Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Γιώργος Κ. Ψάλτης: Στο καφέ Ombre

Γιώργος Κ. Ψάλτης: Στο καφέ Ombre

Στα δάχτυλά μου
μυρίζω από το πρωί
τον ύπνο μίας Μαρίας.
Γράφω στο κινητό
"Πόσο ωραία που δεν έχω πλύνει ..."
και σβήνει. Ξαφνικά,
μ' ένα goodbye στην οθόνη.

Ήμουν ξανά εδώ
με τη μαμά μιας Μαριάμ
που είχε έρθει ως Μαριγώ.

Διέκοψα
αυτό το γραπτό,
κατέβηκα στο υπόγειο,
γύρισα στο ίδιο τραπέζι.
Είχαμε τότε
εκείνη κι εγώ
κρατήσει μέσα μας
τα δικά μας υγρά.
Κολυμπούσαμε στεγνά
από στεριά σε στεριά·

ένα περίπτερο!
δεν το είχα προσέξει
στα δέκα μέτρα ένα περίπτερο —
ίσως όπως τώρα κλειστό.

Ούτε μία λέξη από τις φράσεις της
δεν θυμάμαι. Ήρθε ως μοίρα
άκουγα στη σκέψη της
το όνομα Βλαντιμίρ· το έβγαζε
από ένα μπαούλο
κρυμμένο σ' ένα πάτωμα με τρούλο.

Γινόμουν ποιητής
ήμουν τα χέρια της
τα δίπλωνε
με τρόπο ώστε χάιδευε
με τα δάχτυλά της
πλυμένα, καθαρά
ταυτοχρόνως τους δυο της αγκώνες.
Τόσα χρόνια μαζί,
στη μία πλευρά του κόλπου εγώ,
στην άλλη εκείνη.
Ήταν γυμνή,
ανέκαθεν έτσι είχε γεννηθεί.

Από πιο πριν μπορούσα να ζω
όμως ήμουν ντυμένος
απ' όταν μίλησα πρώτη φορά
τα ίδια. Ρούχα:
για να μην φαίνομαι ή κρυώνω.
Μπορούσα επίσης
να είχα πρόσθετα κιλά, μούσια,
μακριά μαλλιά — να κρύβω
όσο γινόταν την εκάστοτε έκφραση
από το πρόσωπό μου.

Σήμερα
επειδή έτσι είναι
βλέπω γαλανό τον ουρανό.
Όταν ήμουν εδώ με τη Μαριγώ,
ήταν γκρίζος όμως δεν έχει σημασία αυτό.
Κάθομαι στο ίδιο τραπέζι
οπότε πιο εύκολα θυμάμαι τα μάτια της·
ασχέτως απόχρωσης
κοιτούσαν οπουδήποτε
όσο προλάβαιναν, παντού
άρα πουθενά
ήταν και είναι το σωστό
ήταν και είναι υπανδρεμένη.
Έχει μεγάλη σημασία αυτό.

Μυρίζω ξανά τα δάχτυλά μου·
πλέον τα έχω πλύνει, με σαπούνι·
συνέβη
εγώ το έκανα
στο υπόγειο που εγώ διάλεξα
πριν την τρίτη στροφή αυτού του γραπτού
να κατέβω.

Info: Ο Γιώργος Ψάλτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Το 2008 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του, «Επιστροφή στην ενιαία χώρα» (Εκδόσεις Ίκαρος). Η δεύτερη, «Μη σκάψετε παρακαλώ εδώ είναι θαμμένος ένας σκύλος», κυκλοφόρησε το 2011 (Ίκαρος). Τον Ιούνιο 2014 εκδόθηκαν οι «Παναγιές Ελένες» (Ίκαρος). Έγραψε το λιμπρέτο για το λειτουργικό δράμα «Η Ώρα του Μυστικού Δείπνου» του Φίλιππου Τσαλαχούρη (πρώτη παρουσίαση Μουσείο Μπενάκη 2012) και το θεατρικό έργο «Σπόροι παπαρούνας» (Εκδόσεις Κουκούτσι, πρώτη παρουσίαση Αναλόγιο 2015). www.gpsaltis.gr

* Αναδημοσίευση από το περιοδικό Culturenow Mag, τεύχος 34

 

Photo: Θανάσης Τρομπούκης

Σχετικές ειδήσεις
Γιάννης Ευσταθιάδης: Μία συνέντευξη με τον άλλο μου εαυτό
22.04.2016 17:07
- Είσαι ο…; - Ιωάννης-Ελευθέριος Ευσταθιάδης.
Βασίλης Γκουρογιάννης: Σενάριο αθανασίας
07.04.2016 11:35
Η διαδικασία της γραφής μυθιστορήματος ποικίλλει από συγγραφέα σε συγγραφέα. Οι περισσότεροι πριν αρχίσουν να το γράφουν έχουν κατά νου μια βασική ιδέα που σιγά σιγά γίνεται σχέδιο και συνεχώς εξελίσσεται στο μυαλό και στο χαρτί προς ορισμένη κατεύθυνση σχηματίζοντας πρωταγωνιστή και δευτερεύοντες ήρωες, σκιτσάροντας τους επιμέρους χαρακτήρες, την εξέλιξη της πλοκής, καταλήγοντας ακόμη και στο τέλος του μύθου πριν καν αρχίσουν να γράφουν την αρχή. Σε μένα τα πράγματα λειτουργούν εντελώς διαφορετικά.
Ευτυχία Παναγιώτου: Περιοχή κινδύνου
12.02.2016 13:07
Η δουλειά του ποιητή είναι δύσκολη, μα δεν το ξέρεις ακόμη. Μια ενστικτώδης πράξη σε ωθεί να περισώσεις λέξεις. Μα, όταν ακούγεται φρικτή μια μουσική, κουνάς δεξιά κι αριστερά το κεφάλι: δεν είμαι εγώ αυτό. Ανοίκεια, ακατοίκητη, αυτή η νέα γλώσσα σε καλωσορίζει σε μια περιοχή κινδύνου.
Δημήτρης Σωτάκης: Λογοτεχνικός αυτισμός
13.01.2016 13:04
Εγκλωβισμένοι σε μια ταχύτητα χωρίς συνοχή και έναν ολοένα ασαφέστερο ρυθμό, η λογοτεχνική σοδειά του πραγματικού χρόνου που διανύουμε και εν τέλει η ζωή ενός συγγραφέα, μού μοιάζει σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, με μια αρένα μιας αδιευκρίνιστης κοσμικής μάχης.
Ρέα Βιτάλη: Ενδιαφέρουσες χώρες οι άνθρωποι
17.12.2015 17:06
Τήνος. Πού ακριβώς; Αδύνατο να θυμηθώ. Ίσως γιατί οι λέξεις που ακολούθησαν, διέγραψαν τον τόπο. Άλλωστε ότι ακολούθησε ήταν εξω-στεριανό, ήταν ουράνιο. Όπως οι μοιραίες συναντήσεις. «Να δω, εσάς, ποιος θα σας γράψει τη βιογραφία σας;» τον ρώτησα ενώ μέσα μου αναρωτιόμουν πώς πήρα αυτό το θάρρος. Κι ήρθε ένα «Εσύ» που με εξανάγκασε να ανοιγοκλείσω τα βλέφαρα των ματιών μου σαν εκείνες τις πορσελάνινες κούκλες που κατοικούν πια σκονισμένες μόνο σε καταστήματα με αντίκες. Άκουσα καλά; Το εννοούσε; Πώς το χειρίζομαι; «Πότε ξεκινάμε;», «Αύριο».