται αποκλειστικά από εξέχοντα λογοτεχνικά κείμενα. Χαρακτηριστικά του λογοτεχνικού κειμένου, όπως η δύναμη της φαντασίας ή η έννοια της μυθοπλαστικότητας, δεν αποτελούν πλέον την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στο λογοτεχνικό ή άλλο είδος κειμένου, αφού και το εμπορικό βιβλίο συμπεριλαμβάνεται ήδη στο χώρο της λογοτεχνίας.

 

Ο συγγραφέας, ο μοναδικός στυλοβάτης της λογοτεχνίας από το ρομαντισμό έως το μοντερνισμό, αποβαίνει μονάχα μια ιστορική ιδέα, όπως λέει ο Roland Barthes, ο οποίος αναφέρεται και στο «θάνατό» του. Με τη σειρά του ο αναγνώστης, απελευθερωμένος με τη συμβολή και της αποδόμησης από το βάρος του μοναδικού νοήματος του κειμένου, παράγει ποικίλα νοήματα και γίνεται συνδημιουργός του λογοτεχνικού έργου μέσα από τις Αναγνωστικές Θεωρίες.

 

Τίθενται, συνεπώς, σημαντικά θεωρητικά ζητήματα που αναφέρονται τόσο στο λογοτεχνικό κείμενο όσο και στο ρόλο του συγγραφέα ή του αναγνώστη και επανεξετάζονται οι μεταξύ τους σχέσεις, ενώ αναζητείται ο ρόλος του λογοτεχνικού κειμένου στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες.

 

Στις νέες αυτές συνθήκες, οι εθνικές λογοτεχνίες χάνουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, για να ανταποκριθούν στα αιτήματα της αγοράς; Περιθωριοποιούνται ή επιβάλλονται ακριβώς επειδή διατηρούν τα ιδιαίτερα εθνικά ή τοπικά πολιτισμικά τους στοιχεία; Το λογοτεχνικό κείμενο και αυτό που απευθύνεται στο παιδί μπορεί να αποτελέσει ένα μέσο για την καλλιέργεια μιας παγκόσμιας πολιτισμικής συνείδησης;

 

Η λογοτεχνία ως πολιτισμικό σύστημα δεν αποτελεί «περιθωριακή και επουσιώδη πλευρά της ζωής μας», αντιθέτως συνιστά το πεδίο όπου διαρθρώνεται η σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο. Σ’ ένα ποίημα ή σ’ ένα πεζογράφημα ποικίλα πολιτισμικά και κοινωνικά περιβάλλοντα συνομιλούν, διαπλέκονται και πολλές φορές οικουμενικοποιούνται.

 

Όπως κάθε λογοτεχνία έτσι και η νεοελληνική, ως παράγωγο του πολιτισμικού γίγνεσθαι, έχει τη δυνατότητα να συγκεράσει τις αντιθετικές και διαλεκτικές αυτές δομές, να υπερβεί τα στενά πλαίσια του εθνικού χώρου και να απευθύνεται στον ορίζοντα προσδοκιών του κάθε αναγνώστη, ο οποίος συνομιλεί με τα κείμενα και τα ερμηνεύει από τη σκοπιά του ιστορικού του παρόντος. Κάθε κείμενο συνδέεται άμεσα με την πολιτισμική παράδοση του αναγνώστη στην οποία παρόν και παρελθόν συνυφαίνονται και διαλέγονται.

 

Αυτός ο διάλογος ανάμεσα στο συγγραφέα, στο κείμενο και στον αναγνώστη οφείλεται στο γεγονός ότι η λογοτεχνία είναι όχι μόνο ένα περίτεχνο πνευματικό δημιούργημα κάποιων ιδιόρρυθμων προσωπικοτήτων, ούτε μια άχρονη και υπερβατική οντότητα, αλλά μια έννοια σχετική και ιστορικά εξαρτημένη. Η ανταπόκριση των κειμένων στον ορίζοντα προσδοκιών του αναγνώστη είναι καθοριστική για μια δημιουργική σχέση του τελευταίου με τη λογοτεχνία.

 

Στη σύγχρονη εποχή της τεχνολογίας με την κυριαρχία της εικόνας και την εύκολη πρόσβαση σε πλήθος ανεξέλεγκτων πληροφοριών, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της πολυπολιτισμικότητας αλλά και της ανάγκης ανάδειξης της εθνικής πολιτισμικής ταυτότητας, η λογοτεχνία αποτελεί ένα σημαντικό φορέα συλλογικής μνήμης και συνείδησης μιας κοινωνίας και ενός λαού, καθώς εκφράζει το κοινωνικό και πολιτισμικό τους περιβάλλον, συναιρώντας τις αντιθετικές δομές που χαρακτηρίζουν το εθνικό και το παγκόσμιο, το παλαιό και το σύγχρονο.
 

 

Ιnfo: Η Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου είναι Καθηγήτρια Ελληνικής Φιλολογίας στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στο επιστημονικό, συγγραφικό και ερευνητικό της έργο ασχολείται, κυρίως, με θέματα νεοελληνικής λογοτεχνίας 19ου -20ού αιώνα. Σημαντικότερα έργα: Φιλολογικές Διαδρομές τ. Α\’, Β\’, Γ\’. Στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους ασχολείται με θέματα ιστορίας, ζητήματα θεματολογίας, υφολογίας σύγχρονων κειμένων για παιδιά και νέους, με τις σχέσεις λογοτεχνίας – εκπαίδευσης καθώς και με τη φιλαναγνωσία. Σημαντικότερα έργα: Το θαυμαστό ταξίδι: Μελέτες για την παιδική λογοτεχνία, Παιδική Λογοτεχνία. Θεωρία και Πράξη, τ. Α\’ & Β\’, Φιλαναγνωσία και σχολείο.