Συνέντευξη Τύπου παραχώρησαν την Τρίτη 15 Μαρτίου 2016, στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, οι σκηνοθέτες Σαμ Πρέσμαν και Χάρλεϊ Άνταμς (Ανάκτηση των αχρήστων), Τζάστιν Σάιν (Έφυγε σκόπιμα), Άλι Άλβαρες (Ο θάνατος είναι ζωή), καθώς και ο σκηνοθέτης Ντάνιελ Στίλινγκ και η σεναριογράφος-παραγωγός Έιμι Στίλινγκ (Παιχνίδι στη φύση).

Τον λόγο πήρε αρχικά η Άλι Άλβαρες, η οποία στο ντοκιμαντέρ Ο θάνατος είναι ζωή διερευνά τη σχέση που αποδίδουν οι Μεξικάνοι στο ταξίδι της πεταλούδας «μονάρχη» από τον Καναδά στο Μεξικό, με το ταξίδι των ψυχών μετά τον θάνατο. Στην αρχή της ταινίας η σκηνοθέτιδα συνάντησε έναν αστυνομικό που προσπαθούσε να βρει το μαύρο κουτί ενός αεροπορικού δυστυχήματος. Έπειτα, την προσέγγισαν πολλοί άνθρωποι που είχαν χάσει κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο και πίστευαν ότι οι πεταλούδες έφεραν τις ψυχές αυτών των προσώπων. «Δεν μπορείς να πείσεις αυτούς τους ανθρώπους ότι κάτι τέτοιο δεν είναι αλήθεια και γιατί να τον πείσεις; Όλα είναι πιθανά» είπε χαρακτηριστικά η σκηνοθέτιδα. «Η ταινία είναι τόσο πνευματική, που δεν μπορούσε να γίνει παρά μόνο με ανθρώπους πρόθυμους να ανοιχτούν για τη ζωή τους», σημείωσε η ίδια απαντώντας στο ερώτημα γιατί διάλεξε να παρουσιάσει συγκεκριμένα άτομα στο ντοκιμαντέρ. Όσο για τις τεχνικές λήψης της ταινίας, η κ. Άλβαρες υπογράμμισε: «Η ιστορία τις υπαγόρευσε, δηλαδή οι ίδιες οι πεταλούδες που είναι τόσο όμορφες, γι’ αυτό και έπρεπε να γυρίσουμε εικόνες το ίδιο όμορφες».

Τοποθετημένο επίσης στη Λατινική Αμερική, το ντοκιμαντέρ Ανάκτηση των αχρήστων παρακολουθεί την περιπέτεια των σκηνοθετών Σαμ Πρέσμαν και Χάρλεϊ Άνταμς κι ενός ακόμη φίλου τους, καθώς διασχίζουν τον Αμαζόνιο ακολουθώντας τα χνάρια της θρυλικής ταινίας Φιτζκαράλντο του Βέρνερ Χέρτσογκ. Όπως είπαν οι δυο σκηνοθέτες, «το καλύτερο πράγμα στη ζωή είναι οι φίλοι που είναι αρκετά τρελοί ώστε να κάνουν πράγματα μαζί σου». Μιλώντας για την έμπνευσή τους, τον Βέρνερ Χέρτσογκ, ο κ. Πρέσμαν τόνισε: «Ο Χέρτσογκ ήταν ο ιδανικός μέντορας για εμάς, είχε μια τρέλα στη διαδικασία της ταινίας», ενώ από την πλευρά του, ο κ. Άνταμς σημείωσε: «Αν παρατηρήσεις τη δημιουργία του Φιτζκαράλντο καταλήγεις στο ότι είτε είναι η τελειότητα είτε το απόλυτο τίποτα. Το να συμπληρώσεις αυτό το κενό είναι δύσκολο». Διαποτισμένο από το πνεύμα του Φιτζκαράλντο, της απόλυτης ταινίας για τους κυνηγούς του αδυνάτου, το ντοκιμαντέρ καταπιάνεται με την αναζήτηση του ανομολόγητου και του αγνώστου και το πού μπορεί να σε οδηγήσει αυτή. Το ταξίδι των τριών πρωταγωνιστών ήταν γεμάτο περιπέτειες, «όμως σε κάθε πρόκληση, κάθε φορά που απογοητευόμασταν και πιστεύαμε ότι ήρθε η στιγμή να τα παρατήσουμε, κάτι μαγικό συνέβαινε», εξήγησαν οι δυο σκηνοθέτες. Το συμπέρασμα που έβγαλαν είναι ότι «δεν θα πρέπει να φοβάσαι να ζεις στιγμές στις οποίες έρχεσαι αντιμέτωπος με το άγνωστο. Εμείς δεν θα είχαμε δει τίποτα, αν δεν προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε την ιστορία».

Στη συνέχεια, ο σκηνοθέτης Τζάστιν Σάιν αναφέρθηκε στον πολιτικό ακτιβιστή Μάγιερ Βίσνερ, τον ήρωα του ντοκιμαντέρ του Έφυγε σκόπιμα. Στα μισά των γυρισμάτων, ο Βίσνερ, ο οποίος στο μεταξύ είχε αναπτύξει στενή σχέση με τον κινηματογραφιστή, του δήλωσε ότι η τελευταία του πολιτική πράξη θα είναι η αυτοκτονία του μπροστά στην κάμερα. Το ηθικό δίλημμα του σκηνοθέτη ήταν μεγάλο, καθώς έπρεπε να αποφασίσει αν θα κλείσει την κάμερά του ή αν θα τη χρησιμοποιήσει για να κρατήσει ζωντανό τον φίλο του. «Κάνω ντοκιμαντέρ εδώ και 20 χρόνια. Κάθε ταινία έχει ηθικά ναρκοπέδια, ακόμα και στις πιο εύκολες καταστάσεις. Σε αυτή την περίπτωση όμως, το σοκ που ένιωσα ως δημιουργός και ως φίλος ήταν μεγάλο. Του είπα ότι ήθελα να ζήσει και η ταινία να μην είναι για το θάνατο του. Τελικά αυτό ήθελε και έπρεπε να το σεβαστώ. Με έφερε σε δύσκολη θέση, αλλά δεν είναι κακό που με χρησιμοποίησε για να κάνει μια δήλωση». Ο σκηνοθέτης αποφάσισε να σεβαστεί την επιθυμία του φίλου του και εξήγησε ότι έκανε την ταινία για να εστιάσει σε παρόμοια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ηλικιωμένοι άνθρωποι διότι όπως είπε «η αυτοκτονία είναι πολύ μεγάλο πρόβλημα στις ΗΠΑ για ανθρώπους της ηλικίας του Βίσνερ. Ήθελα να ξεκινήσω μια συζήτηση για το πώς γερνά κανείς, πώς αντιμετωπίζει την κατάθλιψη και την απομόνωση».

Από τη στιγμή που η κόρη τους Μπέλα πήγε σχολείο, ο Ντάνιελ και η Έιμι Στίλινγκ –ο σκηνοθέτης και η σεναριογράφος /παραγωγός της ταινίας Παιχνίδι στη φύση– διαπίστωσαν ότι οι εξετάσεις γεμίζουν τα παιδιά με υπερβολικό άγχος χωρίς να τους μαθαίνουν τίποτα. «Το ζήτημα της εκπαίδευσης είναι και οικονομικό, αλλά είναι και μια μάχη εξουσίας που δεν έχει κατ’ ανάγκη ως ζητούμενο το καλό των παιδιών. Εμείς εστιάσαμε στο θέμα των εξετάσεων και αντί να δείχνουμε μόνο προβλήματα, θελήσαμε να δείξουμε και λύσεις», είπαν οι συντελεστές. Η ταινία τους παρουσιάζει το σκανδιναβικό μοντέλο της βιωματικής μάθησης μέσα από την επαφή με τη φύση, το παιχνίδι έξω από τους τοίχους του σχολείου. «Θελήσαμε να δούμε πώς μαθαίνει ο άνθρωπος ως είδος, μέσω εμπειριών, με ολόκληρο το σώμα του, από το εξωτερικό περιβάλλον. Εμείς εκπαιδεύουμε μια γενιά ρομπότ, όμως τα παιδιά δεν είναι υπολογιστές να τα προγραμματίσουμε» τόνισε η κ. Στίλινγκ, προσθέτοντας ότι το να περνάνε καλά τα παιδιά στο σχολείο δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά αποτελεσματικός τρόπος μάθησης. «Η Ελλάδα μας έδωσε τη δημοκρατία, ενώ οι Σκανδιναβοί μας έδωσαν την έννοια της καλής παιδικής ηλικίας» πρόσθεσε χαρακτηριστικά ο κ. Στίλινγκ.

Συνέντευξη Τύπου παραχώρησαν την Τρίτη 15 Μαρτίου 2016, στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, επίσης, οι σκηνοθέτες Ιρίνα Μπόικο (Μακροβούτι), Μενέλαος Καραμαγγιώλης (Η δεύτερη ευκαιρία) και Ανζελίκ Κουρούνη (Χρυσή Αυγή: Προσωπική υπόθεση).

Ήρωας στο Μακροβούτι της Ιρίνα Μπόικο, είναι ο Βρεζ Κιρακοσιάν, ένας αρμένιος αυτοδίδακτος συγγραφέας και ζωγράφος, ο οποίος αντιμετωπίζει κινητικά προβλήματα λόγω ανίατης ασθένειας. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να παντρευτεί και να κάνει ένα παιδί. Η σκηνοθέτις τον κινηματογράφησε για δυο χρόνια, στη διάρκεια των οποίων βίωσε και την προκατάληψη απέναντι σε ανθρώπους διαφορετικούς: «Στην Αρμενία, όπως και στην Ελλάδα δεν υπάρχει πουθενά πρόσβαση. Οι άνθρωποι με κινητικά προβλήματα είναι καταδικασμένοι Ο Βρεζ δεν μπορούσε να πάει πουθενά, δεν μπορούσε καν να βγει από το σπίτι του, μέχρι που οι φίλοι του συγκέντρωσαν χρήματα και έφτιαξαν μια ράμπα αναπήρων. Κι όταν έβγαινε, οι άνθρωποι κοιτούσαν έντονα παντού. Μικρά παιδιά τον έδειχναν με το δάχτυλο και ρωτούσαν τους γονείς τους “γιατί είναι έτσι;”. Στα 2 χρόνια που ήμουν στην Αρμενία, δεν είδα άλλον άνθρωπο σε καροτσάκι, όχι γιατί δεν υπάρχουν, αλλά γιατί ζουν κλειδωμένοι στους τέσσερις τοίχους». Σε ερώτηση  για το τι ξεχώρισε περισσότερο στον ήρωάς της, η κ. Μπόικο σημείωσε: «Ο Βρεζ είναι από τους πιο δυνατούς ανδρικούς χαρακτήρες που έχω συναντήσει στη ζωή μου. Παίρνει αποφάσεις, συντηρεί την οικογένειά του ζωγραφίζοντας, εκπέμπει μια απίστευτη ενέργεια και καταλαβαίνεις γιατί τον ερωτεύτηκε η γυναίκα του».

Παίρνοντας τον λόγο, ο Μενέλαος Καραμαγγιώλης, σκηνοθέτης της ταινίας Η δεύτερη ευκαιρία, μίλησε για το πώς βρέθηκε να κινηματογραφεί μέσα στις φυλακές ανηλίκων: «Βρέθηκα εκεί ως εθελοντής, όταν μου ζήτησαν τα συνεργαστώ κάποιοι άνθρωποι από το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Ήθελαν να βοηθήσουν τα παιδιά στις φυλακές ανηλίκων να γνωρίσουν τη σύγχρονη τέχνη και μέσω αυτής να διαχειριστούν τα προβλήματά τους. Στην αρχή γέλασα, μετά όμως μου κίνησαν την περιέργεια και έτσι βρέθηκα σε μια φυλακή, όπου μάλιστα μου είχε αρνηθεί να κάνω γυρίσματα στο J.A.C.E.. Εκεί συνάντησα τον Ρόκας, έναν τεράστιο Λιθουανό, που τον είχα ξανασυναντήσει σε ένα παλιότερο ντοκιμαντέρ που είχα κάνει για τα μαθηματικά πριν από τρία χρόνια. Τότε είχε κερδίσει ένα βραβείο από τη Μαθηματική Εταιρεία». Ο ήρωας, όπως τον περιγράφει ο σκηνοθέτης,  είναι ένα παιδί από μια προβληματική οικογένεια στη Λιθουανία, κακός μαθητής, που του έδωσαν στη χώρα του μια βαλίτσα με ναρκωτικά και 10.000 δολάρια για να τη φέρει στην Ελλάδα. Συνελήφθη αμέσως και οδηγήθηκε στις φυλακές ανηλίκων χωρίς να ξέρει καθόλου ελληνικά. Εκεί έπρεπε να λάβει την απόφαση αν θα γίνει μέλος των κυκλωμάτων στις φυλακές ή αν θα αλλάξει ζωή. Αποφάσισε να αναζητήσει μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. «Η συγκεκριμένη φυλακή ήταν η πρώτη που απέκτησε σχολείο. Ξεκίνησε εθελοντικά από έναν ιδιοκτήτη φροντιστηρίου, ο οποίος έπεισε σταδιακά το υπουργείο και τώρα η φυλακή έχει δημοτικό και γυμνάσιο με 200 περίπου μαθητές. Μέσα σε 2,5 χρόνια ο Ρόκας έμαθε ελληνικά, αποφάσισε ότι θέλει να σπουδάσει στο Πολυτεχνείο, ενώ ανακάλυψε και τα κρυμμένα του ταλέντα, όπως τα μαθηματικά και το σκάκι που του αρέσει γιατί  είναι το μόνο παιχνίδι που  δεν βασίζεται στην τύχη. Αυτό το παιδί ηττήθηκε όταν μπήκε στη φυλακή, όμως η διαχείριση αυτής της ήττας του αναδιαμόρφωσε τη ζωή». Σχολιάζοντας τα λόγια μιας αντιεισαγγελέως ανηλίκων η οποία σημειώνει στο ντοκιμαντέρ ότι στη φυλακή θα έπρεπε να στερείσαι μόνο την ελευθερία και όχι άλλα δικαιώματα, ο κ. Καραμαγγιώλης, επεσήμανε: «Δείχνει τόλμη και γενναιότητα, ενώ ταυτόχρονα κάνει και αυτοκριτική όταν κατηγορεί  τη φυλακή και υπογραμμίζει ότι μέσα σ’ αυτή στερείσαι σχεδόν τα πάντα». Μιλώντας για τον μεγαλύτερο φόβο του Ρόκας, ο σκηνοθέτης είπε: «Ο μεγαλύτερος φόβος του Ρόκας και όλων των παιδιών στις φυλακές ανηλίκων είναι ότι θα ξαναγυρίσουν στη φυλακή».

Τέλος, ο λόγος πέρασε στην Ανζελίκ Κουρούνη, η οποία υπογράφει το ντοκιμαντέρ  Χρυσή Αυγή: προσωπική υπόθεση. Αναφορικά με το πώς δόθηκε το έναυσμα γι αυτό το ντοκιμαντέρ, απάντησε: «Έχω έμμονη ιδέα με τα φασιστικά κινήματα και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα χρόνια τώρα. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια που η γιαγιά μου ξεκίνησε τον πετροπόλεμο κατά των Ιταλών στην Κάλυμνο και ο πεθερός μου ήταν μέλος της γαλλικής αντίστασης, προτίμησε να πάρει τα όπλα αντί να βάλει το κίτρινο αστέρι. Ο σύντροφός μου είναι Εβραίος, ο γιος μου είναι γκέι. Εγώ είμαι φεμινίστρια κόρη μεταναστών. Με την υπόθεση της Χρυσής Αυγής καταπιάστηκα μόλις γύρισα στην Ελλάδα. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς γίνεται να υπάρχει αυτό το κόμμα – μόρφωμα και πώς γίνεται να κυκλοφορεί η εφημερίδα «Στόχος», με τόσο ρατσιστικά πρωτοσέλιδα. Δεν καταλάβαινα πώς στην Ελλάδα που πλήρωσε τόσο βαρύ τίμημα στη διάρκεια της Κατοχής, γίνεται να υπάρχει αυτό το κόμμα ανοιχτά από το 1996. Ήθελα επίσης να καταλάβω τι σκέφτονται οι Χρυσαυγίτες, αλλά και οι ψηφοφόροι της Χ.Α. Γιατί υπάρχουν δύο κατηγορίες: αυτοί που ασπάζονται τα πιστεύω της και αυτοί που την ψήφισαν λόγω κρίσης». Σε ερώτηση για τις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη και την άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων, η σκηνοθέτιδα απάντησε: «Εργάζομαι στο περιοδικό Charlie Hebdo και από την αρχή γνωρίζαμε ότι αν αυτοί οι άνθρωποι και οι ομοϊδεάτες τους καταλάβουν την εξουσία, θα κυβερνήσουν για τους δικούς τους και για τους άλλους θα ακολουθήσουν εξορίες και διώξεις, γι’ αυτό και ξεκινήσαμε συλλογή υπογραφών για την απαγόρευση του γαλλικού εθνικιστικού κόμματος. Με ανησυχεί η άνοδος της ακροδεξιάς γιατί είναι μια απειλή στη δημοκρατία, που ίσως δεν είναι το καλύτερο σύστημα, αλλά είναι αυτό που έχουμε.  Δεν υπάρχει αντίβαρο στην ακροδεξιά, αντιθέτως βλέπουμε οι ιδέες τους να υιοθετούνται και από την Ευρώπη, χωρίς κανένας να αντιδρά. Στο προσφυγικό ζήτημα, υιοθετούνται ακροδεξιές απόψεις και χάνεται η έννοια του ασύλου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ισότητας, που θα έπρεπε να είναι η βάση της Ευρώπης. Το 2017 στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία θα έχουμε πιθανότατα το ζεύγος αντιπάλων Λεπέν – Ολάντ. Τότε η ψήφος θα πρέπει να είναι “όχι στη Λεπέν”».

Συνέντευξη Τύπου παραχώρησαν επίσης την Τρίτη 15 Μαρτίου 2016, στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, οι σκηνοθέτες Γιαν Γκάσμαν (Ευρώπη αγαπημένη), Νίκο Πίρο (Killa-Dizez: Ζωή και θάνατος στην εποχή του έμπολα) και Άνταμ Μπενζίν (Κλοντ Λανζμάν: Φαντάσματα του Shoah).

Τον λόγο πήρε αρχικά o Γιαν Γκάσμαν, ο οποίος στο ντοκιμαντέρ του Ευρώπη αγαπημένη παρακολουθεί τέσσερα ζευγάρια σε ισάριθμες πόλεις της Ευρώπης –Σεβίλλη, Δουβλίνο, Ταλίν και Θεσσαλονίκη-, τα οποία αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα μέσα σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Εκατό ζευγάρια πέρασαν από casting για το ντοκιμαντέρ, ενώ ο κ. Γκάσμαν επέλεξε τέσσερις πόλεις που του ήταν άγνωστες κινηματογραφικά και βρίσκονται  στα σύνορα της Ευρώπης. «Προσπάθησα να εστιάσω στο “εγώ’’, στο “εμείς’’, στη γενιά μας», υπογράμμισε ο σκηνοθέτης, ο οποίος έπρεπε να χτίσει μια ισχυρή σχέση εμπιστοσύνης με τα ζευγάρια που κινηματογράφησε, καθώς στην ταινία προβάλλεται η γύμνια τους, κυριολεκτικά και μεταφορικά. «Εξαρχής, διευκρίνισα ότι θα υπάρχει γυμνό στην ταινία και οπωσδήποτε για να συμβεί αυτό προϋπόθεση είναι να υπάρχει εμπιστοσύνη. Η σεξουαλικότητα κάνει τα πράγματα πιο εύκολα, βοηθά να τοποθετηθούν οι άνθρωποι με μεγαλύτερη ειλικρίνεια απέναντι στα συναισθήματά τους. Τους είπα ότι εάν το ήθελαν, τότε και εμείς θα ήμασταν γυμνοί», εξήγησε ο κ. Γκάσμαν. Στα γυρίσματα «πάντα υπάρχει καθοδήγηση», ωστόσο ορισμένα ζευγάρια είχαν δώσει στο δημιουργό κλειδιά του σπιτιού τους, οπότε «μπαίναμε πρωί και κάναμε γυρίσματα στο δωμάτιο όπου κοιμόντουσαν», όπως σημείωσε. Η ταινία δεν παρουσιάζει απλώς την ιστορία τεσσάρων ζευγαριών, αλλά σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, «την ιστορία της Ευρώπης στην παρούσα συγκυρία. Θέλαμε να κάνουμε ένα πορτρέτο της Ευρώπης μέσα από ανθρώπους της γενιάς μας. Δεν με ενδιέφεραν οι στατιστικές ή τα ρεπορτάζ, αλλά το να δω μέσα από το πρίσμα των σχέσεων μιας χαμένης γενιάς που δεν καταφέρνει να φτάσει εκεί που ήθελε».

Από την πλευρά του, ως πολεμικός ανταποκριτής ο Νίκο Πίρο είχε βιώματα από δύσκολες καταστάσεις. Όταν σκηνοθέτησε το ντοκιμαντέρ Killa-Dizez: Ζωή και θάνατος στην εποχή του έμπολα είχε αφήσει πίσω του τον δυο ετών γιο του και τη σύζυγό του έγκυο στον έκτο μήνα, για να πάει να καλύψει αυτό το θέμα, το οποίο τα δυτικά ΜΜΕ παρουσίαζαν μόνο από μια συγκεκριμένη σκοπιά. «Δεν ξέρω αν έκανα ντοκιμαντέρ ή ρεπορτάζ μεγάλου μήκους, για μένα είναι μια πράξη τεκμηρίωσης και ηθικής εξέγερσης, που ένιωσα ότι όφειλα να κάνω ως άνθρωπος και ως πατέρας. Τα δυτικά ΜΜΕ ασχολούνταν αποκλειστικά με τις 16 περιπτώσεις ανθρώπων που επιβίωσαν από τον έμπολα σε δυτικά νοσοκομεία. Δεν μας απασχόλησαν τα εκατομμύρια που συμβίωναν με έναν αόρατο εχθρό. Σκοπίμως επιλέξαμε να αγνοήσουμε 12.000 νεκρούς» είπε ο κ. Πίρο. Το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ περιλαμβάνει το μοναδικό γύρισμα που έχει γίνει ποτέ μέσα στη λεγόμενη «κόκκινη ζώνη», δηλαδή τις πτέρυγες απομόνωσης και εντατικής νοσηλείας όπου νοσηλεύονται οι ασθενείς που βρίσκονται στο πλέον επικίνδυνο στάδιο. Όπως είπε ο σκηνοθέτης «εκεί οι συνθήκες είναι ελεγχόμενες», αλλά ο ίδιος επέλεξε να πάει και σε σημεία συγκέντρωσης πληθυσμού, καθώς και σε νεκροταφεία, εισχωρώντας στο επίκεντρο της επιδημίας, με στόχο να κάνει μια ταινία «για το πώς είναι να ζεις μέσα σε μια επιδημία». Ο ίδιος πρόσθεσε: «Το πιο σοκαριστικό είναι το στίγμα της νόσου, γιατί η Αφρική μπορεί να είναι μια αναπτυσσόμενη οικονομικά χώρα χάρη στις κινεζικές επενδύσεις, όχι όμως και κοινωνικά αναπτυσσόμενη. Η Σιέρα Λεόνε ήταν μια χώρα που προσπαθούσε να συνέλθει από τον εμφύλιο και τότε προέκυψε η επιδημία». 

Στο ντοκιμαντέρ Κλοντ Λανζμάν: Φαντάσματα του Shoah ο σκηνοθέτης και δημοσιογράφος Άνταμ Μπενζίν επιχειρεί μια εξερεύνηση του επίπονου δωδεκαετούς ταξιδιού του σκηνοθέτη Κλοντ Λανζμάν που οδήγησε στη δημιουργία του επικού Shoah, μίας από τις σημαντικότερες ταινίες που έχουν γυριστεί ποτέ για το Ολοκαύτωμα. Ο κ. Μπενζίν, έχοντας ήδη μια πρώτη επαφή με το έργο του Λανζμάν, στη συνέχεια διαπίστωσε ότι ο ίδιος ο δημιουργός είχε μια περιπετειώδη ζωή: υπήρξε σύντροφος της Σιμόν ντε Μποβουάρ, πολέμησε στην αντίσταση στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και στο κίνημα για την ανεξαρτητοποίηση της Αλγερίας. «Η ιστορία του δεν είχε ειπωθεί μέχρι τότε. Ήθελα να την αφηγηθώ και μέσω αυτής να δω πώς έφτασε στο δημιούργημα του, το Shoah. Δεν ήταν εύκολο να τον προσεγγίσω. Εισέπραξα αρκετά “όχι”. Τελικά τα κατάφερα με τη βοήθεια ενός φίλου από το BBC που τον έπεισε ότι άξιζε να γίνει το ντοκιμαντέρ, με αφορμή την επέτειο από τη δημιουργία του Shoah. Ο Λανζμάν συμφώνησε απρόθυμα, αλλά του ήταν δύσκολο να μην έχει το δημιουργικό έλεγχο του έργου μου», είπε ο σκηνοθέτης.  Στην έναρξη της ταινίας μιλούν άνθρωποι που γνώρισαν τον Λανζμάν, μεταξύ αυτών και ένας πρώην φίλος του, που τον χαρακτηρίζει μεγαλομανή. «Στην αρχή ήθελα να βάλω ένα πλαίσιο, να δείξω πώς τον έβλεπαν οι άλλοι: ως άνθρωπο δύσκολο, αλλά και ως μια ιδιοφυΐα. Αυτός ο πρόλογος ήταν πολύ σημαντικός για όσους δεν γνωρίζουν τον δημιουργό, όμως μετά δεν ήθελα να έχω άλλους να παρεμβαίνουν. Θέλησα να μείνω μαζί με το δημιουργό σε αυτό το ταξίδι», υπογράμμισε ο κ. Μπενζίν.

         

Συνέντευξη Τύπου παραχώρησε την Τρίτη 15 Μαρτίου 2016, στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, και ο Δανός σκηνοθέτης Γιον Μπανγκ Κάρλσεν, στο έργο του οποίου πραγματοποιεί αφιέρωμα η φετινή διοργάνωση.

Το πρώτο θέμα το οποίο τέθηκε στη συνέντευξη τύπου, την οποία συντόνισε ο Δημήτρης Κερκινός, αφορούσε στα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και την τεκμηρίωση, ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, με αφορμή τα «σκηνοθετημένα ντοκιμαντέρ» του Δανού σκηνοθέτη. «Δεν είμαι εγώ αυτός που θολώνει τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία» απάντησε ο Κάρλσεν, προσθέτοντας: «Σύμφωνα με την αντίληψή μου, τα όρια είναι εξαρχής θολωμένα. Όλοι μας καλούμαστε να επινοήσουμε τη δική μας πραγματικότητα. Απλά ορισμένοι άνθρωποι θεωρούν ότι έχουν την εξουσία να ορίσουν ποια είναι αυτή η πραγματικότητα. Εδώ και πολλά χρόνια, από τότε που αποφοιτούσα από τη Σχολή ακόμη, συνειδητοποίησα ότι είμαι παγιδευμένος μέσα στο μυαλό μου και με αυτήν τη συνειδητοποίηση άρχισα να κινηματογραφώ. Όλοι μας είμαστε παγιδευμένοι μέσα στο μυαλό μας. Και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, κατά την άποψή μου, είναι να προσπαθήσουμε να είμαστε όσο πιο ειλικρινείς και έντιμοι μπορούμε στον τρόπο που εμείς αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Για μένα, η έννοια της πραγματικότητας είναι μία τελείως ανόητη και χωρίς νόημα έννοια. Αυτό που υπάρχει είναι από τη μία οι πολλές και διαφορετικές οπτικές γωνίες απέναντι στον κόσμο και από την άλλη η εγγενής συναισθηματική μας ανάγκη να συνθέσουμε όλες αυτές τις οπτικές γωνίες σε μία. Όμως, πάντα θα είμαστε παγιδευμένοι στη μοναξιά μας. Και νομίζω ότι αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα που πρέπει να καταλάβουμε».

Όπως εξήγησε ο ίδιος, η μυθοπλασία και η τεκμηρίωση δεν είναι παρά απλά οι δύο διαφορετικοί τρόποι που επιλέγει κανείς για να πει μια ιστορία. «Σκεφτείτε τη ζωή: η ζωή συνεχώς κινείται, προχωρά, αλλάζει. Δεν υπάρχει κάτι στάσιμο ποτέ, το καθετί μεταμορφώνεται κάθε στιγμή. Αυτό που κάνω είναι να συμπυκνώσω όλη αυτή την κίνηση της ζωής με δημιουργικό τρόπο και να την εκφράσω οπτικά, να την εξωτερικεύσω. Αυτό μπορεί να γίνει είτε μέσω της μυθοπλασίας είτε μέσω του ντοκιμαντέρ», υπογράμμισε ο κ. Κάρλσεν.

Ζήτημα ιδιοσυγκρασίας και μόνο είναι σύμφωνα με τον δημιουργό οι διαφορές ανάμεσα στα δύο κινηματογραφικά είδη της μυθοπλασίας και του ντοκιμαντέρ. Ο ίδιος σημείωσε σχετικά: «Αναγκάστηκα να καταφύγω στη μυθοπλασία όταν δεν μπορούσα να βρω πραγματικούς ανθρώπους να δραματοποιήσουν τις σκηνές που ήθελα για την ιστορία μου, όταν δηλαδή δεν μπορούσα να βρω τις απαραίτητες ψηφίδες πραγματικότητας για την ιστορία μου. Έτσι αναγκάστηκα να προσλάβω ηθοποιούς». Ο κ. Κάρλσεν αναφέρθηκε επίσης στους ανθρώπους και την αυθεντικότητα τους, επιχειρώντας κατά κάποιο τρόπο μία σύγκριση ανάμεσα στους επαγγελματίες ηθοποιούς και τους ανθρώπους που πρωταγωνιστούν σε ένα ντοκιμαντέρ, υπογραμμίζοντας μεταξύ άλλων: «Η ζωή γίνεται πάρα πολύ δραματική όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω από τις πράξεις τους. Χρειάζομαι πρόσβαση σε όσο το δυνατό μεγαλύτερη αυθεντικότητα. Οι πραγματικοί ηθοποιοί συνήθως δεν έχουν αυθεντικότητα, ελάχιστοι τη διαθέτουν. Αν αφαιρέσεις το σασπένς, βλέπεις ότι είναι ψεύτικοι. Είναι η πλοκή που τους κρατά στην ταινία. Αντιθέτως, τα αληθινά πρόσωπα μπορούν να βρίσκονται απέναντι σε μία κάμερα χωρίς να κάνουν τίποτα και να κάνουν εξαιρετική εντύπωση, να είναι εξαιρετικά δραματικά ακριβώς επειδή η αυθεντικότητά τους είναι ανόθευτη».

Σε ερώτηση σχετική με τον τρόπο που επιτυγχάνεται η αυθεντικότητα στη δραματοποίηση μίας κατάστασης, ο Δανός σκηνοθέτης απάντησε: «Ποτέ μου δεν δραματοποιώ μια κατάσταση. Γράφω σενάρια βασισμένα σε ενδελεχή έρευνα. Οι σκηνές που γράφω είτε έχουν συμβεί σε ανθρώπους είτε θα μπορούσαν να έχουν συμβεί. Δεν είναι ξένες προς αυτούς και οφείλω πάντα να είμαι πολύ ακριβής στον τρόπο που τις περιγράφω. Στη μυθοπλασία, οι ηθοποιοί έχουν αυτό που ονομάζουν τεχνική. Η τεχνική φυσικά είναι σπουδαίο εργαλείο στην υποκριτική τους, όμως μερικές φορές ως σκηνοθέτης, όταν δεν είσαι ακριβής στις οδηγίες σου, ανακαλύπτεις στο μοντάρισμα ότι δεν υπάρχει ζωή, δεν υπάρχει παρουσία στη σκηνή. Στα ντοκιμαντέρ, βλέπεις απευθείας αυτήν την ‘’απουσία ζωής’’, γιατί ακριβώς οι πρωταγωνιστές δεν έχουν την τεχνική να την κρύψουν».

Αναφορικά με την απόσταση ή την εγγύτητα που μερικές φορές είναι απαραίτητες στο γύρισμα ενός ντοκιμαντέρ, ο ίδιος σημείωσε: «Μερικές φορές πρέπει να απομακρύνεσαι από μία κατάσταση προκειμένου να την καταλάβεις. Αλλά αυτό δεν είναι για όλους μας, ούτε ισχύει πάντα. Πώς μπορείς να προσεγγίσεις τους ανθρώπους; Αυτό είναι το σημαντικό ερώτημα και μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους και μέσα στο ντοκιμαντέρ. Μπορείς να βάλεις, για παράδειγμα, τον άνθρωπο κοντά στην κάμερα ή μπορείς να προσεγγίσεις την ιστορία που ήθελες να αφηγηθείς μέσω της μουσικής που επέλεξες για να την συνοδεύσεις».

 

Όσον αφορά στο επίκαιρο προσφυγικό ζήτημα, ο Γιον Μπανγκ Κάρλσεν δεν έκρυψε τη «σύγχυσή του», όπως ο ίδιος είπε. Απαντώντας σε ερώτηση για το αν σκοπεύει να γυρίσει ταινία για το συγκεκριμένο θέμα, επισήμανε: «Δεν πιστεύω ότι είμαι καλός στις πολιτικές ταινίες. Έχω τόσο συμπαγείς πολιτικές απόψεις που αυτές αφαιρούν κατά κάποιο τρόπο τη γλυκύτητα της ψυχής μιας ταινίας». Σχετικά με το ίδιο θέμα, ο κ. Κάρλσεν επισήμανε, μεταξύ άλλων: «Νιώθω μπερδεμένος. Στη Δανία έχουμε μία ισχυρή μέση τάξη, καθώς και καλό σύστημα υγείας και εκπαίδευσης. Τώρα επικρατεί μεγάλη κοινωνική αναταραχή και αναβρασμός. Άνθρωποι που παραδοσιακά έβλεπαν τους εαυτούς ως ανοιχτόμυαλους και θεωρούσαν ότι πρέπει να τους δέχονται όλους, τώρα αναρωτιούνται αν αξίζει τον κόπο να είναι κανείς ανοιχτόμυαλος εάν το τίμημα είναι να χαθούν όλα αυτά για τα οποία οι πρόσφυγες θέλουν εξαρχής να έρθουν στη χώρα τους. Όλα αυτά τα προνόμια δηλαδή για τα οποία οι μετανάστες θέλουν να πάνε σε μία ευρωπαϊκή χώρα. Το ζητούμενο είναι η αντίδραση στα πολιτικά συστήματα των χωρών από όπου προέρχονται αυτοί οι άνθρωποι».

Για την ιδιαίτερη κινηματογραφική του μέθοδο που σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την πραγματικότητα στις ταινίες του και για τη no man’s land μεταξύ ντοκιμαντέρ και πραγματικότητας,  στην οποία θεωρεί ο ίδιος ότι βρίσκεται, μίλησε ο Δανός σκηνοθέτης Γιον Μπανγκ Κάρλσεν στο masterclass τίτλο «Επινοώντας την πραγματικότητα», που έδωσε την Τρίτη 15 Μαρτίου 2016 στην αίθουσα Παύλος Ζάννας. Το masterclass πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του αφιερώματος που παρουσιάζει το 18ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης στο έργο του Κάρλσεν.

Ανοίγοντας την εκδήλωση, ο Δημήτρης Κερκινός που συντόνισε το αφιέρωμα, έδωσε εν συντομία το στίγμα για το έργο του κινηματογραφιστή, σημειώνοντας μεταξύ άλλων: «Πρόκειται για έναν από τους πιο καινοτόμους Δανούς δημιουργούς, με σημαντικό ρόλο στην κινηματογραφική σκηνή της χώρας του από τη δεκαετία του ’80, με πάνω από 40 ντοκιμαντέρ και ταινίες μυθοπλασίας. Αυτό που χαρακτηρίζει το έργο του είναι το υβριδικό του στυλ, που θολώνει τα όρια μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας. Πεποίθησή του Κάρλσεν είναι ότι δεν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα και ότι η παρουσία κάμερας επηρεάζει τα γεγονότα. Οι ταινίες του δεν εκφράζουν τόσο την αλήθεια , όσο τον τρόπο που ο ίδιος βλέπει τον κόσμο».

Παίρνοντας τον λόγο, ο Γιον Μπανγκ Κάρλσεν ευχαρίστησε τους διοργανωτές που τον προσκάλεσαν στο 18ο ΦΝΘ και τόνισε: «Έχω μία ιδιαίτερη προσέγγιση στο ντοκιμαντέρ. Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι το είδος αυτό. Όταν αποφοίτησα από τη Σχολή Κινηματογράφου, πριν από περίπου… εκατό χρόνια, θέλησα να γυρίσω μία ταινία για τη γαλήνη της ζωής στην ύπαιθρο και ξεκίνησα την έρευνα για την ιστορία που είχα επιλέξει. Όταν κάθισα να καταγράψω τα θραύσματα της πραγματικότητας που επιχειρούσα να απεικονίσω, τα απέδωσα με ελεύθερους συνειρμούς, όμως όταν πήγαμε για  τα γυρίσματα ένιωσα ότι κατέστρεψα την ομορφιά της ζωής της πρωταγωνίστριάς μου. Συνειδητοποίησα ότι ο μόνος τρόπος για να απεικονίσω την ιστορία ήταν μια ανακατασκευή της πραγματικότητας. Κυρίως προείχε η ανάγκη να προσεγγίσω με τη μεγαλύτερη εντιμότητα και δυνατή ακρίβεια την πραγματικότητα της ηρωίδας. Εξαρχής, αυτό που μου είχαν μάθει οι δάσκαλοι είναι ότι τα ντοκιμαντέρ σχετίζονται με την αλήθεια, πρέπει δηλαδή να παρακολουθείς τη ζωή με την κάμερα και να δείχνεις την αλήθεια. Αυτό δεν είχε άμεση σχέση με τις ιστορίες που ήθελα εγώ να κάνω. Κι επειδή κάνω και μυθοπλασία, δεν βλέπω μεγάλη διαφορά με τις ταινίες τεκμηρίωσης. Τα ντοκιμαντέρ που κάνω, θεωρώ ότι θυμίζουν τον τρόπο που ζωγραφίζει κανείς τοπία. Δεν θέλω να γυρίζω μέσα σε στούντιο, αλλά να βρίσκω έξω θραύσματα της πραγματικότητας και να τα χρησιμοποιώ στην αφήγηση».

Στη συνέχεια, προβλήθηκε απόσπασμα από την ταινία του Before the Guests Arrive (1986), για την οποία ο δημιουργός εξήγησε, μεταξύ άλλων: «Πριν κάνω μία ταινία καταγράφω τα πάντα, κάνω διεξοδική έρευνα. Προτού λοιπόν ξεκινήσω τα γυρίσματα ξέρω τι θα ειπωθεί, κάνω πρόχειρα γυρίσματα σκηνών που δεν χρησιμοποιώ υποχρεωτικά στη συνέχεια. Είναι όλα προγραμματισμένα, οργανωμένα. Η ταινία λοιπόν αυτή, που έγινε πριν πολλά χρόνια, είναι χαρακτηριστική του στυλ μου, του σκηνοθετημένου ντοκιμαντέρ».

Κάτι που του αρέσει να κάνει διαρκώς, όπως είπε ο ίδιος ο δημιουργός, είτε στα γυρίσματα είτε εκτός γυρισμάτων, είναι να φιλοσοφεί για την πραγματικότητα αλλά και για τη φύση της πραγματικότητας στο ντοκιμαντέρ. Ο ίδιος ανέφερε σχετικά: «Φιλοσοφώ διαρκώς, ακόμη κι αυτή τη στιγμή που καθόμαστε εδώ, δεν έχω ιδέα πώς με βλέπετε. Μπορεί να με βλέπετε ως έναν τρελόγερο ή μια ιδιοφυία. Θεωρώ ότι όλοι οι κινηματογραφιστές πρέπει να είμαστε έντιμοι για τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Όλοι επινοούμε την πραγματικότητά μας. Ότι υπάρχουν σήμερα νεκροί κι ότι υπάρχουν τόσοι χιλιάδες πρόσφυγες είναι  πραγματικότητα, αλλά είναι αριθμητική πραγματικότητα: το πώς γίνεται αντιληπτή είναι διαφορετικό για τον καθένα μας. Πιστεύω ότι πρέπει να ορίσουμε την αλήθεια στο ντοκιμαντέρ ώστε να μην αποκλείεται το ψέμα. Κυρίως έχει σημασία να είμαι έντιμος στην κοσμοαντίληψή μου».

Σε ερώτηση από το κοινό σχετικά με το αν υπάρχει μη σκηνοθετημένο ντοκιμαντέρ, ο Δανός σκηνοθέτης απάντησε: «Δεν είμαι δημοσιογράφος, δεν φτιάχνω ταινίες για να σώσω τον κόσμο. Απλώς προσπαθώ να ερμηνεύσω τον κόσμο όπως τον βλέπω. Αυτές τις βλακείες περί αντικειμενικότητας από  όλους αυτούς που στέκονται μπροστά σε χάρτες της Ευρώπης και νομίζουν ότι λένε την αλήθεια, θέλησα να τις καταρρίψω. Πιστεύω ότι οι δημοσιογράφοι είναι σαν ποιητές, λένε την δική τους ιστορία. Τελικά όλα είναι μυθοπλασία».

Τον Κάρλσεν απασχολεί ιδιαίτερα το πέρασμα του χρόνου και οι επιπτώσεις του στο κινηματογραφικό έργο. Ο ίδιος επισήμανε: «Ξεκίνησα στα 20 μου χρόνια, τώρα είμαι 65. Ο πατέρας μου ήταν γλύπτης και τον φοβόμουν λίγο. Στο στούντιο ακουγόταν συχνά κάτι σαν έκρηξη και τότε η μητέρα μου έλεγε ‘’ωχ, το ξανάκανε’’. Τι έκανε; Έπαιρνε τα γλυπτά του και τα έσπαζε, τα διέλυε. Εγώ αναρωτιόμουν γιατί δεν τα πουλούσε για να πάρουμε χρήματα. Η μητέρα μου για να μου εξηγήσει, έλεγε ότι μερικές φορές παγιδεύεσαι στη μορφή που έχεις δημιουργήσει. Τώρα πλέον το καταλαβαίνω αυτό. Καθώς στη δουλειά μου συνήθισα να χρησιμοποιώ και ερασιτέχνες και επαγγελματίες ηθοποιούς, κάποια στιγμή ένιωσα παγιδευμένος σε αυτή τη φόρμα. Είχα μεγαλώσει κι ένιωθα ότι έπρεπε να βρω μία νέα φόρμα, στην οποία θα μπορούσα να περιλάβω όλες τις αμφιβολίες που είχα για τη ζωή».

Το επόμενο απόσπασμα που προβλήθηκε ήταν από την ταινία How to Invent Reality (1996), η οποία βρισκόταν τελικά πιο κοντά σε αυτήν την αλλαγή που ήθελε να κάνει, όπως εξήγησε ο Γιον Μπανγκ Κάρλσεν. «Πέρασα την κρίσιμη ηλικία και ως γιος γλύπτη με απασχόλησε το εξής ερώτημα: όταν πλησιάζεις τα 50 αν έχει στεγνώσει ο πηλός, αν έχεις ξοφλήσει ή αν μπορείς να αλλάξεις ριζικά, αν θα σε καταλάβουν οι άλλοι. Ξεκίνησα λοιπόν να κάνω μία ταινία μυθοπλασίας στη Νότια Αφρική», είπε ο δημιουργός. Και πρόσθεσε, μεταξύ άλλων: «Κάποιος που συνάντησα εκεί μου είπε ότι υπάρχει η κουλτούρα των Αφρικάνερ, κάτι που δεν γνώριζα, ένας πολιτισμός που δίνει έμφαση στη λειτουργικότητα, την αποτελεσματικότητα και όχι την απόλαυση. Είναι τρία εκατομμύρια οι Αφρικάνερ και μετά την απελευθέρωση του Μαντέλα βρέθηκαν στην αντίθετη θέση, δεν ήξεραν κατά πόσο μπορούν να εμπιστευτούν την αφρικάνικη κουλτούρα. Έμεινα εκεί οκτώ χρόνια και αποτέλεσμα ήταν η ταινία Αddicted to Solitude (1999). Στη Νότια Αφρική, η βασική μου ιδέα, ήταν ότι ενώ είχε αλλάξει το καθεστώς, υπήρχε κοινοβούλιο με μαύρους,  παραέξω  φαινόταν να μην έχει αλλάξει τίποτα, υπήρχαν ακόμη αγροκτήματα λευκών στα οποία δούλευαν οι μαύροι ως εργάτες. Ήταν σαν να μην είχε αλλάξει ούτε η σκηνή ούτε οι ηθοποιοί. Μου άρεσε αυτό το δραματικό υπόβαθρο, οι άνθρωποι ήταν σε μία κατάσταση εκκρεμότητας, σαν να μην ήξεραν ποιες αποφάσεις να πάρουν. Έκανα μόνος την ταινία για οκτώ μήνες με μια μικρή κάμερα. Συχνά στα γυρίσματα κρατάω σημειώσεις, γράφω δοκίμια και νιώθω ότι αναμιγνύεται το ένστικτό μου ως κινηματογραφιστή και συγγραφέα. Δημιουργήθηκε έτσι μία νέα φόρμα που εκείνη την περίοδο μου άρεσε».

Σε ερώτηση σχετικά με το αν χρειάζεται κάποιες φορές να σκηνοθετεί ξανά την πραγματικότητα, ο Δανός κινηματογραφιστής απάντησε: «Για μένα το μόνο σημαντικό είναι να είναι κανείς ειλικρινής όταν αφηγείται μία ιστορία. Στην αρχή της καριέρας μου προσπαθούσα να είμαι πολύ ακριβής στις καλλιτεχνικές μου επιλογές και δεχόμουν αρνητική κριτική γι’ αυτό. Αργότερα έγινα περισσότερο ευάλωτος γιατί έκανα τον εαυτό μου κομμάτι της ταινίας, χρησιμοποιούσα τον εαυτό μου ως κομμάτι της μυθοπλασίας. Νιώθω συχνά να βρίσκομαι σε ένα no man’s land γιατί δεν κάνω ούτε μυθοπλασία ούτε ντοκιμαντέρ. Στην τελευταία μου ταινία Deja vu (2015), κατάλαβα ότι όλα τα έργα μου ήταν έργα ζωγραφικής που αν τα έβαζα στο πάτωμα και τα έβλεπα από ψηλά θα διαπίστωνα ότι όλα είναι κομμάτια  ενός μεγαλύτερου παζλ, ενός πίνακα που φτιάχνουν όλα τα κομμάτια μαζί».