Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Ευτυχία Παναγιώτου: Περιοχή κινδύνου

Ευτυχία Παναγιώτου: Περιοχή κινδύνου

Η δουλειά του ποιητή είναι δύσκολη, μα δεν το ξέρεις ακόμη. Μια ενστικτώδης πράξη σε ωθεί να περισώσεις λέξεις. Μα, όταν ακούγεται φρικτή μια μουσική , κουνάς δεξιά κι αριστερά το κεφάλι: δεν είμαι εγώ αυτό. Ανοίκεια, ακατοίκητη, αυτή η νέα γλώσσα σε καλωσορίζει σε μια περιοχή κινδύνου.

Το μολύβι φέρει τα δαχτυλικά σου αποτυπώματα αλλά οι λέξεις δεν είναι δικές σου. Ίσως ο λυγμός, όχι οι λέξεις, να σε γδέρνει κάπου πιο μέσα. Έχεις παγιδευτεί στα λασπόνερα κάποιας μνήμης. Ενόσω το παρατεταμένο βουητό των στίχων σβήνει τους εξωτερικούς ήχους, απ’ την απέναντι όχθη η ζωή σού νεύει, ανέμελη, να ξεχάσεις. Πάλι με φρίκη, κουνάς το κεφάλι: δεν είμαι εγώ αυτή.

Ποιό θεϊκό μυαλό συνέλαβε εκείνο τον τόπο τού μεταξύ (ύπνου και ξύπνιου / υποταγής και επιθυμίας) όπου συγκεκριμένα ανθρώπινα σώματα, καθηλωμένα στην απραξία, κινδυνεύουν να τρελαθούν;    

«Ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει»*

Ποιό δαιμόνιο μυαλό σκαρφίστηκε, ως απάντηση ίσως, τις παραπάνω λέξεις; Το ρήμα κάθεται ανύποπτο στη μέση ενός στίχου. Φωνή: παθητική. Τι πάει να πει παθητική όταν ο στίχος κλυδωνίζει;    

Υπερασπίζεσαι έναν κόσμο που δεν υπάρχει ούτε έξω ούτε μέσα σου, αλλά είναι αληθινός. Αυτή η γνώση μπορεί να σε στοιχειώσει. Έκτοτε η γλώσσα γίνεται το λαχάνιασμα, το καρδιοχτύπι, η αγωνία ενός κόσμου που μόνο στο χαρτί μπορεί να υπάρξει:

«Ο τρόπος να κινδυνεύομε είναι ο τρόπος μας σαν ποιητές»*

Σκίζοντας χαρτιά, καίγοντας σκληρούς δίσκους, εγκαταλείποντας στίχους σε όνειρα, ανακαλύπτεις όμως πως ποίηση δεν είναι μόνο τα ποιήματα αλλά κι ένας επιμελής τρόπος να τα καταστρέφεις.

Κάποιοι ποιητές ζουν τη στιγμή που έχουν πεθάνει (η πρόταση διαβάζεται με δύο τρόπους). Ευτυχώς που η ποίηση, ως μεταφορά, είναι και μια φονευμένη κυριολεξία.  

[Το να γράφεις ποιήματα δεν είναι μια κατ’ ανάγκην ιδιωτική και ευχάριστη ενασχόληση, κάτι στο οποίο έχει κανείς κλίση ή ένα οικογενειακό-κοινωνικό προνόμιο (πλούσιος, μορφωμένος κ.λπ.), αλλά μια κοινή γλωσσική υπόθεση με αστυνομική πλοκή: όποιος εισέλθει για τα καλά στη λογική των ποιημάτων, κινδυνεύει – ως ήρωας , αναγνώστης, δημιουργός ή και όλα μαζί – να μην ξαναβγεί.]

* Οι στίχοι σε εισαγωγικά ανήκουν, ο πρώτος, στον Διονύσιο Σολωμό, ο δεύτερος, στην Ελένη Βακαλό. Η λέξη «κλυδωνίζει», παραβαίνοντας τους γραμματικούς κανόνες, εδώ σε ενεργητική φωνή .

Info: Η Ευτυχία Παναγιώτου γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1980. Έγραψε το βιβλίο ποίησης μέγας κηπουρός (Κοινωνία των (δε)κάτων, 2007) ενώ από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορούν τα βιβλία της Μαύρη Μωραλίνα (2010) και Χορευτές (2014). Έχει μεταφράσει τα Ερωτικά ποιήματα της Ανν Σέξτον (Μελάνι, 2010). Ζει στην Αθήνα.

* Αναδημοσίευση από το περιοδικό Culturenow Mag, τεύχος 30

Σχετικές ειδήσεις
Γιάννης Ευσταθιάδης: Μία συνέντευξη με τον άλλο μου εαυτό
22.04.2016 17:07
- Είσαι ο…; - Ιωάννης-Ελευθέριος Ευσταθιάδης.
Βασίλης Γκουρογιάννης: Σενάριο αθανασίας
07.04.2016 11:35
Η διαδικασία της γραφής μυθιστορήματος ποικίλλει από συγγραφέα σε συγγραφέα. Οι περισσότεροι πριν αρχίσουν να το γράφουν έχουν κατά νου μια βασική ιδέα που σιγά σιγά γίνεται σχέδιο και συνεχώς εξελίσσεται στο μυαλό και στο χαρτί προς ορισμένη κατεύθυνση σχηματίζοντας πρωταγωνιστή και δευτερεύοντες ήρωες, σκιτσάροντας τους επιμέρους χαρακτήρες, την εξέλιξη της πλοκής, καταλήγοντας ακόμη και στο τέλος του μύθου πριν καν αρχίσουν να γράφουν την αρχή. Σε μένα τα πράγματα λειτουργούν εντελώς διαφορετικά.
Γιώργος Κ. Ψάλτης: Στο καφέ Ombre
11.03.2016 13:18
Στα δάχτυλά μου
μυρίζω από το πρωί 
τον ύπνο μίας Μαρίας.
 Γράφω στο κινητό
 "Πόσο ωραία που δεν έχω πλύνει ..."
 και σβήνει. Ξαφνικά,
 μ' ένα goodbye στην οθόνη.

Δημήτρης Σωτάκης: Λογοτεχνικός αυτισμός
13.01.2016 13:04
Εγκλωβισμένοι σε μια ταχύτητα χωρίς συνοχή και έναν ολοένα ασαφέστερο ρυθμό, η λογοτεχνική σοδειά του πραγματικού χρόνου που διανύουμε και εν τέλει η ζωή ενός συγγραφέα, μού μοιάζει σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, με μια αρένα μιας αδιευκρίνιστης κοσμικής μάχης.
Ρέα Βιτάλη: Ενδιαφέρουσες χώρες οι άνθρωποι
17.12.2015 17:06
Τήνος. Πού ακριβώς; Αδύνατο να θυμηθώ. Ίσως γιατί οι λέξεις που ακολούθησαν, διέγραψαν τον τόπο. Άλλωστε ότι ακολούθησε ήταν εξω-στεριανό, ήταν ουράνιο. Όπως οι μοιραίες συναντήσεις. «Να δω, εσάς, ποιος θα σας γράψει τη βιογραφία σας;» τον ρώτησα ενώ μέσα μου αναρωτιόμουν πώς πήρα αυτό το θάρρος. Κι ήρθε ένα «Εσύ» που με εξανάγκασε να ανοιγοκλείσω τα βλέφαρα των ματιών μου σαν εκείνες τις πορσελάνινες κούκλες που κατοικούν πια σκονισμένες μόνο σε καταστήματα με αντίκες. Άκουσα καλά; Το εννοούσε; Πώς το χειρίζομαι; «Πότε ξεκινάμε;», «Αύριο».