Στο εξωτερικό συναντάμε ένα ειλικρινές ενδιαφέρον για τις ταινίες μας, αλλά, πιο σημαντικό, ένα ενδιαφέρον για το πως γίνονται αυτές οι ταινίες,…
 

… τι «κόστος» έχει για εμάς να τις κάνουμε και πως καταφέρνουμε να ανταπεξέλθουμε και να δημιουργήσουμε σε ένα κλίμα που παντού βρωμάει καταστροφή.

Στην Ελλάδα βεβαίως οι διάφοροι παράγοντες δεν ενδιαφέρονται καθόλου για το πως γίνεται τι, φροντίζουν όμως πάντα να εξάρουν την εθνική υπερηφάνεια για τις επιτυχίες στο εξωτερικό, και εκεί τελειώνουν όλα. Το κοινό, ο περίφημος μέσος Έλληνας, κατά κύριο λόγο αδιαφορεί παγερά για όλα αυτά, μια και ποτέ δεν καλλιεργήθηκε μία πραγματικά πολιτιστική, πόσο μάλλον κινηματογραφική, κουλτούρα να εμπλέξει το κοινό σε ένα δημιουργικό γίγνεσθαι και να ωθήσει στην απεξάρτηση από την τηλεόραση, την εκκλησία, το lifestyle.

Δεν υπάρχει καμία άνοιξη και σίγουρα δεν την βοήθησε τίποτα και κανένας, θεσμικός, δημοσιογράφος, ή άλλος παράγοντας, με την λαμπρή εξαίρεση ανθρώπων μετρημένων στα δάχτυλα που από προσωπικό πάθος και αγάπη επενδύουν χρήματα που κερδήθηκαν από αλλού στις «παράξενες», λέμε τώρα, ταινίες. Και αυτοί είναι οι μόνοι που στηρίζουν ένα, ας το πούμε ρεύμα, το οποίο συνοψίζεται στο εξής: μία νεότερη γενιά που σε πολλές περιπτώσεις πέρασε και κάποια χρόνια στο εξωτερικό βρήκε την δύναμη, την γενναιότητα, ή την ανοησία, να πιστέψει ότι έχει σημασία να κάνει αυτή ή την άλλη ταινία. Κάποιοι από αυτούς είναι φίλοι και συνεργάτες, κάποιοι βρέθηκαν σε διάλογο ο ένας με τον άλλο. Κοινό σε όλους μας είναι ότι έχουμε την ενίσχυση συνεργατών-φίλων, και την πάντα παρούσα ελληνική οικογένεια, χωρίς τους οποίους δεν υπήρχε περίπτωση να τραβήξουμε ούτε ένα καρέ.

Βεβαίως μεμονωμένα γεγονότα επιτάχυναν την αναγνώριση αυτή, με κύριο και καθοριστικό τον «Κυνόδοντα», που άλλαξε τα δεδομένα και τις προσδοκίες όλων μας από το σινεμά μας. Η επιτυχία αυτή έσπρωξε κάποιους κινηματογραφιστές να τολμήσουν να κάνουν την ταινία τους, διότι πιθανά θα μπορούσαν να ελπίσουν σε ανάλογες επιτυχίες, ενώ παλιά κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο. Η πραγματικότητα πάντως είναι ότι για να μπεις στην περιπέτεια του σινεμά και της τέχνης γενικά, πρέπει να το θέλεις πάρα πολύ. Να κοντεύεις να σκάσεις όσο δεν το κάνεις. Δεν πιστεύω ότι μπορεί κανένας να σε κάνει καλλιτέχνη ή δημιουργικό άνθρωπο, πρέπει πρώτα απ’ όλα να το ξέρεις, και να το θέλεις, ο ίδιος.

Λέγοντας αυτά δεν θέλω επ ουδενί να απαλλάξω το κράτος από την ευθύνη του, την αδιαφορία του, την παντελή απουσία του από οποιαδήποτε δημιουργική προσπάθεια. Αυτό το μείγμα σοβιετισμού και οθωμανικής αυτοκρατορίας που λέγεται ελληνικό κράτος, που σου μαθαίνει πως να ελίσσεσαι και σου πετάει ασπιρίνες για να το βουλώσεις, βασικά ενοχλείται όταν κάποιος πετάει από πάνω του την ακινησία και αποφασίζει να κάνει κάτι. Γιατί τότε φαίνεται περίτρανα το πόσο το κράτος το ίδιο δεν κάνει απολύτως τίποτα. Υποστηρίζω με πάθος ότι το κράτος στο οποίο φορολογούμαι θα πρέπει, όπως άλλωστε διακηρύσσει στο Σύνταγμά του, να στηρίζει και να ενισχύει την τέχνη, την κοινωνία των πολιτών, τις θετικές σε αντίθεση με τις αντιδραστικές δυνάμεις. Και φυσικά ο κινηματογράφος είναι κάτι ακριβό, δεν γίνεται «με το τίποτα» (άσε που μας κάνει εθνικά υπερήφανους, άρα το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τον στηρίξουμε). Αλλά δεν μπορείς σε μία χώρα που οι άνθρωποι εξαθλιώνονται δίπλα σου να μιλάς για τα χρήματα που δεν πάνε στον κινηματογράφο γιατί ακούγεσαι γελοίος, εκτός θέματος, εκτός κατάστασης.  Η αλήθεια είναι ότι τα χρήματα που (δια νόμου) υποτίθεται ότι πάνε στον κινηματογράφο είναι λίγα, πραγματικά πολύ λίγα, και φέρνουν μεγάλο ανταποδοτικό κέρδος, αλλά αυτή είναι μια πιο τεχνική κουβέντα που αφορά τους κινηματογραφιστές/τεχνικούς/ηθοποιούς, τους διάφορους παράγοντες, ελάχιστα τους δημοσιογράφους και καθόλου τον μέσο Έλληνα.

Εύκολο και λαϊκίστικο επιχείρημα για τα παραπάνω δεν έχω πρόχειρο. Ωστόσο, το σινεμά ουδέποτε επιχορηγήθηκε από το κράτος (όπως συμβαίνει στο θέατρο, τον χορό και λοιπά) και αυτό κανείς δημοσιογράφος δεν το εξήγησε ούτε το τόνισε. Στο σινεμά το κράτος πάντα ΑΓΟΡΑΖΕ ποσοστά στις ταινίες μας, συχνά με κακούς για εμάς όρους, και αν ήταν πετυχημένες μπορούσε να κερδοσκοπήσει από αυτές. Το ότι δεν το έκανε όλα αυτά τα χρόνια και ακόμα δεν έχει καταλάβει πως να το κάνει δείχνει πάλι την τεράστια αποτυχία του σαν διαχειριστής της τύχης μας.  Και βέβαια πιστεύω στον αυτοπαραγόμενο πολιτισμό αλλά θα ήθελα να ζω σε ένα κράτος που αυτόν τον πολιτισμό που κάποιος παρήγαγε πετυχημένα τον στηρίζει, τον εκτιμά, τον διαχειρίζεται και τον προωθεί. Είναι προφανές ότι είμαστε πολύ μακριά από ένα τέτοιο κράτος.

Και κάτι τελευταίο. Δεν αποδέχομαι κανέναν από τους όρους, είτε περί «παράξενου» σινεμά, είτε περί ρεύματος. Εξάλλου κάποιες από τις πιο σπουδαίες ταινίες των τελευταίων χρόνων, όπως η Στρέλλα του Κούτρα ή οι ταινίες του Οικονομίδη και του Τσίτου, δεν χαρακτηρίζονται «περίεργες» παρότι είναι πολύ σοβαρά σχόλια για την Ελλάδα του σήμερα. Το ρεύμα συνίσταται απλώς στο ότι, σε πείσμα των όσων συμβαίνουν γύρω μας, εξακολουθούν να γίνονται ταινίες. Σήμερα άκουσα για τρία γυρίσματα. Δεν ξέρω για πόσο ακόμα αλλά ελπίζω να μην σταματήσουμε ποτέ. 

Photo: Βιργίλιος Τσιούλλι

Info:

Η Αμάντα Λιβανού είναι παραγωγός ταινιών. Είναι απόφοιτος του ευρωπαϊκού προγράμματος επιμόρφωσης παραγωγών EAVE. Επιλεγμένη φιλμογραφία: “Πίσω Πόρτα”, του Γ. Τσεμπερόπουλου, “Μια Μέρα τη Νύχτα” του Γ. Πανουσόπουλου, Screeaming J Hawkins: I Put a Spell on Me” του Ν. Τριανταφυλλίδη, τα ντοκιμαντέρ «Chip & Ovi” & «The life & Death of Celso Junior” του Π. Ευαγγελίδη, καθώς και σειρές ντοκιμαντέρ για την Ελληνική Τηλεόραση. Φετινές παραγωγές: “L” του Μπάμπη Μακρίδη (World Drama Competition, Sundance Film Festival, Rotterdam Tiger Awards), ενώ δύο ντοκιμαντέρ παραγωγής της “Κατινούλα» της Μ. Τσάπα, και «Ξύπνησε ο Σουλτάν Αχμέτ» του Ν. Λυγγούρη, (πρεμιέρα στο επίσημο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης 2012). Σε post production βρίσκεται το νέο ντοκιμαντέρ του Παναγιώτη Ευαγγελίδη «They Glow in the Dark”.