Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016
Εξορία στην Γέννηση - Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος: Κριτική βιβλίου
Δημοσίευση: Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015 13:31
Εξορία στην Γέννηση - Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος: Κριτική βιβλίου

Ο Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος στην ποιητική συλλογή του «Εξορία στην Γέννηση» δοκιμάζει την πένα του στο ενιαίο (πλέον) της ποιητικής γραφής, κυμαινόμενος μεταξύ ποιητικών «πεζών» και πεζολογικών ποιημάτων. Έννοιες κληροδοτημένες στον ποιητή από την προϋπάρχουσα παράδοση –κοινοί τόποι της σύγχρονης ποίησης- γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας της ποιητικής σκέψης και γλώσσας και σε πολλά σημεία ανέρχονται σε ένα επίπεδο εύστοχης πρωτοτυπίας.

 

Από τη θεματολογία του Στεργιόπουλου που αποκρυσταλλώθηκε επιτυχώς σε ποιητικό λόγο ξεχωρίζει αυτή του Χρόνου, του Ύπνου, του Θανάτου, του Δρόμου και της Μουσικής. Ο Χρόνος –πάγιο ποιητικό αντικείμενο- υφέρπει ρητώς ή μη σε όλη τη συλλογή, καθώς η παντοδυναμία του καθιστά κάθε καθημερινή ασχολία τραγική «αντίρρηση στον χρόνο», όταν μάλιστα «σαν πέσει η αυλαία , χορτάτος φεύγει από την γιορτή μονάχα ο χρόνος». Έπειτα ο Ύπνος λαμβάνει μεταφυσικές διαστάσεις, αφού τρόπον τινά θεωρείται το στοιχείο που μας διαχωρίζει απ’ τους νεκρούς, οι οποίοι χαίρονται μεν ατέρμονο ύπνο, όμως όντας μόνοι τους «ζηλεύουν/ εμάς, το βράδυ/ μαζί γιατί θαβόμαστε, στο κρεβάτι, αγκαλιά…Χαρά ερωτοστολισμένοι». Το λεκτικό παιχνίδι μεταξύ Έρωτα και Χάρου λογοδοτεί στη δημοτική ποίηση, όπου η Χαρά είναι συνώνυμη του Γάμου, που ήθελε τη νύφη να νυμφεύεται τον Χάρο. Η τραγική αιχμή δίνεται μέσω της παρατήρησης ότι και οι ζωντανοί, αν και φαινομενικά τυχεροί, στον ύπνο κοιτούν «λευκό ταβάνι για ταφόπλακα». Ο Θάνατος παρουσιάζεται πρωτότυπα αδύναμος, σαν να αιτείται Ζωής∙ όποιον ζωντανό, όμως, φιλεί  «απ’ τη ζωή ξεσχίζει». Ξεχωριστή θέση στην ποίηση του Στεργιόπουλου κατέχει σίγουρα η Μουσική , που χρωματίζεται οντολογικά πολλαπλώς: η Μουσική ως σύνθεση από νεκρούς μόνο οργανοπαίχτες (γι’ αυτό και στους θνητούς είναι άγνωστο πάντα το τέλος) λαμβάνει τελικά διαστάσεις σχεδόν πλατωνικής αρμονίας. Θνητοί και τεθνεώτες συνδέονται και μέσω Μουσικής (όπως και μέσω Ύπνου, και έτσι «δι-επικοινωνεί» η συλλογή), αφού η θνητή ευτυχία ορίζεται ως «οι παύσεις οι μικρές, οι εκκωφαντικές/ σφηνωμένες, αναπάντεχα,/ καταμεσής στη μουσική ». Άλλωστε δεν είναι τυχαίο, όπως παρατηρεί ο ποιητής , που ο άνθρωπος όσες λέξεις δεν έχει εφεύρει «τις μιλά με μουσική», μια εξήγηση που βρίσκει τη δικαίωσή της στη δαρβινική θεωρία περί μουσικής πρωτογλώσσας (που έδωσε τη θέση της στη ‘γλώσσα’ όπως την ξέρουμε).

 

Ακολουθώντας το κλίμα της γενιάς του, ο Στεργιόπουλος διαβάζει προσεκτικά τον Καβάφη και αφουγκράζεται πιστά κάποια τονικά σημεία, μέσω συντακτικής προσέγγισης. Για παράδειγμα, στο εξής απόσπασμα ακούγεται έντονα το καβαφικό Όσο μπορείς: «Κι αν δεν είμαστε αρκετά θεοί για να γεμίσουμε μ’ αγάπη όλους τους ανθρώπους, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον ετούτο: να γεμίσουμε με ανθρώπους όση αγάπη απομένει.» Η Μνήμη συνιστά επίσης κινητήριο δύναμη (για παράδειγμα, ανάκληση στιγμών μέσω φωτογραφίας), αλλά συνάμα τονίζεται και η αδυναμία της (Λήθη), αφού σε μια δικαιότερη ζωή, θα «ξεχρεώναμε με αναμνήσεις », όμως «ξεχνούν οι άνθρωποι». Στο ίδιο πνεύμα,  οι αναμνήσεις παρουσιάζονται ως τα άνθη- δένδρα που επιβιώνουν ως τα γεράματα για να μας προσφέρουν σκιά, μόνο αν ποτίζονται με αίμα, ιδέες που συναρμόζουν διδάγματα περί Ιησού-αμπέλου με την τελική «άνθιση» του ξύλου του σταυρού με αίμα. Ακόμη «η Ιθάκες» του Στεργιόπουλου σε σχέση με τις καβαφικές συμφωνούν στο ότι  είναι «μάταιη αναζήτηση του δρόμου του σωστού». Προσθέτει (και διαφοροποιείται), ωστόσο, τονίζοντας την ουσιαστική αν-υπαρξία του δρόμου, αφού «χάνεται ευθύς μόλις σηκωθεί η φτέρνα»∙ άλλωστε αν κάτι υπάρχει αυτό είναι προγραμματισμένο εκ γενετής («Βγαίνει ο δρόμος, φίδι/ από τον ομφάλιο λώρο….Όλοι περπατάμε τον εαυτό μας.»). Αυτό που μένει είναι –κατά τον ποιητή- «να βρεις...τα σωστά παπούτσια/ κι όχι τον δρόμο τον καλό».

 

Στα ξεκάθαρα θετικάστοιχεία της ποίησης του Στεργιόπουλου συγκαταλέγεται η εύστοχη χρήση της μεταφοράς. Σε πολλά σημεία αναδεικνύεται το πώς η μεταφορά παρουσιάζει πραττόμενα και γιγνόμενα όχι μόνο παραστατικά αλλά και σαφώς πιο εύθετα (ad hoc) σε σχέση με την κυριολεξία. Σταχυολογώ: α) «Η ζωή σαν να’ κοψε ταχύτητα, εκείνη…χάθηκε μέσα στο φως της πόρτας αποβίβασης.», β) «τίναξε κάτι χρόνια από την μπλούζα (υπολείμματα βουλιμίας νεανικής)», γ) «Πάθος, να ομοιοκαταληκτούν τα σώματα/μα αγάπη, οι έμμετρες, οι σκέψεις.»

 

Η χρήση αυτή της μεταφοράς και η εν γένει ορμητικά φιλοσοφική γραφή θύμισε στα ποιητικά πεζά το φως και το πάθος του τόνου του Ελύτη και την βαρεία απλότητα του Καζαντζάκη. Αυτό στα πεζά. Στα σε στίχο γραμμένα ποιήματα ήταν σαν να καθίστατο σαφές πως η ποίηση, αν και ενιαία, επιτρέπει στον κάθε ποιητή μερική επιτυχή πρόσβαση. Πιο συγκεκριμένα, στα ποιήματα που δεν ήταν γραμμένα ως πεζά, ο ρυθμός, αντί πιο παλλόμενος, μέσω των φυσικών παύσεων που δίδει η αλλαγή στίχου, διακοπτόταν αφύσικα, πιο αφύσικα απ’ όσο στο φαινομενικά πεζό κείμενο , όπου (λογικά) το έργο του ποιητή είναι δυσκολότερο. Η ξεκάθαρη ποιητική φωνή των πεζών χανόταν στα ποιητικά, ο τόνος ήταν ασύμφωνος και μετέβαινε σε άλλους μη αναμενόμενους (από τις απροσδόκητα βαλμένες παύσεις). Αυτό που κρατούσε το κείμενο αξιοπρεπές ήταν η επιτυχής χρήση της γλώσσας και το θεματικό ενιαίο ποιητικών πεζών και πεζολογικών ποιημάτων. Τέτοιες «μεταβολές» δεν παύουν ωστόσο να είναι αξιόλογες ποιητικά και άξιες προσεκτικής ανάγνωσης.

 

 

Η ποιητική συλλογή του Γιώργου Χ. Στεργιόπουλου, με τίτλο «Εξορία στην Γέννηση», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Εκτύπωση
Περισσότερα
Μάνα λησμονιά - Βαγγέλης Ασημένιος: Κριτική βιβλίου
26.10.2016 11:45
Η ποιητική συλλογή «Μάνα λησμονιά» του Βαγγέλη Ασημένιου αποτελεί παράδειγμα μιας ενδιαφέρουσας και διαφορετικής ποίησης, μιας ποίησης, συγκεκριμένα, που αντλεί τον ρυθμό από την επιλογή της λέξης, χωρίς να κοπιάζει με πολλά ηχητικά μέσα και τεχνάσματα.
Απόκρημνες Μέρες - Τάσος Κανάτσης: Κριτική βιβλίου
24.08.2016 11:41
Ο Τάσος Κανάτσης στη συλλογή του Απόκρημνες Μέρες μαρτυρά απόκρημνα στιγμιότυπα διαφορετικών ημερών που εκφέρονται με μια πρωτόγνωρη εμπειρία και ποικιλία ικανοτήτων και ποιητικού στυλ.
Μεγάλες διώρυγες - Γιάννης Πάσχος: Κριτική βιβλίου
27.06.2016 10:25
Ο Γιάννης Πάσχος στην ποιητική του συλλογή Μεγάλες διώρυγες αποτίει φόρο τιμής στις διώρυγες από τις οποίες σηματοδοτείται το ταξίδι της ζωής: στο γυναικείο στήθος. Η θεματική είναι ενιαία και πάντα στρεφόμενη γύρω από αυτό, κυμαινόμενη από μια λιγότερο σε μια περισσότερο συμβολική ανύψωσή του, ανάλογα με το ποίημα.
Ο κούκος - Πελαγία Φυτοπούλου: Κριτική βιβλίου
06.05.2016 14:57
Η Πελαγία Φυτοπούλου με την ποιητική συλλογή Κούκος προσθέτει μια πολύ ενδιαφέρουσα ψηφίδα στο σύγχρονο ποιητικό μωσαϊκό, μια ξεκάθαρη φωνή και έναν ρυθμικό τρόπο που αξίζει προσοχής.
Αρλεκίνος - Γιώργος Λίλλης: Κριτική βιβλίου
29.03.2016 13:29
Ο Γιώργος Λίλλης στην ποιητική συλλογή Αρλεκίνος καταθέτει ένστιχες σκέψεις, κυρίως μέσω εικόνων, που σε ορισμένα σημεία εκφράζουν τις διάφορες πρωτεϊκές μορφές, που ο ίδιος αναγκαστικά διασχίζει ως υποκριτής του προσωπικού του θεάτρου (και, συνεπαγωγικά, όλοι εμείς).
Στο υποκύανο μάτι του Κύκλωπα - Νάνος Βαλαωρίτης: Κριτική βιβλίου
29.01.2016 11:56
Ο Νάνος Βαλαωρίτης στη συλλογή «Στο υποκύανο μάτι του Κύκλωπα» ποιητικά εξετάζει θέματα επίκαιρα και μη, όλα αυτά που μπορεί να δει, τελικά, ένας ουράνιος οφθαλμός, όπως κάπου εξηγεί («στον έβδομο πολύχρωμο/ πολύχαλκο μονόφθολμο/ ουρανό – που με κυκλώπεια/ όρεξη εποφθαλμιά διαρκώς/ την μυθολογική μας χώρα»).
Παρεστιγμένος - Δημήτρης Γλυφός: Κριτική βιβλίου
24.12.2015 12:14
Ο Δημήτρης Γλυφός στην ποιητική του συλλογή Παρεστιγμένος μοιράζεται ειλικρινώς στιγμές προσωπικές, εξ’ ου και η υποκειμενοποίηση του όρου, με μέσο τις μουσικές διάρκειες της ποίησης (παρεστιγμένη νότα, παύση). Μπορούμε να πούμε, εν γένει, ότι εκ των δύο όψεων του όρου, η πρώτη ήταν αυτή που φωτίστηκε με μεγαλύτερη επιτυχία: η προσωπική αναδόμηση του εαυτού με βοήθεια τις λέξεις.
Οι Πεινασμένοι- Ειρηναίος Βρούσγος: Κριτική βιβλίου
01.12.2015 16:25
Ο Ειρηναίος Βρούσγος στη συλλογή του «Οι Πεινασμένοι» πραγματεύεται ιδέες πανταχού παρούσες στην ποίηση της δικής του και άλλων εποχών, επιλέγοντας διαφορετικές εκφάνσεις του Συν και του Πλην (Έρωτας και απουσία Έρωτα, Ζωή- Θάνατος, Τάξη- Αταξία). Άλλες φορές η απουσία προτιμάται, όπως για παράδειγμα -στο θεματικό κύκλο του τίτλου- η «πείνα» δεν θα είχε νόημα αν ήμασταν κορεσμένοι (Αν χορτάσουμε τι θα απογίνει η πείνα;) ή η Ανάσταση, αν δεν μνημόνευε την απουσία του Θανάτου (Το μνημόσυνο του Θανάτου).