Η έκθεση που επιμελήθηκε ο Στρατής Πανταζής, παρουσιάζεται στο ArtWall Project Space, Σοφοκλέους 26, ως τις 5 Ιουλίου.

Συνέντευξη: Βασιλική Βαγενού

Βασιλική Βαγενού: Το υλικό της εγκατάστασης, οι ταινίες σήμανσης κινδύνου, προσδίδουν στο έργο έναν «ανησυχητικό» χαρακτήρα, που βοηθούν άμεσα τον θεατή να αντιληφθεί τη διανοητική παραπομπή του, τα μήνυματά του: την ασφυκτική κατάσταση «εκτάκτου ανάγκης» που βιώνει παγκοσμίως ο άνθρωπος σε όλα τα επίπεδα. Είναι συνειδητή η επιλογή αυτού του υλικού, ακριβώς επειδή η συνήθης χρήση του είναι ταυτισμένη με το δίπολο κίνδυνος-ασφάλεια;

Ανδρέας Σάββα: Το σήμα που εκπέμπουν οι ταινίες, στον παγκόσμιο κώδικα σήμανσης, είναι πρώτα – πρώτα να σε σταματούν, έπειτα σε προειδοποιούν πως κάποιος κίνδυνος είναι κοντά, μπροστά σου. Σε βάζουν δηλαδή σε μια κατάσταση εγρήγορσης. Η επιλογή αυτού του υλικού στο έργο “Ω! Τι ωραίος, πανέμορφος κόσμος” περιέχει και τα δύο. Η εγκατάσταση αυτή έχει πολύμορφο νόημα, ατομικά περιγράφει την κατάσταση της ανασφάλειας που βιώνει ο σημερινός άνθρωπος και με το πλέγμα θα ήθελα να δηλώσω το δίκτυο του φόβου παγκόσμια.

ΒΒ: Χρησιμοποιήσατε επίσης αρχιτεκτονικά θραύσματα, κομμάτια από ερείπια σπιτιών. Πέρα από τον λειτουργικό τους ρόλο, ποιός είναι ο συμβολισμός τους και η σύνδεση τους με τις ταινίες σήμανσης;

ΑΣ: Δεν πρόκειται αναγκαστικά για θραύσματα ή ερείπια. Αν προσέξει κανείς πώς στήνονται οι ταινίες αυτές στις οικοδομές ή στα έργα στον δρόμο θα καταλάβει ότι οι εργάτες εμποδίζουν με τον πιο απλό και λειτουργικό τρόπο την διέλευση από τα επικίνδυνα σημεία της κατασκευής, μεταφέροντας μερικές πέτρες από το έργο και δένοντας τις με την απαγορευτική ταινία. Αυτή την λειτουργία μεταφέρω και εγώ στο έργο μου. Η λειτουργία δεν είναι συμβολική, είναι πραγματική. Βέβαια επειδή το φαινόμενο μιας τέτοιας πρόχειρης σήμανσης κινδύνου είναι ελληνική πατέντα και οι πόλεις είναι γεμάτες από τέτοιες παγίδες, θέτω και την υπόνοια πως η Αθήνα είναι ένα τεράστιο πεδίο εργοταξίου από έργα που δεν τελειώνουν ποτέ.

ΒΒ: Σε συναισθηματικό επίπεδο, η εγκατάσταση δημιουργεί στο θεατή και μια αίσθηση προστασίας όταν περιβάλλεται από αυτό, όταν το βιώνει στο εσωτερικό του, σαν να βρίσκεται σε μια αγκαλιά. Πώς προκύπτει η αντίφαση αυτή;

ΑΣ: Αν κάποιος θεατής καταφέρει να νιώσει προστατευμένος και αγκαλιασμένος από το πλέγμα που έστησα για να επεκτείνω το πεδίο αναφοράς του έργου αυτού θα το έβρισκα πολύ ενδιαφέρον. Η πρόθεσή μου δεν είναι να καθησυχάσω, αλλά να ανησυχήσω τον θεατή μου, διότι ο ζωτικός του χώρος συνεχώς μειώνεται.

ΒΒ: Ακολουθείτε έναν προϋπολογισμένο τρόπο κατασκευαστικής ανάπτυξης του έργου ή σας οδηγεί εκείνο στη δικιά του «φυσική» κατεύθυνση και λογική; 

ΑΣ: Πάντοτε το έργο είναι προσχεδιασμένο και μελετημένο. Έχει μάλιστα σχεδιαστεί με ακρίβεια στο εργαστήρι νωρίτερα. Τα σχέδια μου αποτελούν το αρχείο των έργων μου και μετά φωτογραφίζονται όταν δημιουργηθούν. Υπάρχουν δεκάδες έργα στα σχέδιά τους που δεν έτυχε κάποιο πρότζεκτ να τα υλοποιήσει.

ΒΒ: Ποιές είναι οι καταβολές του συγκεκριμένου έργου; Πώς η δομή του έργου αντανακλά τη δομή του στοχασμού σας;

ΑΣ: Όταν ξεκίνησα τους “Καιροσκόπους” η πρόθεσή μου ήταν να καταλάβω τον έρημο χώρο και να παγιδέψω μέσα του όσα αντικείμενα έβρισκα εκεί. Όλες οι εγκαταστάσεις με τα σκοινιά δίνουν την ιστορία και τις καταβολές του έργου μου. Κατά καιρούς χρησιμοποιώ γάζες, χρωματιστά σχοινιά κάθε είδους και υφής. Συνήθως τα στιβαρά σχοινιά συγκρατούν βαριά αντικείμενα. Τώρα διάλεξα τις προστατευτικές ταινίες για την σειρά αυτή. Συμβαίνει μάλιστα το αντίθετο τώρα. Οι ταινίες συγκρατιούνται από τις πέτρες. Έχει αλλάξει σε αυτή την περίπτωση ο ρόλος των υλικών. Η ταινία είναι ελαφρά ύλη και τα γκονάρια τις συγκρατούν.

ΒΒ: Η κατασκευή της εγκατάστασης προϋποθέτει και απαιτεί την απόλυτη επέμβαση του σώματος σας, μοιάζει να έχει γεννηθεί μέσα από ένα είδος χορογραφίας μεταξύ σας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι δημιουργεί μεταξύ σας μια «εσωτερική» σχέση. Πότε και πώς «λύεται» αυτή η σχέση;

ΑΣ: Η δημιουργία των έργων μου είναι μια επίπονη χειρωνακτική εργασία πάντα. Πάνω στις σκαλωσιές και τα δοκάρια, πολλές φορές κρεμασμένος στις καμινάδες  έχω δέσει γιγαντιαία έργα σε όλο τον κόσμο. Δεν μπορούν να γίνουν τα έργα μου χωρίς αυτή την εντατική και εξαντλητική δουλειά. Είναι μια βιωματική σχέση που δεν “λύεται” ποτέ, απλά και βασανιστικά επαναλαμβάνεται σε κάθε ευκαιρία. Και ναι, θα μπορούσε κανείς που με παρακολουθεί σκαρφαλωμένο να ξετυλίγω ή να μαζεύω τα σχοινιά να πει πως είμαι ο καβαλιέρος σε ένα σφιχταγκαλιασμένο χορό.

ΒΒ: Η ανυπαρξία ενός συγκεκριμένου σημείου για τη θέαση (προοπτική) του έργου, κυριολεκτικά και μεταφορικά, αυξάνει τον αριθμό των αναγνώσεων του. Είναι αυτή η συνδυαστική δυνατότητα πολλών και ανοιχτών ερμηνειών του έργου ένας συνειδητός στόχος σας;

ΑΣ: Τα έργα μου είναι περίοπτα όπως όλη η γλυπτική. Όμως είναι σχεδιασμένα να φανερώνουν ένα συγκεκριμένο θέμα και περιεχόμενο. Όμως ο καθένας θα μπορεί να σχηματίσει την εικόνα που τον ενδιαφέρει παρότι συνήθως επηρεάζεται από τον τίτλο του έργου. Δεν πρόκειται για αφηρημένες συνθέσεις που επιδέχονται ατομικές ερμηνείες.

ΒΒ: Το έργο μοιάζει ταυτόχρονα «γεροδεμένο» και εύκολο στην  αποσυναρμολόγηση, το υλικό του είναι ελαφρύ και εφήμερο, αλλά κουβαλά το βαρύ φορτίο ενός δυνατού πολιτικού και κοινωνικού σχολίου. Είναι ζητούμενο για την τέχνη σας η χρήση του ελάχιστου μέσου για την επίτευξη του μέγιστου αποτελέσματος;

ΑΣ: Αλήθεια είναι πως οι ταινίες είναι ελαφρά ύλη για το έργο μου, πάντως οι εγκαταστάσεις αποσυναρμολογούνται δύσκολα. Σε αυτό το υλικό κόβεται εύκολα και καταστρέφεται, επειδή δεν μπορεί να ανακυκλωθεί. Το μήνυμα και το κάθε σχόλιο που η τέχνη μου θέλει να δηλώσει είναι δυνατό, όμως δεν έχει σχέση με τα υλικά. Η διαδικασία και η δομή του κάθε έργου είναι το ίδιο σχεδιασμένη και επίπονη.

ΒΒ: Θεωρείτε την αισθητική αξία του έργου εξίσου σημαντική με την εννοιολογική;

ΑΣ: Το κάθε έργο τέχνης είναι δύσκολο να αξιολογηθεί ισότιμα μεταξύ μορφής και περιεχομένου. Η μορφή είναι αυτό που μπορεί να εντυπωσιάσει τον θεατή, αλλά το περιεχόμενο, εκείνο δηλαδή που θα του πει, είναι εκείνο που θα αποδώσει τελικά στο έργο την ποιότητα του.

ΒΒ: Τι αλλάζει στον τρόπο ή την σκέψη για την δημιουργία των έργων σας ανάλογα με τον χώρο που τα δημιουργείτε και/ή παρουσιάζετε; Πώς λειτουργεί η διάδραση σας με τους εξωτερικούς παράγοντες;

ΑΣ: Το κάθε έργο μου προσαρμόζεται ανάλογα με τον χώρο και τον χρόνο που μου δίνεται, όμως αυτό δεν επηρεάζει τον τρόπο που σκέφτομαι και κατασκευάζω τα έργα μου. Σας είπα και νωρίτερα πως όλα τα έργα είναι προσχεδιασμένα με συγκεκριμένο θέμα και φόρμα. Είναι σημαντικοί  παράγοντες ωστόσο τα δεδομένα του χώρου. Πολλές φορές μου δίνουν ιδέες, άλλες φορές επηρεάζουν την τελική φόρμα και άλλοτε καθορίζουν σημαντικά τα υλικά μου.

 

ΒΒ: Ποιά είναι κατά τη γνώμη σας η κυριότερη αδυναμία του σύγχρονου ελληνικού συστήματος τέχνης; Πώς θα μπορούσε να νικηθεί;

ΑΣ: Το ότι δεν υπάρχει στην ουσία. Το σύστημα της προβολής και διακίνησης της τέχνης, το εμπόριο και η αξιολόγηση της είναι περίπλοκη υπόθεση παγκοσμίως και όχι μόνο στην Ελλάδα. Η κυριότερη αδυναμία στην χώρα μας είναι η έλλειψη επαγγελματισμού, γνώσης και κρατικών δομών. Φοβάμαι να πω ότι δεν πιστεύω ότι μπορεί να νικηθεί. Θα χρειαζόταν μεγάλο διάστημα προσαρμογής από ανθρώπους με γνώση, ενδιαφέρον και πρόσβαση στις κρατικές δομές. Πιστεύω πως στην πραγματικότητα ο σύγχρονος πολιτισμός δεν θεωρείται αξία οπότε δεν μπορεί και να υποστηριχτεί. Είναι καταδικασμένος σε ένα κοινωνικό παιχνίδι.

ΒΒ: Σε ποιό βαθμό είναι ικανή η σύγχρονη τέχνη να συμβάλλει στη δημιουργία ενός πραγματικά υπέροχου κόσμου;

ΑΣ: Δεν υπάρχει στην πραγματικότητα υπέροχος κόσμος.  Συναντάμε αποσπασματικά και διακεκομμένα σημάδια από κάποιους που προσπάθησαν πολύ να αντισταθούν. “Ω! Τι ωραίος, πανέμορφος κόσμος” είναι μια ειρωνική μεταφορά αυτής ακριβώς της ανθρώπινης μοίρας. Το μόνο που μπορεί να κάνει η σύγχρονη τέχνη είναι να ανακουφίζει, από πρόθεση, τον διαρκώς καταπονημένο άνθρωπο και να του προσφέρει ανάσες πνευματικής ανακούφισης. Αλλά και αυτό δύσκολο είναι.


Διαβάστε επίσηςΗ in situ εγκατάσταση του Αντρέα Σάββα What a wonderful, wonderful world  παρουσιάζεται στο ArtWall Project Space, Σοφοκλέους 26, ως τις 5 Ιουλίου