Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Billy Idol και Stranglers στο Τaekwondo

Billy Idol και Stranglers στο Τaekwondo

Την Παρασκευή 18 Ιουνίου ο Billy Idol και οι Stranglers προβλέπεται να δώσουν μια cult συναυλία στο γήπεδο Τaekwondo στο Φάληρο. Μια βραδιά με τη μουσική που ξεκινάει από το punk που σάρωσε τα πάντα στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και συνέχισε με τη δημιουργία του punk-rock στυλ τη δεκαετία του ‘80. Αν θέλαμε να χαρακτηρίσουμε όχι με απλές λέξεις αλλά με καλλιτέχνες αυτό το είδος, τότε σίγουρα θα αναφέραμε μεταξύ άλλων τον Billy Idol (με τρία Grammy και εννέα MTV music video awards στο ενεργητικό του) αλλά και τους Stranglers.

Μια βραδιά για όσους αγαπούν τα ‘80s κι έχουν τραγουδήσει το Sweet sixteen ή το Mony – Mony ή και τα White Weeding, Rebel Yell του Billy Idol που εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, αλλά και τα Golden Brown, No More Heroes, Always the Sun των Stranglers που είναι ιδιαίτερα αγαπητοί στη χώρα μας.


Η βραδιά θα ξεκινήσει με τους Stranglers...
Mία από τις αγαπημένες και διαχρονικές βρετανικές μπάντες επιστρέφει στα μέρη μας αυτό το καλοκαίρι. Με είκοσι τρία τραγούδια και δέκα επτά δίσκους τους στο top40 της Μεγάλης Βρετανίας και μια καριέρα σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών, οι The Guilford Stranglers, όπως ήταν το αρχικό όνομα τους, άρχισαν να ξεσηκώνουν το βρετανικό κοινό από τα τέλη του 1974. Τα τρία ιδρυτικά μέλη Hugh Cornwell, JJ Burnel και Jet μετά από προσπάθειες ενός έτους βρίσκουν τον Dave Greenfield το 1975 και έως το τέλος του επόμενου χρόνου παίζουν σε δεκάδες gigs σε pub και club της Αγγλίας. Το είδος τους είναι δύσκολο να κατηγοριοποιηθεί.

Συνδυάζοντας την αντιδραστική ιδιοσυγκρασία τους με τον ψαγμένο στίχο της ποιοτικής pop πειραματίστηκαν διαρκώς με πολλά από τα είδη της μουσικής που βρίσκονταν κατά καιρούς στην μόδα, είτε ήταν το new wave, το punk, η καθαρή pop ή ακόμα και το gothic rock.


Το ανεπανάληπτο μαύρο χιούμορ τους και ο αντιδραστικός τους χαρακτήρας, βρήκαν την πλήρη έκφρασή τους στο ντεμπούτο τους Rattus Norvegicus, από το οποίο βγήκε και το πρώτο τους επιτυχημένο single (Get A) Grip (On Yourself). Το άλμπουμ χτυπάει την τέταρτη θέση στα charts, ενώ το δεύτερο single Peaches βρέθηκε αμέσως στο Top10 και εδραίωσε τους Stranglers στους πρωτεργάτες του βρετανικού punk.

Την ίδια περίοδο ανοίγουν την πρώτη συναυλία των Ramones στο Λονδίνο και αργότερα της Patti Smith. Το δεύτερο τους album No More Heroes κυκλοφορεί τον Σεπτέμβρη του 1977 και αποτελεί την αφετηρία για ένα sold out tour στην Αμερική το 1978. Το τρίτο τους άλμπουμ, το Black and White, καταφθάνει στα μέσα του 1978, σε δεκατρείς μόλις μήνες και σηματοδοτεί την αρχή των πειραματισμών τους με διάφορα είδη μουσικής που κυριαρχούσαν εκείνη την εποχή. Τo 1979 κυκλοφορεί το πρώτο τους live album ενώ βρίσκονταν σε περιοδεία σε Ιαπωνία και Αυστραλία και στα τέλη της δεκαετίας, τον Σεπτέμβρη του 1979, βγαίνει και το album Raven.


Σημεία – σταθμοί στην καριέρα τους τα επόμενα χρόνια είναι η κυκλοφορία του The Gospel According To Meninblack το 1981 και την ίδια χρονιά το εκπληκτικό La Folie το οποίο περιείχε το ανεπανάληπτο Golden Brown που τους έφερε μια ανάσα από την κορυφή των Charts, στο Νούμερο 2 της Βρετανίας, τον Ιανουάριο του 1982.

Ακολουθεί το 1983 το άλμπουμ Feline και τα αμέσως επόμενα χρόνια τα άλμπουμ Aural Sculpture, Dreamtime, 10. To 1990 οι φανατικοί θαυμαστές τους σε όλον τον κόσμο πληροφορούνται την αποχώρηση του κιθαρίστα και τραγουδιστή Hugh Cornwell, ο οποίος εγκαταλείπει το συγκρότημα για να επικεντρωθεί σε solo projects.

Αντικαθίσταται από τον John Ellis, πρώην μέλος των pub–to–punk Vibrators, ενώ την θέση του τραγουδιστή παίρνει ο Paul Roberts. Παράλληλα κυκλοφορούν το άλμπουμ Stranglers in the Night με νέα σύνθεση πλέον, ενώ στο τέλος του χρόνου αποχωρεί και ο ντράμερ Jet Black για να... επιστρέψει ξανά το 1995 και να ηχογραφήσει μαζί τους το About Time.

Την πορεία τους μέχρι το τέλος του αιώνα θα συντροφεύσουν δύο ακόμα άλμπουμ το Written In Red και το Coup De Grace, ενώ το 2000 φεύγει και ο αντικαταστάτης του Hugh, John Ellis και αντικαθίσταται από τον Baz Warne. Συνεχίζουν ακάθεκτοι και κυκλοφορούν το 2004 το Norfolk Coast με την ΕΜΙ, άλμπουμ που από πολλούς θεωρείται το καλύτερό τους για τα τελευταία είκοσι χρόνια. Στο άλμπουμ περιλαμβάνονταν τα hits Big Thing Coming and Long Black Veil, που απλώς επιβεβαίωσαν την ικανότητα της αειθαλούς αυτής μπάντας να συνεχίζει να βγάζει διαμάντια, ακόμα και μετά από τέσσερεις σχεδόν δεκαετίες.

Αφού ακούσουμε τους Stranglers, σειρά θα πάρει ο Billy Idol, που έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα!

Ο Billy Idol γεννήθηκε στην Αγγλία και επηρεάστηκε καθαρά από το πάνκ. Αρχικά γίνεται ο κιθαρίστας του συγκροτήματος Chelsea αλλά μετά από τρείς εμφανίσεις, μαζί με τον μπασίστα, δημιουργούν τους Generation X . Μετά την διάλυση του συγκροτήματος, το 1981 ο Μπίλι πάει στην Αμερική όπου ξεκινά την σόλο καριέρα του.

Στην Νέα Υόρκη, ξεκίνησε με το cd single “Don’t  Stop” που περιείχε συνολικά 4 τραγούδια ανάμεσά τους το “Mony – Mony” αλλά και το “Dancing with myself”.

Ένα χρόνο μετά, το 1982 κυκλοφορεί το πρώτο του ολοκληρωμένο προσωπικό άλμπουμ με τίτλο “Billy Idol”. Το ηχογράφησε με την βοήθεια των μουσικών: μπάσο Φιλ Φεϊτ, ντράμερ Στιβ Μίσελ και τον κιθαρίστα Στιβ Στιβενς. Το σινγκλ “Hot in the city” μπήκε στην καλύτερη πεντάδα στης ΗΠΑ, ενώ τα βιντεοκλίπ για τα τραγούδια «White Wedding» και «Dancing with myself» έπαιζαν συχνά στο MTV.

Το 1983 κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ «Rebel Yell», το οποίο έγινε δυο φορές πλατινένιο και του έδωσε το πρώτο του βραβείο Grammy για την καλύτερη αντρική ροκ ερμηνεία. Συνολικά το άλμπουμ «Rebel Yell», πούλησε δυο εκατομμύρια αντίτυπα και ήταν το μεγαλύτερο σε πώλησης άλμπουμ του Μπιλι Αϊντολ.

Το 2008 σε συνέντευξη του ο Μπιλι Αϊντολ είπε πως λατρεύει να ερμηνεύει το τραγούδι   «Rebel Yell»: « κάθε βραδύ λέω από μέσα μου: ευχαριστώ θεέ μου που έγραψα αυτό. Αν δεν είχα αυτά τα τραγούδια… τότε δεν θα είχα τίποτα που να είναι σαν κι αυτά, δεν θα είχα τίποτα απολύτως.»
Η περιοδεία για το άλμπουμ κράτα δέκα μήνες. Ο ίδιος ο Μπίλι παραδέχεται πως κατά την διάρκεια της δεκάμηνης περιοδείας είχε μαζί του μόνο δύο δερμάτινα παντελόνια, το ένα το φορούσε και το άλλο στέγνωνε. Μετά το στέγνωμα το δέρμα έμπαινε και γινόταν όλο και δυσκολότερο να τα φορέσει! Το επόμενο άλμπουμ «Whiplash Smile», κυκλοφόρησε το 1986, περιείχε τα τραγούδια «To Be A Lover» και «Sweet Sixteen» που πήραν υψηλές θέσεις στα HIT-CHARTS και το τραγούδι «Don’t need a gun» έγινε το σάουντρακ στην ταινία “Lethal Weapon”. Ο Μπίλι Αϊντολ πήρε βραβείο Grammy για την καλύτερη ροκ-ερμηνεία.

Το άλμπουμ «Сharmed Life» ο Μπίλι το ηχογράφησε στο Λος Αντζελες. Το Φλεβαρη του 1990 στο δρόμο για το στούντιο πέφτει με την μηχανή του πάνω σε ένα αυτοκίνητο και από τύχη μένει ζωντανός.  Στο πόδι του γίνονται επτά χειρουργικές επεμβάσεις ενώ στην αρχή οι γιατροί μιλούν για ακρωτηριασμό. Παρόλα αυτά το 1990 κυκλοφορεί ο δίσκος «Сharmed Life» που γίνετε πλατινένιος και το τραγούδι “Cradle of Love” γίνεται η αιτία για το τρίτο του Grammy. Την ίδια χρόνια βγαίνει το σινγκλ  «Speed» που γίνετε σάουντρακ για την ταινία “SPEED” ενώ ο ίδιος ο Μπίλι Αϊντολ παίζει στην ταινία «Doors»!

Το 1993 ο Μπιλι Αϊντολ αποστασιοποιείται από την ροκ μουσική και ξεκίνα πειραματικά με την τέκνο-μπιτ.Αποτέλεσμα αυτών των πειραμάτων έγινε το άλμπουμ  «Cyberpunk» που ηχογραφήθηκε μέσα στο στούντιο του σπιτιού του και ο συνολικός χρόνος της ηχογράφησης ήταν δέκα μήνες.
Το 1997, ξαναβρίσκεται με τον κιθαρίστα του Στιβ Στιβενς ο οποίος είχε φύγει για να φτιάξει δικό του συγκρότημα τους Atomic Playboys και συνεχίζουν μαζι τις συναυλίες .

Το 1998 υποδύεται έναν επεισοδιακό ρόλο στην ταινία «The Wedding Singer».
Την ίδια χρονιά βγαίνει το CD «Greatest Hits». Το 2000 ο Μπίλι Αϊντολ συμμετέχει στο άλμπουμ του Τονι Αϊόμι ερμηνεύοντας το τραγούδι «Into the Night». Το 2001 κυκλοφορεί το VH-1 ακουστικό βίντεο άλμπουμ «Storyteller».

Το 2005 κυκλοφορούν το σινγκλ «Scream» και το άλμπουμ  «Devil’s Playground» με το οποίο έγινε η μεγάλη επιστροφή στην ροκ σκηνή του Μπίλι Άϊντολ.
Τα μέλη της μπάντας του Billy Idol εκτός από τον ίδιο, αυτή τη στιγμή είναι οι: Steve Stevens – guitar, Billy Morrison - guitar (2010-present), Stephen McGrath – bass, Derek Sherinian – keyboards, Jeremy Colson - drums (2010-present).

Οργάνωση παραγωγής: Music Box Productions