Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Κατερίνη Χιωτίνη: Ποιος άνθρωπος γενικά δεν είναι αμφιλεγόμενος;

Κατερίνη Χιωτίνη: Ποιος άνθρωπος γενικά δεν είναι αμφιλεγόμενος;

Το θέατρο Αλκμήνη παρουσιάζει την αινιγματική ζωή της Λίλια Μπρικ, της γυναίκας που υπήρξε μούσα του  Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, σύμβολο της Ρωσικής Πρωτοπορίας και μάρτυρας των γεγονότων της Σοβιετικής Επανάστασης. Η Κατερίνα Χιωτίνη που ερμηνεύει το μυθικό αυτό πρόσωπο, στην παράσταση «Λίλια Μπρικ, μετά το τέλος», μίλησε στο culturenow τόσο για το έργο όσο και για την πολυσχιδή προσωπικότητα της ηρωίδας της, φωτίζοντας τις άγνωστες και σκοτεινές πτυχές της ζωής της.

 

Συνέντευξη: Νικολέττα Μαρκοπούλου

 

Culturenow.gr: Ποια διαδικασία ακολουθήσατε για να γράψετε το κείμενο της  παράστασης και ποιος ο κεντρικός άξονας του έργου σας;

Κατερίνα Χιωτίνη: Ξεκινήσαμε με πολλή έρευνα. Στην αρχή της διαδικασίας συμμετείχαν άνθρωποι που επέλεξαν να μην αναφερθούν τα ονόματα τους. Ένα ευχαριστώ δεν φτάνει. Συνεχίσαμε με όσα βιογραφικά στοιχεία καταφέραμε να βρούμε σε βιβλία κυρίως ξενόγλωσσα. Αγγλικά και ρώσικα. Επικοινωνήσαμε με ανθρώπους που έχουν ειδικευτεί στον Μαγιακόφσκι και στην ρώσικη πρωτοπορία συνολικά. Όταν το υλικό ήταν πια τόσο πολύ που δεν θα έφταναν ούτε τέσσερις ώρες για να παρασταθεί αρχίσαμε να συνοψίζουμε τα  ιστορικά στοιχεία και να επικεντρωνόμαστε στην προσωπικότητα αυτής της γυναίκας και στο τι θα μπορούσε να μας πει σήμερα. Τι την καίει, τι την πονάει, τι βίωσε και πως αντιλαμβάνεται όσα βίωσε τώρα που φεύγει πια απ’ τη ζωή στα 87 της.


Cul.
N.: Πώς προέκυψε η ιδέα να καταπιαστείτε με μια προσωπικότητα που έζησε τον προηγούμενο αιώνα; Πόσο επίκαιρη είναι η θεώρησή της για τη ζωή;

Κ.Χ.: Το ιστορικό και καλλιτεχνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε η Λίλια Μπρικ είναι ένα πλαίσιο πάντα επίκαιρο και πάντα πρωτοπόρο. Οι ανατρεπτικές τάσεις (σε καλλιτεχνικό, πολιτικό, αισθητικό, ηθικό επίπεδο)  της Ρωσίας των αρχών της του 1910 ως τις αρχές του ’30 είναι τόσο πολύπλευρες, γοητευτικές και αναπτύχθηκαν με τόσο αλματώδεις ρυθμούς που ακόμη συναντά κανείς δυσκολίες στο να τις αντιληφθεί και να τις ερμηνεύσει πλήρως. Η αγάπη μου για τον  Μαγιακόφσκι και τα ερωτηματικά που μου γεννούσε όλα αυτά τα χρόνια ο ρόλος της γυναίκας αυτής στη ζωή του με οδήγησαν στο να θέλω να την ερμηνεύσω. Να την κατανοήσω. Να την ανακαλύψω.

Η ίδια η Μπρικ ήταν ένας άνθρωπος τόσο πληθωρικός και ιδιόμορφος που είναι βέβαιο πως δεν ανήκει σε καμία εποχή. Θα μπορούσε να είχε ζήσει οποτεδήποτε και είμαι βέβαιη πως είτε ζούσε στην  αρχαιότητα είτε το 2045 θα παρέμενε sui generis και προκλητική!


Cul.
N.: Ποια στοιχειά της προσωπικότητας της Λίλια Μπρικ επιχειρεί να αναδείξει η παράσταση;

Κ.Χ.: 
Όσα έχουμε κατανοήσει, ανακαλύψει και δεχτεί. Η ζωή της ήταν πολύχρονη, ταραχώδης και χαοτική. Έζησε κυριολεκτικά όλη τη σύγχρονη ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης. Ήταν αδύνατον να ασχοληθούμε με όλη τη διάρκεια της ζωής της. Εμβαθύναμε στην δεκαπενταετία της κοινής της ζωής με τον Μαγιακόφσκι που είναι και η πιο ενδιαφέρουσα. Η πιο θριαμβευτική και η πιο σκοτεινή της ταυτόχρονα. Κατηγορήθηκε ως ηθικός αυτουργός της αυτοκτονίας του. Και έζησε όλη της τη ζωή από την λάμψη και το έργο του. Σ’ αυτήν την περίοδο λοιπόν εστιάζουμε και προσπαθούμε να δώσουμε τις απαντήσεις μας σε όλα αυτά τα ερωτήματα που έχουν προκύψει και που ακόμη τόσα χρόνια μετά δεν έχουν απαντηθεί.


Cul.
N.: Ποιες είναι οι επιρροές σας στη σκηνοθεσία της συγκεκριμένης παράστασης;
Κ.Χ.:  Οι επιρροές είναι συνήθως κάτι που ενυπάρχει μέσα στην προσωπική εγκυκλοπαίδεια του καθενός μας. Το κείμενο μας οδήγησε κυρίως στην σκηνοθεσία και στην απόδοση των εικόνων που γεννά το ίδιο.


Cul.
N.: Ο μονόλογος είναι μια πρόκληση που ενέχει δυσκολίες. Πώς διαχειριστήκατε το γεγονός ότι είστε μόνη πάνω στη σκηνή υποκριτικά και σκηνοθετικά;

Κ.Χ.:   Τη σκηνοθεσία συνυπογράφει η Δήμητρα Σύρου η οποία ουσιαστικά πήρε στους ώμους της όλο το βάρος του τελικού στησίματος και της εικόνας που δημιουργεί το όλο εγχείρημα. Δεν ήταν δυνατόν να διαχειριστώ κάτι τέτοιο μόνη μου. η πρόκληση ήταν μεγάλη και εξακολουθεί να είναι μιας και μια παράσταση είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αναπνέει και μεταβάλλεται κάθε φορά επηρεασμένη από δεκάδες μικρές εξωτερικές παραμέτρους πάντα νέες και πάντα απρόβλεπτες. Ωστόσο δεν είμαι μόνη πάνω στην σκηνή… Ούτε η Λίλια είναι. Οι άντρες της, οι φίλοι της, οι εχθροί της κι ολόκληρο το σταλινικό καθεστώς είναι όλοι τους εκεί… μαζί και οι άγγελοι και οι δαίμονες της. 


Cul.
N.: Η ζωή και οι επιλογές της Λίλια Μπρικ έρχονται σε αντίθεση με τη γυναίκα της εποχής της. Θεωρείτε ότι υπάρχουν αντίστοιχα παραδείγματα γυναικών στις μέρες μας;

Κ.Χ.: Φυσικά. Σε όλες τις εποχές υπάρχουν. Δεν μπορώ να τις ονοματίσω. Ούτε τις γνωρίζω. Ίσως κανείς δεν τις γνωρίζει. Αυτό θα είναι πάντα η ευλογία και η κατάρα τους. Ότι έχουν να πουν αυτές οι γυναίκες, το λένε άλλοι στη θέση τους. Όλοι αυτοί που ευεργετήθηκαν από εκείνες ή που αυτοκτόνησαν εξ αιτίας τους.


Cul.
N.: Η Λίλια Μπρικ έχει χαρακτηριστεί ως αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Ποια είναι η δική σας άποψη;

Κ.Χ.: Άκρως αμφιλεγόμενη. Ποιος δυνατός άνθρωπος δεν είναι αμφιλεγόμενος; Θα τολμούσα να πω ποιος άνθρωπος γενικά δεν είναι αμφιλεγόμενος αλλά ίσως ακουστεί υπερβολικό. Η Λίλια Μπρικ ήταν εξαιρετικά πολύπλευρη. Και λόγω των χρόνων που έζησε και των τόσο λίγων πληροφοριών που έχουν πάρει το φως της δημοσιότητας, ο μύθος και το αίνιγμα της εξακολουθούν να γοητεύουν και να γεννούν ερωτηματικά. Μπορώ να πω πως με γοητεύει βαθιά αλλά δεν τη ζηλεύω. Ούτε θα έκανα ποτέ τις επιλογές που έκανε. Ωστόσο «δεν είμαι ούτε άγγελος, ούτε δαίμονας», όπως λέει και η ίδια στο έργο. Η επιτυχία του κειμένου κατά τη γνώμη μου είναι πως ο θεατής κρατά ότι θέλει να κρατήσει κι έχει την επιλογή να διαλέξει μόνος του αν τη δικαιολογεί, αν την κατηγορεί, αν την καταλαβαίνει ή αν την αποστρέφεται.


Cul.
N.: Ο έρωτας ανάμεσα στην Μπρικ και Μαγιακόφσκι δίχασε και προβλημάτισε. Για την ηρωίδα ο έρωτας εντάσσεται σε ένα πλαίσιο ανεξάρτητο και πνευματικό που δεν βασίζεται στην σεξουαλική αποκλειστικότητα; Ποια γνώμη σχηματίσατε εσείς δουλεύοντας το έργο;

Κ.Χ.: Πρώτον, δεν πρέπει να ξεχνάμε το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνουν όλα αυτά. Το βιβλίο «Τι να κάνουμε» του Τσερνισέφσκι επηρέασε όσο λίγα την προεπαναστατική ρώσικη διανόηση. Η γυναίκα αποκτά ρόλο και φωνή .  Η έννοια της «ιδιοκτησίας» του Άλλου γίνεται κόκκινο πανί. Είναι ασυμβίβαστη με τον ψυχισμό και το ιδεολογικό υπόβαθρο των ανθρώπων που παλεύουν να αλλάξουν το καθεστώς μιας ολόκληρης Ρωσίας. Και το καταφέρνουν. Όλος ο κύκλος των φουτουριστών (συμπεριλαμβανομένου και του ερωτευμένου Μαγιακόφσκι) έχει απενοχοποιήσει εντελώς το σεξ και προσπαθεί να το απεκδύσει από κάθε ηθικολογική καταπίεση.

Δεύτερον, κάτι που λίγοι γνωρίζουν είναι πως ο άντρας της, ΄Οσιπ Μπρικ, ήταν εκείνος που της επέβαλλε τον ανοιχτό γάμο. Δεν ήταν δική της πρωταρχική ανάγκη. Σκεπτόμενη ως γυναίκα, φαντάζομαι πως αν ο μεγάλος σου έρωτας, ο μοναδικός, πραγματικός, μεγάλος σου έρωτας σε τόσο μικρή ηλικία (η Λίλια ήταν τότε 21 χρόνων) σε εξαναγκάσει σε μια τέτοια συνθήκη, ίσως πιο εύκολα αρνείσαι αργότερα να δεσμευτείς αποκλειστικά. Γίνεται εντέλει ίσως ψυχολογική ανάγκη να ενδύσεις την κατάσταση αυτή και με ένα θεωρητικό υπόβαθρο ελευθεριότητας και ανεξαρτησίας μάλλον για να το αντέξει ο ίδιος σου ο εαυτός. Τα συμπεράσματα αυτά φυσικά είναι οι δικές μου εικασίες και προβολές. Η Λίλια ομολογεί η ίδια πως μόνο ο δεύτερος σύζυγος της, Βιτάλι Πριμακοφ, την ικανοποίησε  ολοκληρωτικά ερωτικά. Οι σεξουαλικές της σχέσεις με τον Μαγιακόφσκι είχαν τελειώσει ήδη πέντε χρόνια πριν την αυτοκτονία του. Εξακολουθούσαν ωστόσο να είναι ζευγάρι και να ζουν μαζί. 
 

Η παράσταση «Λίλια Μπρικ, μετά το τέλος» παρουσιάζεται κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 9:15, στο θέατρο Αλκμήνη.


Σχετικές ειδήσεις
Ελένη Παργινού: Ο άνθρωπος δεν θα πάψει ποτέ να αναζητά την ελευθερία
21.11.2016 12:42
Το γνωστό διήγημα του Φραντς Κάφκα «Αναφορά σε μια Ακαδημία», η αλληγορική ιστορία ενός πιθήκου που εξανθρωπίζεται προκειμένου να βρει το χώρο του στον κόσμο των ανθρώπων, παρουσιάζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Θέατρο Σημείο, σε σκηνοθεσία Ελένης Παργινού. Η νεαρή σκηνοθέτις, με αφορμή την παράσταση, μας μίλησε για τα εναγώνια ερωτήματα που θέτει ο Κάφκα, την έννοια της ελευθερίας, την αφυπνιστική δύναμη του θεάτρου και την αμφισβήτηση.
Αναστασία – Ραφαέλα Κονίδη: Η Αντιγόνη είναι κοριτσάκι και ταυτόχρονα ουσιωδώς γυναίκα
06.07.2016 10:26
Η Αναστασία – Ραφαέλα Κονίδη χτίζει τα τελευταία χρόνια βήμα-βήμα μια πορεία με αρκετές επιτυχημένες στιγμές. Με ιδιαίτερο πάθος για το θέατρο και έχοντας αφήσει για χάρη του τις νομικές της σπουδές, καλείται φέτος το καλοκαίρι να ανταποκριθεί σε μια φοβερή πρόκληση: να παίξει για πρώτη φορά στην Επίδαυρο, ερμηνεύοντας την Αντιγόνη σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών.
Αφροδίτη Ματκάρη: Το θέμα της παράστασης
10.06.2016 15:58
Η Θεατρική Ομάδα Σκευή παρουσιάζει την παράσταση "Είδομεν(η) Ξενίου γη", την Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016, στο πλαίσιο του φεστιβάλ νέων θεατρικών ομάδων Off off Athens, που επιστρέφει για όγδοη χρονιά φέτος στο Επι Κολωνώ.
Αντώνης Αντωνόπουλος: Βρισκόμαστε σε ένα πλοίο που βουλιάζει και ανησυχούμε αν η ορχήστρα παίζει όμορφη μουσική
18.05.2016 11:45
H παράσταση του έργου «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ», του Σάμουελ Μπέκετ, ύστερα από την επιτυχία της πρώτης παρουσίασής της, επιστρέφει στο Bios για δύο μόνο εβδομάδες, από τις 20 Μαΐου 2016! Ο Αντώνης Αντωνόπουλος, που έχει αναλάβει τη σκηνοθεσία, τη μετάφραση (μαζί με τον Δημήτρη Καραντζά) και την ερμηνεία, βρήκε λίγο χρόνο και μας μίλησε για την παράσταση, που "είναι αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς", το παρελθόν, την έννοια της "μνήμης" και τις αντανακλάσεις του μπεκετικού έργου στο σήμερα.
Νίκος Χατζόπουλος: Αγάπη με στόχο την κοινή συνύπαρξη
27.01.2016 10:10
Ορμώμενη από τη Μισαλλοδοξία (Intolerance), τη μνημειώδη, σπονδυλωτή, βωβή ταινία του D.W. Griffith, η σκηνοθέτις Ιώ Βουλγαράκη συνθέτει, με σημερινούς θεατρικούς όρους, ένα βωβό μουσικοθεατρικό έπος, πολιτικο- κοινωνικής και υπαρξιακής αυτογνωσίας, το οποίο παρουσιάζεται στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Με αφορμή την παράσταση στη Στέγη, ο Νίκος Χατζόπουλος, χαμηλών τόνων καλλιτέχνης που μιλάει όμως «ηχηρά» μέσα από την δουλειά του, μοιράστηκε μαζί μας τις σκέψεις του για την παράσταση, την ανθρώπινη μισαλλοδοξία που «δυναμιτίζει τη συνύπαρξη» και το αντίθετό της που θα μπορούσε να είναι η αγάπη.