Η Αλκυονίς New Star Cinema παρουσιάζει σε α’ προβολή από την Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016 την ταινία του Τσέσλαβ Πετέλσκι, Η Βάση των Νεκρών.

ΣΥΝΟΨΗ

Η «Βάση των Νεκρών» είναι μία απομονωμένη περιοχή στο δάσος όπου συλλέγονται κορμοί δέντρων από ξυλοκόπους. Οι άνθρωποι που ζουν εκεί είναι είτε παράνομοι, είτε δυσπροσάρμοστοι στην οργανωμένη κοινωνική ζωή. Η κατάσταση στην βάση εκρήγνυται όταν αναστέλλεται η παράδοση αυτοκινήτων στους ανθρώπους της Βάσης. Ο Στέφαν Ζαμπάβα  αποστέλλεται στην βάση για να ηρεμήσει τα πνεύματα. Καθόλου εύκολη δουλειά γιατί αρκετοί από τους κατοίκους της Βάσης έχουν βεβαρημένο παρελθόν και παρόν. Ο «Βαρσοβιανός»  πχ. είναι ένας μυστηριώδης δυσπρόσιτος στην επικοινωνία χαρακτήρας, που αναζητεί μέρος για να κρυφτεί. Ο «Απόστολος» είναι ένας μέθυσος καθολικός. Κάποιος άλλος είναι πρώην γιατρός, καταδικασμένος για ανθρωποκτονία. Αργότερα στην ομάδα εντάσσεται ένας πρώην αντάρτης, ο οποίος δεν μπορεί να προσαρμοστεί στην μεταπολεμική πραγματικότητα.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ

Η ταινία η «Βάση των Νεκρών» του ΤΣΕΣΛΑΒ ΠΕΤΕΛΣΚΙ είναι μία, πολύ σημαντική ταινία στην ιστορία του πολωνικού κινηματογράφου. Βασίζεται στο μυθιστόρημα του σπουδαίου Πολωνού συγγραφέα Μάρεκ Χλάσκο (1934-1969), “Επόμενη Στάση – Παράδεισος”. Ο Χλάσκο ήταν μία αντισυμβατική φυσιογνωμία των πολωνικών γραμμάτων. Μάλιστα λόγω του τρόπου ζωής του είχε αποκλεισθεί ως ο ανατολικό – ευρωπαίος Τζέημς Ντιν. Στην πολύ σύντομη ζωή του έγραψε πολλά μυθιστορήματα, διηγήματα κλπ. Σε ηλικία μόλις 16 ετών εργάστηκε (Νοέμβριος 1950 – Ιανουάριος 1951) σε αποθήκη μεταφορών στην Μπιστρίτσα Κλοτζκα (πόλη γνωστή για τα ιστορικά της κτίρια). Οι εμπειρίες που απέκτησε εκεί τον ενέπνευσαν να συγγράψει αργότερε το μυθιστόρημα «Επόμενη Στάση – Παράδεισος».

Το 1959 ο Πετέλσκι, ήδη γνωστός σκηνοθέτης, εμπνέεται από το μυθιστόρημα. Ο Χλάσκο βλέποντας την ταινία, διαφωνεί με την κατεύθυνσή της, αποσύρει το όνομά του από τους τίτλους της και η ταινία αλλάζει τίτλο κατ’ απαίτηση του συγγραφέα.

Η ταινία του Πετέλσκι προσαρμόζει τα υποδείγματα του Γουέστερν και του Φιλμ Νουάρ (κλασσικά είδη της αμερικανικής έμπνευσης), συνδυασμένα με στοιχεία σοσιαλιστικού ρεαλισμού, στην πολωνική πραγματικότητα κατά έναν αριστουργηματικό τρόπο: Η ταινία δεν εκτυλίσσεται στην αμερικανική ύπαιθρο, αλλά στο δάσος του Bieszczadzki  της νότιο-ανατολικής Πολωνίας, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι ήρωες της ταινίας είναι πολύ ξεχωριστοί  και αμφιλεγόμενοι Η σκληρότητα των ανθρώπων της Βάσης έχει τα αίτιά της σε πολεμικά ή ερωτικά τραύματα, ενώ η τραχιά ιδιοσυγκρασία τους είναι η άμυνά τους απέναντι στον έξω κόσμο. Κάτω όμως από αυτό το σκληρό κι απάνθρωπο προσωπείο κρύβονται αισθήματα μεγάλης ανθρωπιάς κι ένας ατελείωτος  λυρισμός: Είναι η σκηνή όταν τρία από τα μέλη της Βάσης μεταφέρουν το πτώμα ενός φίλου τους και δεν υπάρχει κάποιος οργανοπαίκτης για να τον συνοδεύσει μουσικά στην τελευταία του κατοικία.

Έτσι, κάποιο από τα μέλη της ομάδας αρχίζει να ερμηνεύει μία μαγευτική μελωδία: “Bal na Gnojnej”.

Εκεί όπου φαινομενικά βασιλεύει η σκληρότητα και η απανθρωπιά, εκεί τελικά σφυρηλατούνται ανάμεσα στα μέλη της βάσης αισθήματα φιλίας κι αλληλεγγύης, σε περιβάλλον απίστευτων δοκιμασιών. Ο πιο σκληρός χαρακτήρας είναι μία γυναίκα – μία πραγματική femme fatale – ρόλος βγαλμένος κατευθείαν από φιλμ νουάρ, η Βάντα, σύζυγος του Ζαμπάβα (ο ρόλος ερμηνεύεται από την καλλονή σημαντική ηθοποιό του μεταπολεμικού πολωνικού κινηματογράφου, Τερέζα Ιζέβσκα).

Παρά την πολυπλοκότητα των χαρακτήρων που σκιαγραφεί ο Πετέλσκι, δεν έχουμε καμία απορία σχετικά με το ποιος είναι ο θετικός ήρωας της ταινίας: Είναι ο Στέφαν Ζαμπάβα (Ζίγκμουντ Κεστόβιτς),  ένας άνθρωπος με υψηλή την αίσθηση του καθήκοντος που τελικά πετυχαίνει τον στόχο του.

Η ταινία έχει πολλά κοινά στοιχεία με την προγενέστερη εξαιρετικά σημαντική ταινία του γαλλικού αλλά και του παγκόσμιου κινηματογράφου «Το μεροκάματο του Τρόμου» (σκηνοθεσία Ανρύ-Ζορζ Κλουζό, πρωταγωνιστεί ο Υβ Μοντάν).

Ο εξαιρετικός συνδυασμός φιλμ νουάρ, σοσιαλιστικού ρεαλισμού και γουέστερν είναι ένα μοναδικό επίτευγμα που οφείλεται στην δεξιοτεχνία του ΤΣΕΣΛΑΒ ΠΕΤΕΛΣΚΙ.

ΤΣΕΣΛΑΒ ΠΕΤΕΛΣΚΙ – (ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ)

Γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου 1922 στο Μπιάλιστοκ της Πολωνίας. Από το 1953 ως το 1990 γύρισε 26 ταινίες. Το 1959 βραβεύθηκε με τον «Σταυρό Αξίας». Το 1963 έλαβε το Αργυρό Βραβείο για την ταινία του «Μαύρα Φτερά» στο 3ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Μόσχας.  Το 1973 πήρε το δεύτερο Αργυρό Βραβείο στο 8ο  Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Μόσχας, για την ταινία του «Κοπέρνικος». Τα έτη 1963-1987 διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής στο κινηματογραφικό στούντιο «ILLUSION». Το 1982 βραβεύθηκε με το Μετάλλιο Εργατικότητας για την εξέχουσα δράση του στον χώρο της 7ης Τέχνης και για την συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο. Έφυγε από τη ζωή στις 19 Σεπτεμβρίου 1996.

ΜΑΡΕΚ ΧΛΑΣΚΟ – (ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ)

Γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1934 στη Βαρσοβία, μοναχογιός του Maciej Hłasko και της Maria Łucja  το γένος Rosiak. Έζησε με τους γονείς του στο Złotokłos, κι αργότερα μετακόμισε στη Βαρσοβία. Ο Χλάσκο ήταν τριών ετών όταν οι γονείς του χώρισαν. Ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε έναν χρόνο αργότερα, και πέθανε όταν ο Χλάσκο ήταν πέντε ετών. Ο πόλεμος άφησε τη σφραγίδα στην ψυχή του Μάρεκ κι αργότερα έγραψε «είναι προφανές για εμένα ότι είμαι ένα προϊόν της εποχής του πολέμου, της πείνας και του τρόμου» κι αυτός είναι ο λόγος της πνευματικής φτώχειας των διηγημάτων μου. Δεν μπορώ να σκεφτώ μία ιστορία που να μην τελειώνει με θάνατο, καταστροφή, αυτοκτονία ή φυλάκιση.
Σε ηλικία μόλις 16 ετών εργάστηκε (Νοέμβριος 1950 – Ιανουάριος 1951) σε αποθήκη μεταφορών στην Μπιστρίτσα Κλοτζκα (πόλη γνωστή για τα ιστορικά της κτίρια). Οι εμπειρίες που απέκτησε εκεί τον ενέπνευσαν να συγγράψει αργότερα το μυθιστόρημα «Επόμενη Στάση – Παράδεισος».

Το 1958 πήγε στο Παρίσι. Έλαβε μία καλλιτεχνική υποτροφία τριών μηνών από τον Πολωνικό Φιλολογικό Σύλλογο. Έκανε το ντεμπούτο του με Baza Sokołowska στην   Sztandar Młodych (μία καθημερινή εφημερίδα). Έγινε γρήγορα γνωστός ως πιο ταλαντούχος συγγραφέας της νέας γενιάς.

Απέκτησε δημοσιότητα χάρη στο πρωτότυπο στυλ γραφής του καθώς και για την αντισυμβατική συμπεριφορά κι ενδυμασία του. Ήταν μία θρυλική φιγούρα της νέας γενιάς.
Πέθανε σε ηλικία 35 ετών. Τα αίτια θανάτου του παραμένουν άγνωστα.

ΜΑΡΕΚ ΧΛΑΣΚΟ – (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ)
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ
Ósmy dzień tygodnia (The Eighth Day of the Week, 1957)
Następny do raju (Next to Heaven/Next Stop–Paradise, 1958)
Cmentarze (The Graveyard, 1958)
Wszyscy byli odwróceni (All Backs Were Turned, 1964)
Brudne czyny (Dirty Deeds, 1964)  κα.

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
Wilk (fragment powieści) (1954)
Szkoła (fragment powieści) (1954)
Złota jesień (fragment powieści) (1954)
Noc nad piękną rzeką (fragment powieści) (1954)
Głod (fragment powieści) (1956)   κα.

ΤΑΙΝΙΕΣ ΠΟΥ ΒΑΣΙΣΤΗΚΑΝ ΣΕ ΕΡΓΑ ΤΟΥ
Koniec nocy (1956, Director: Julian Dziedzina, Paweł Komorowski, Walentyna Uszycka)
Ósmy dzień tygodnia (1957, Director: Aleksander Ford)
Pętla (1958, Director: Wojciech Jerzy Has)
Baza ludzi umarłych  Η βάση των νεκρών (1958, Director: C. Petelski)
Suburbs (OF IBIS) (1972, Director:Lordan Zafranović)
Sonata marymoncka (1987, Director: Jerzy Ridan)
Isprani (1995, Director: Zrinko Ogresta)

ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ ΚΕΣΤΟΒΙΤΣ (ΖΑΜΠΑΒΑ) – (ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ)

Γεννήθηκε στις 24 Ιανουαρίου 1921 στο Σακάι, κοντά στο Καουνάς της Λιθουανίας, όπου πέρασε και τα παιδικά του χρόνια.  Το 1946 έδωσε επιτυχώς εξετάσεις στην Δραματική Σχολή. Είχε παίξει στο Θέατρο Μουσικής Κωμωδίας στο Βίλνο (1940-1945), στα θέατρα του Μπιάλιστοκ και του Κράκοβ. Είχε παίξει σε 25 ταινίες, σπουδαιότερες εκ των οποίων ήταν «Η Σκιά» (“Cien”), «Η Βάση των Νεκρών», και «Τα Δυο Πλευρά του Αδάμ» (“Dwa zebra Adama”). Είχε ασχοληθεί και με τον παιδικό κινηματογράφο, πράγμα που τον έκανε ιδιαίτερα αγαπητό στα παιδιά. Πέθανε στις  16 Μαρτίου 2007, σε ηλικία 86 ετών.

ΕΜΙΛ ΚΑΡΕΒΙΤΣ (ΒΑΡΣΟΒΙΤΗΣ) – (ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ)

Γεννήθηκε στις  13 Μαρτίου 1923 στο Βίλνο της Πολωνίας. Είχε πολεμήσει στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, στη Β’ Μεραρχία του Πολωνικού Στρατού, και είχε φτάσει ως το Βερολίνο. Μετά την αποστράτευσή του φοίτησε σε Δραματική Σχολή. Ξεκίνησε το καλλιτεχνικό του ντεμπούτο στο σανίδι του Μικρού Θεάτρου στο Βίλνο, ενώ  είχε παίξει και στα θέατρα των πόλεων Γκντανσκ, Πόζναν και Λοτζ. Πέρα από το θέατρο, διακρίθηκε και στον κινηματογράφο.

TEREZA IZEWSKA (ΒΑΝΤΑ)

Γεννήθηκε στις 8 Απριλίου 1933 στη Βαρσοβία. Το 1952 ξεκίνησε τις σπουδές της στις θετικές επιστήμες (μαθηματικά, φυσική, χημεία) στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, από το οποίο όμως δεν αποφοίτησε ποτέ. Είναι άγνωστο, το πότε και πώς αποφάσισε να ασχοληθεί με την υποκριτική, πάντως  το 1957 αποφοίτησε από την Εθνική Δραματική Ακαδημία Βαρσοβίας, και ως το 1963 έπαιζε στη σκηνή του θεάτρου “Ludowy”,  και στο “Wybrzeze” της πόλης Γκντανσκ. Βρέθηκε στο απόγειο της καριέρας της μετά την εμφάνισή της στην γνωστή ταινία του Andrzej Wajda, «Οι Ήρωες της Βαρσοβίας» (“Kanal”). Ο ρόλος της στην ταινία της χάρισε την υποψηφιότητα για το βραβείο BAFTA το 1958, και φυσικά την αγάπη του κοινού. Άλλες ταινίες, στις οποίες διακρίθηκε για την ερμηνεία της : “Rancho Texas”, «Η Βάση των Νεκρών», “Nafta”, “Mansarda”. Μετά την εμφάνισή της στο “Mansarda”, ξαφνικά πέρασε στην αφάνεια. Ο κινηματογράφος της έστρεψε την πλάτη, γεγονός που διέλυσε ψυχικά την ηθοποιό. Το σπίτι της ήταν γεμάτο καθρέφτες: για να καλύψουν την αίσθηση της μοναξιάς και της εγκατάλειψης. Έγραφε ποιήματα, που περιέγραφαν το σκοτάδι που την τύλιγε και στην ουσία ήταν κραυγές για βοήθεια. Το γεγονός ότι εκείνη, που είχε περπατήσει στο κόκκινο χαλί στις Κάννες, βρέθηκε ξαφνικά σε ένα άσημο σανίδι στο Γκντανσκ, σήμανε την πτώση της. Είχε διαπράξει αρκετές απόπειρες αυτοκτονίας, και δυστυχώς η τελευταία, στις 26 Αυγούστου 1982, στάθηκε μοιραία. Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 49 ετών. «Οι ηρωίδες της Izewska εκφράζουν το κακό, το σάπιο και διεστραμμένο θηλυκό, που συχνά καθοδηγούνται από σεξουαλικό ένστικτο (που ήταν μεγάλη πρόκληση τη δεκαετία του ’50). Κουβαλάνε τη σκοτεινή μοίρα τους, καταστρέφοντας τους άνδρες που συναντάνε στον δρόμο τους. Διέπονται από αισθησιασμό, παράλληλα όμως μεταφέρουν στον θεατή ένα σκοτεινό άγχος, σαν τη Βάντα από τη «Βάση των νεκρών» του Πετέλσκι, που είναι πρόθυμη να δοθεί σε όποιον την βγάλει από την ερημική βάση και την πάει στην πόλη». (Maniewski).

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Δράμα, Πολωνία, 1959, Διάρκεια 104΄

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: CZESLAW PETELSKI
ΣΕΝΑΡΙΟ: MAREK HLASKO, CZESLAW PETELSKI

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΝ: ZYGMUNT KESTOWICZ, EMIL KAREWICZ TERESA IZEWSKA
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: WOJCIECH KRYSZTOFIAK
ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ADAM WALACINSKI

Οπερατέρ: Kurt Weber ( Η ταινία με την οποία ξεκίνησε την καριέρα του σαν κινηματογραφιστής . O KURT WEBER υπήρξε σπουδαίος οπερατέρ , προσπαθούσε ο φακός του να έχει την λιγότερη πιθανή ομοιότητα με το σενάριο της ταινίας με αποτέλεσμα τα κάδρα του να είναι πολλές φορές στιλιζαρισμένα με πολλές οπτικές μεταφορές για να τονίσει τα συναισθήματα που κυρίευαν τις πράξεις του πρωταγωνιστή. Από την άλλη μεριά σε αρκετές περιπτώσεις απλά προσπαθούσε το κάδρο του να είναι όσο περισσότερο ρεαλιστικό γινόταν  φτάνοντας σχεδόν στα όρια του cinéma  vérité .Λάτρευε να δουλεύει σε εξωτερικά γυρίσματα γιατί του άρεσε   να σμιλεύει την φύση με την χρήση των τεχνικών μέσων που είχε στην διάθεση του .Οι ταινίες  που άφησε πίσω του  αποτελούν μια σπουδαία καλλιτεχνική κληρονομία)